Νίκος Εγγονόπουλος (1907-1985)


Γεννήθηκε στην Αθήνα στις 21 Οκτωβρίου του 1907 από πατέρα Κωνσταντινοπολίτη και μητέρα Αθηναία. Ο ποιητής και ζωγράφος Νίκος Εγγονόπουλος αποδείχτηκε ο σημαντικότερος πλάι στον Εμπειρίκο εκπρόσωπος του υπερρεαλισμού στην Ελλάδα. Τα παιδικά του χρόνια τα πέρασε στην Κωνσταντινούπολη, ενώ τις γυμνασιακές του σπουδές θα τις ολοκληρώσει στο Παρίσι, από όπου επιστρέφει για να υπηρετήσει τη θητεία του. Την περίοδο 1928 – 1930 εργάζεται ως υπάλληλος σε Τράπεζα, ενώ παράλληλα παρακολουθεί νυχτερινό γυμνάσιο για να αποκτήσει ελληνικό απολυτήριο. Μολονότι η οικογένειά του τον προορίζει για γιατρό, το 1932 ο Εγγονόπουλος εγγράφεται στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας όπου φοιτά με καθηγητές, μεταξύ άλλων, τον Κ. Παρθένη και τον Γ. Κεφαλληνό και συμφοιτητές του τον Γ. Μόραλη και τον Δ. Διαμαντόπουλο. Συγχρόνως, μετά την αποφοίτησή του από τη Σχολή μαθητεύει πλάι στον Φ. Κόντογλου, από τον οποίον διδάσκεται τη Βυζαντινή αγιογραφία. Ταξιδεύει αργότερα στο εξωτερικό (Γερμανία, Αυστρία, Γαλλία, Ιταλία), ενώ το 1938, έπειτα από σχετική εισήγηση του καθηγητή Δ. Πικιώνη αποσπάται από το υπουργείο Δημοσίων Έργων, όπου είχει διοριστεί το 1930, στο Πολυτεχνείο. Την ίδια περίοδο ο Εγγονόπουλος θα εγκαινιάσει τη σκηνογραφική του δραστηριότητα.

Το 1941 τον βρίσκει να πολεμά στην πρώτη γραμμή του αλβανικού μετώπου, κάτω από άθλιες συνθήκες. Συλλαμβάνεται από τους Γερμανούς και οδηγείται σε στρατόπεδο εργασίας. Καταφέρνει ωστόσο να δραπετεύσει και επιστρέφει έπειτα από τρομακτική ταλαιπωρία. Το 1956 εκλέγεται επιμελητής στην Αρχιτεκτονική Σχολή, στην έδρα Διακοσμητικής καταρχήν, στην έδρα Ιστορίας της Τέχνης, ένα χρόνο αργότερα (1957). Το 1964 θα παραιτηθεί από τη θέση του στο Πολυτεχνείο, έπειτα από την άρνηση προαγωγής που του επεφύλαξαν οι ανώτεροί του, για να επανεκλεγεί, στη βαθμίδα του τακτικού καθηγητή, το 1967. Το 1973 συνταξιοδοτείται και αναγορεύεται ομότιμος καθηγητής του Εθνικού Μετσόβειου Πολυτεχνείου. Ζώντας μοναχικά τα τελευταία χρόνια της ζωής του, αποτραβηγμένος στο σπίτι του, πεθαίνει το 1985 στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου από ανακοπή της καρδιάς. Κηδεύεται στο Α’ Νεκροταφείο της Αθήνας με δημόσια δαπάνη

Η πρώτη εμφάνιση του Εγγονόπουλου στα Γράμματα χρονολογείται στα 1938, όταν δημοσιεύονται ποιήματά του στο περιοδικό Κύκλος του Απόστολου Μελαχρινού. Με προτροπή του ίδιου του Μελαχρινού, και με άφθονη προσωπική εργασία του, εκδίδεται την ίδια χρονιά η πρώτη ποιητική συλλογή του Εγγονόπουλου με τον τίτλο Μην ομιλείτε εις τον οδηγόν. Οι συντηρητικοί Αθηναϊκοί λογοτεχνικοί κύκλοι κυριολεκτικά σκανδαλίζονται από τη γνήσια υπερρεαλιστική φωνή του ποιητή και εγκαινιάζουν μια διαδικασία εξευτελισμού του, φτάνοντας ως την παρωδία των ποιημάτων του, ελλείψει ίσως άλλων, σοβαρότερων, επιχειρημάτων. Βαθιά θιγμένος, όπως ομολογεί ο ίδιος ο ποιητής σε κείμενό του πολύ κατοπινό, του 1965, αλλά προφανώς και πεισματωμένος, εκδίδει την επόμενη κιόλας χρονιά (1939) το δεύτερο ποιητικό βιβλίο του, Τα κλειδοκύμβαλα της σιωπής, το οποίο γνωρίζει ανάλογη υποδοχή. Η υπερρεαλιστική πρόκληση, στην οποία με τον πιο έντιμο τρόπο ανταποκρίθηκε στις δύο αυτές πρώτες συλλογές ο Εγγονόπουλος, αποτέλεσε την πέτρα του σκανδάλου. Τα ποιήματά του θεωρήθηκαν εξεζητημένα, ελιτίστικα παιχνίδια, η βαθιά λυρική τους διάσταση παραγνωρίστηκε εντελώς, ενώ οι τεχνικές και τα τεχνάσματα του ποιητή προβλήθηκαν μέσα από ένα επιθετικό πρίσμα, διογκωμένα και στρεβλά.

