Δημήτρης Πετσετίδης

Ελληνες λογοτέχνες


Το παιχνίδι
Δεν είχε τύχει ποτέ να συναντηθούμε με την Κλάρα και κόπηκε η ανάσα μου ένα κυριακάτικο πρωινό όταν την αντίκρισα στον φοιτητικό σύλλογο του νομού μας, την ημέρα των εκλογών για ανάδειξη του διοικητικού συμβουλίου, που κύριο – αν όχι μοναδικό – μέλημα ήταν η διοργάνωση του ετήσιου χορού μας. Βέβαια το καταστατικό του συλλόγου μιλούσε για ένα σωρό δραστηριότητες πολιτιστικές, καλλιτεχνικές και τα συναφή, γίνονταν κάθε χρόνο άγρια πολιτική αντιπαράθεση των αντίπαλων παρατάξεων, ακούγονταν σφοδρές και παθιασμένες αγορεύσεις, κάμποσοι νεοσσοί της πολιτικής έκαναν τα πρώτα βήματα τους εκεί μέσα. Με τον Αντρέα πήγαμε περισσότερο για να συναντήσουμε κανένα συμπατριώτη ή παλιό συμμαθητή, να χαζέψουμε καμιά γκόμενα, όλο και κάποιο καινούργιο φιντάνι θα ξεπεταγόταν, και λιγότερο για να υποστηρίξουμε τους ομοϊδεάτες μας στην πολιτική. Αλλωστε η παράταξη που συμπαθήσαμε, στο σύλλογο του νομού μας όπως και στις βουλευτικές εκλογές, ήταν χαμένη από χέρι.

Επίλογος στα χιόνια
“… Μου λένε πως μοιάζω του παππού – Θωμά. Έχουμε το ίδιο λακκάκι στο σαγόνι, βρίζω και εγώ όπως έβριζε εκείνος χωρίς να βλαστημάει ποτέ. Η γιαγιά Κατερίνα, από το σόι του πατέρα μου, δεν θέλει να ακούει ότι μοιάζω του παππού-Θωμά, σιγά μην είσαι σαν το γέρο-μπεκρή, μου λέει. Εσύ έχεις πάρει από το δικό μας το σόι, επιμένει, είσαι φτυστός ο μακαρίτης ο αδελφός μου ο Γιάννης, τον θυμάμαι τότε που γύρισε από την Αμερική, τόσο πολύ σου έμοιαζε. Κουβάλησε μαζί του ένα κάρο λεφτά, είχε παράνομο αποστακτήριο στο Σικάγο, μέσα στο μαγαζί του, θησαύρισε. Τότε όλοι ήθελαν τη φιλία του και ζητούσαν να τον κάνουν κουμπάρο, αν του άρεσε μέχρι και δήμαρχος μπορούσε να γίνει, όλους του δάνειζε, ας είναι αναπαυμένη η ψυχή του, και του τα επέστρεφαν στην Κατοχή, τότε που με ένα εκατομμύριο αγόραζες ένα αβγό. Μόνο η γιαγιά η Κατερίνα βουλώνει τα αφτιά της όταν λένε ότι μοιάζω του παππού-Θωμά. Όλοι οι άλλοι επιμένουν ότι έχουμε τον ίδιο χαρακτήρα, τα ίδια κουσούρια, την ίδια κόψη. Εχουμε και το ίδιο όνομα και ίσως αυτό είναι μια επί πλέον αιτία να επηρεάζονται…”.

Ο Σαμπατές ζει
Και άλλες ιστορίες του γλυκού νερού
Δεκατέσσερις μικρές ιστορίες που άλλες μοιάζουν αληθινές, χωρίς να είναι, άλλες θέλουν να φαίνονται μύθοι. Στο βάθος όλων τους και μια απώλεια, όπως όταν λέει κανείς χάνω το χρόνο μου ή έχασε τη ζωή μου. Υπερβαίνουν τα όρια τους; Σχοινοβατούν ισορροπώντας στο μεταίχμιο του αληθινού και του ονειρικού; Ενδεχομένως. Πάντως όλες τις καλύπτει ο “προλαλήσας” υπότιτλος. Είναι του γλυκού νερού.