Η δίνη του πολέμου θα παραμερίσει ισοπεδωτικά σκανδαλοθηρία και ποίηση. Ο Εγγονόπουλος δίνει την προσωπική του μάχη υπό δυσβάστακτες συνθήκες. Την περίοδο 1942 – 1943, με τις μνήμες του πολέμου νωπές, ο Εγγονόπουλος συγγράφει το εκτενές ποιημά του Μπολιβάρ, με το οποίο κατακτά απολύτως δικαιωματικά μια εξέχουσα θέση στην νεότερη λογοτεχνική πραγματικότητα της Ελλάδος.

Εμμένοντας στους υπερρεαλιστικούς τρόπους, ο ποιητής μεταχειρίζεται το όνομα και την προσωπικότητα του αγωνιστή της Λατινικής Αμερικής Σίμωνος Μπολιβάρ για να συγγράψει ένα πραγματικό ύμνο στην ανθρώπινη υπόσταση που ξέρει να αγωνίζεται, πέρα από κάθε περιορισμό, έναν ύμνο ελευθερίας, πέρα από ρητορείες και τα συνήθη φληναφήματα, ένα υψηλότατο δείγμα ποιητικής τέχνης, αλλά και μια ειλικρινή κατάθεση μιας ψυχής που ξέρει να συγκινείται και να παραδίδεται με πάθος σΤη συγκίνησή της.

Ο Μπολιβάρ θα κυκλοφορήσει καταρχήν σε χειρόγραφη μορφή για να τυπωθεί σε βιβλίο το 1944, το οποίο μάλιστα θα τύχει ευτυχέστερης (και σίγουρα ευγενέστερης) υποδοχής, είτε γιατί το αναγνωστικό κοινό αισθάνεται πλέον πιο εξοικειωμένο με τη νεοτερική ποιητική έκφραση, είτε γιατί θα αναγνωστεί με υπερτονισμένη την εθνική του διάσταση. Πράγματι, η τελευταία αυτή περίπτωση, μιας παρεξηγητικής δηλαδή ανάγνωσης, προβάλλει πιθανότερη, ειδικά αν αναλογιστεί κανείς τον τρόπο διδασκαλίας αποσπασμάτων του συγκεκριμένου ποιήματος στα σχολεία, μέχρι σήμερα.

Εχοντας εξασφαλίσει πλέον μια πιο θετική αντιμετώπιση – όχι όμως και την άρση της καχυποψίας – ο Εγγονόπουλος θα εκδώσει το 1946 τη συλλογή Η επιστροφή των πουλιών, το 1948 τη συλλογή Έλευσις, ενώ το 1957 το βιβλίο του Εν ανθηρώ Ελληνι Λόγω θα αποσπάσει το Α’ Κρατικό Βραβείο Ποίησης. Επρόκειτο στην ουσία για μια πράξη συνθηκολόγησης, αναγνώρισης, για μια επισημοποίηση τρόπον τινά της λογοτεχνικής δραστηριότητος του Εγγονόπουλου. Το 1975 θα κυκλοφορήσει το βιβλίο του Τρία ποιήματα Και ένας πίνακας, ενώ όλη η ως τότε παραγωγή του ποιητή θα συγκεντρωθεί σε δύο τόμους το 1977 (Ποιήματα Α, Ποιήματα Β). Την αμέσως επόμένη χρονιά (1958) θα εκδοθεί το βιβλίο του Στην Κοιλάδα με τους Ροδώνες, όπου περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, μεταφράσεις ξένων ποιητών (Νταν, Λοτρεαμόν, Λόρκα, Μποντλέρ), καθώς και είκοσι πίνακες του Εγγονόπουλου, που θα λάβει για δεύτερη φορά το Κρατικό Βραβείο γι’ αυτήν την έκδοση. Άλλο ποιητικό βιβλίο του συγγραφέα δεν θα υπάρξει. Το 1980 θα κυκλοφορήσει το μελέτημά του Ο Καραγκιόζης, ένα Ελληνικό Θέατρο σκιών, ενώ δύο χρόνια μετά το θάνατό του, το 1987, θα συγκεντρωθούν σε μια έκδοση με τον τίτλο Πεζά Κείμενα, ποικίλα σημειώματα, άρθρα κτλ. του ποιητή. Τέλος, το 1993 εκδόθηκε μια σειρά επιστολών του ποιητή προς τη σύζυγό του Λένα, υπό τον γενικό τίτλο Και σ’ αγαπώ παράφορα.

Ο Νίκος Εγγονόπουλος αποτέλεσε μια από τις πιο ιδιόρρυθμες, αλλά και τις πιό έντιμες περιπτώσεις στην νεότερη καλλιτεχνική πραγματικότητα. Σύμφωνα με δήλωσή του, αισθανόταν περισσότερο ζωγράφος παρά ποιητής και ως εκ τούτου λίγο τον ενδιέφερε να δει τυπωμένα τα ποιήματά του. Πράγματι, η προσφορά του στην ζωγραφική υπήρξε εξίσου σημαντική με την αντίστοιχη ποιητική. Παρουσιάζοντας την πρώτη του ατομική έκθεση το 1939, ο Εγγονόπουλος εγκαινίασε μια ριζοσπαστική πορεία στην ελληνική ζωγραφική. Αντλώντας τα υλικά του από ποικίλους χώρους (μυθολογία, δημοτική παράδοση, σύγχρονη ευρωπαϊκή ζωγραφική) τα έντυσε με μία απολύτως προσωπική υπερρεαλιστική τεχνική, που απέδωσε έργα σφραγισμένα με προσωπικό ύφος απολύτως μοναδικά. Τις ίδιες αισθητικές αντιλήψεις ακολούθησε και στο σκηνογραφικό και ενδυματολογικό έργο του. Η παρουσία του σε ομαδικές εκθέσεις τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό υπήρξε αδιάλειπτη.

Παρ’ όλα αυτά, στο ευρύτερο κοινό (το οποίο τελικά κατέκτησε) αυτό που απομένει είναι κυρίως η ποίησή του. Ο Εγγονόπουλος, με την εντιμότητα, το ήθος, την απεριόριστη θέρμη του και την σπάνια μόρφωσή του, κατάφερε να δώσει το Ελληνικό πρόσωπο του Υπερρεαλισμού. Το γεγονός τον καθιστά τον πιο σημαντικό και πιο γνήσιο εκπρόσωπο του επαναστατικού αυτού καλλιτεχνικού κινήματος στην Ελλάδα, μαζί με τον ομότεχνό του Ανδρέα Εμπειρίκο.

Νέα περί του θανάτου του Ισπανού ποιητή Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα
Η τέχνη κι η ποίηση δεν μας βοηθούν να ζήσουμε:
η τέχνη και η ποίησις μας βοηθούνε
να πεθάνουμε

περιφρόνησις απόλυτη
αρμόζει
σ’όλους αυτούς τους θόρυβους
τις έρευνες
τα σχόλια επί σχολίων
που κάθε τόσο ξεφουρνίζουν
αργόσχολοι και ματαιόδοξοι γραφιάδες
γύρω από τις μυστηριώδικες κι αισχρές συνθήκες
της εκτελέσεως του κακορίζικου του Λόρκα
υπό των φασιστών

μα επί τέλους! πια ο καθείς γνωρίζει πως
από καιρό τώρα
-και προ παντός στα χρόνια τα δικά μας τα σακάτικα-
είθισται
να δολοφονούν
τους ποιητάς

Ποιήματα
Συγκεντρωτική έκδοση των ποιητικών συλλογών: “Μην ομιλείτε εις τον οδηγόν”, 1938, “Τα κλειδοκύμβαλα της σιωπής”, 1939 (που είχαν περιληφθεί στην έκδοση “Ποιήματα”, τ. Α’, 1966), και “Μπολιβάρ”, 1944, “Η επιστροφή των πουλιών”, 1946, “Έλευσις”, 1948, “Ο Ατλαντικός”, 1954, “Εν ανθηρώ Έλληνι λόγω”, 1957 (που είχαν περιληφθεί στην έκδοση “Ποιήματα”, τ. Β’, 1977).