Τροπικός του Λέοντος
“Ο υποσμηναγός Ράλεϋ χτυπήθηκε, κύριε σμηναγέ”, είπε ο σμηνίας. Ο σμηναγός Μίτι τον κοίταξε. “Στείλε τον στο νοσοκομείο”, είπε κουρασμένος. “Θα πετάξω μόνος”.
Εξω από το χαράκωμα χαλούσε ο κόσμος. “Το φράγμα πυρός πυκνώνει, κύριε σμηναγέ”, είπε ο σμηνίας.”Μια φορά ζούμε, φίλε μου!” είπε ο Μίτι. Εβαλε κονιάκ και ήπιε, ύστερα σηκώθηκε και πήρε το αυτόματο. “Είναι σαράντα ολόκληρα χιλιόμετρα μέσα από μια κόλαση” είπε ο σμηνίας. Ο Μίτι τελείωσε το κονιάκ του. “Τι σημασία έχει; Όλη η ζωή έτσι δεν είναι”;

Σε ξένο γήπεδο
Η ζωή μοιάζει με μια παρτίδα σκάκι, μόνο που νικάει πάντα ο αντίπαλος. Όπως στο σκάκι το πιο δύσκολο μέρος του παιχνιδιού είναι το τρίτο, το φινάλε, και εκεί, δυσκολεύουν οι κινήσεις, χάνεσαι σε λαβυρίνθους. Είναι σαν να παίζεις πλέον σε ξένο γήπεδο.
Κι ενώ οι ψυχές μας κάθονται -κωμικοτραγικές- μες στα παλιά των τα πετσιά τ’ αφανισμένα, ακούγονται, καμιά φορά, φωνές αγαπημένες – σαν μουσική, τη νύχτα, μακρινή, που σβήνει.

Λυσσασμένες αλεπούδες
Ο Δημήτρης Πετσετίδης ανήκει στην -μάλλον σπάνια, σήμερα- ομάδα των πεζογράφων που καλλιεργούν συστηματικά το διήγημα. Από τις συλλογές “Δώδεκα στο δίφραγκο” (1986), “Το παιχνίδι” (1991), “Επίλογος στα χιόνια” (1993) ως την “Ο Σαμπατές ζει” (1998) ακολούθησε με συνέπεια την προσωπική του διαδρομή: σπαράγματα της παιδικής και εφηβικής του ηλικίας σε χρόνους παλαιότερους, σε μια τυπική ελληνική επαρχία, κυρίως (όμως) αναφορές στα άγρια χρόνια της Κατοχής και του Εμφυλίου: μικρά, λιτά διηγήματα, σκληρά (αλλά, περιέργως τρυφερά), μελαγχολικά και κάπως απόκοσμα (ενίοτε σαφώς υπερβατικά) – διηγήματα που αποπνέουν πάντα μιαν άδολη αυθεντικότητα.
Μετά τη συλλογή “Τροπικός του Λέοντος” (2001), βιβλίο όπου διακωμωδούνται σχεδόν τα πάντα, ο Πετσετίδης επανέρχεται στον οικείο του χώρο του Εμφυλίου, για να μας παραδώσει με τις “Λυσσασμένες αλεπούδες” ένα σκοτεινό, σκληρό και ακατανόητο σήμερα τοπίο θανάτου.

Επί τέσσερα
Είκοσι πέντε νέα διηγήματα του Δημήτρη Πετσετίδη έρχονται να προστεθούν με αυτό το βιβλίο στα 115 που είχε ως τώρα συμπεριλάβει σε οκτώ συλλογές. Προέρχονται πάλι από την ιστορία, σε μια δύσκολη ως φοβερή εποχή, από τα πρώτα βιώματα και την ενηλικίωσή του. Η αφηγηματική τέχνη του Πετσετίδη κάνει την ανάμνηση να διατηρεί τη φρεσκάδα του βιώματος μαζί με την πατίνα της νοσταλγίας. Πραγματισμός και αθωότητα, πεζότητα και φαντασία, ανέκδοτο και ψυχισμός, παράδοση και ανατροπή είναι κάποια από τα αντιθετικά γνωρίσματά της.
Κάποιες από τις ιστορίες αυτές μοιάζουν να ανατρέπουν την ηλικιακή τάξη της αφήγησης: ένα παιδί επιστρέφει στον ενήλικο αφηγητή τα παραμύθια του διορθωμένα.

Διηγήματα
Το παιχνίδι (1991)
Επίλογος στα χιόνια (1993)
Ο Σαμπατές ζει – 14 διηγήματα (1998)
Δώδεκα στο δίφραγκο (1999)
Τροπικός του Λέοντος (2001)
Σε ξένο γήπεδο (2003)
Λυσσασμένες αλεπούδες (2007)
Εν οίκω – 15 διηγήματα (2012)
Επί τέσσερα – 25 διηγήματα (2014)

Πηγές πληροφοριών: EKEBI, BIBLIONET