Το μέτρον: Ο άνθρωπος
Πέντε ποιήματα και δέκα πίνακες
Τα πέντε αυτά ποιήματα δεν τα περιέλαβε σε βιβλίο του όσο ζούσε ο Νίκος Εγγονόπουλος. Δύο όμως από αυτά πρόλαβε να τα δει δημοσιευμένα (τα έτη 1981 και 1983), ενώ στη συνέχεια άλλα δύο φιλοξενήθηκαν σε αθηναϊκά λογοτεχνικά περιοδικά. Το πέμπτο (“Εξομολογήσεις της Στεριάς, της θάλασσας”) παρουσιάζεται για πρώτη φορά εδώ. Ενός έκτου ανέκδοτου ποιήματος που βρέθηκε στα κατάλοιπα του ποιητή, με τίτλο “Ο Πιστός ο Στρατιώτης”, η δημοσίευση δεν κρίθηκε σκόπιμη, και αφήνεται να γίνει σε ευθετότερο χρόνο. Για τον σύνολο προγραμματισμό σε σχέση με το Αρχείο Εγγονόπουλου εμπιστεύθηκα τις ακάματες φροντίδες του ποιητή Γιάννη Βαρβέρη.
Εκτός από τη “Γιαβουκλού” και τα “Γαρύφαλλα”, που φέρουν και χρονολόγηση, τα κείμενα έχουν σωθεί σε δακτυλόγραφα του ποιητή, όπου διατυπώνεται και η γενικότερη βούλησή του για την τυπογραφική τους εμφάνιση. Με βάση αυτά πραγματοποιείται και η παρούσα έκδοσή τους. Τα συνοδεύουν δέκα πίνακες, μέχρι στιγμής άγνωστοι στο ευρύ κοινό, προερχόμενοι από ιδιωτικές συλλογές.
Η διάταξη των ποιημάτων -γραμμένων στο σύνολό τους από το 1978 και εξής- όπως και ο τίτλος του βιβλίου -από το πρώτο στη σειρά κείμενο (που διαφέρει από τα υπόλοιπα ως προς τη στίξη) – αποτελούν πρωτοβουλίες της έκδοσης αυτής. Αμελητέες είναι οι ορθογραφικές προσαρμογές που υιοθετήθηκαν.
(από το προλογικό σημείωμα της Ερριέττης Εγγονοπούλου)

Ωραίος σαν Έλληνας
Με αφορμή την μεγάλη αναδρομική έκθεση του Ν.Ε. στο Μουσείο Μπενάκη, ανθολογούνται για πρώτη φορά, σε έναν πολυτελή δεμένο τόμο, ποιήματα από όλες τις συλλογές του με αντικρυστή μετάφραση στα αγγλικά. Το βιβλίο κοσμείται με δεκατρείς έγχρωμους πίνακες του ποιητή διάσπαρτους στο κείμενο.

Ποιητικές συλλογές
Μην ομιλείτε εις τον οδηγόν (1938)
Τα κλειδοκύμβαλα της Σιωπής (1939)
Επτά ποιήματα (1944)
Η Επιστροφή των Πουλιών (1946)
Ελευσις (1948)
Εν Ανθηρώ Ελληνι Λόγω (1957)
Στην κοιλάδα με τους ροδώνες (1978)

Ποιήματα
Μπολιβάρ (1944)
Ο Ατλαντικός (1954)
Η Εικών (1962)
Σύντομος βιογραφία του ποιητού Κωνσταντίνου Καβάφη (1968)
Των ιερών Εβραίων (1969)
Ου δύναται τις δυσί κυρίοις δουλεύειν (1969)
Η μπαλλάντα του Ισιδώρου – Σιδερή Στέικοβιτς (1971)
Η σημαία (1972)
Ενα όνειρο: η ζωή (1972)
Η βυκάνη (1974)
Η Γιαβουκλού (1981)
Τα γαρούφαλα (1983)
Το μέτρον: Ο άνθρωπος (2005)
Ωραίος σαν Έλληνας (2007)

Ζωγραφική
Για τη Ζωγραφική (1963)
Ελληνικά Σπίτια – Λεύκωμα με έγχρωμους πίνακες (1972)
Οι άγγελοι στον παράδεισο μιλούν ελληνικά (1999)

Μελέτες, κείμενα, επιστολές
Ο Καραγκιόζης, ένα Ελληνικό Θέατρο σκιών (1980)
Πεζά Κείμενα (1987)
… και σ’αγαπώ παράφορα (1993)
Γράμματα στην Λένα 1959-1967 (1993)

Συλλογές
Ποιήματα Α και Β (1977)

Βραβεία
Α Κρατικό βραβείο Ποίησης, (Εν ανθηρώ Ελληνι λόγω) 1957
Το παράσημο Σταυρός του Ταξιάρχη του Φοίνικος (1971)
Κρατικό βραβείο Ποίησης, (Στην κοιλάδα με τους Ροδώνες) 1978

Πηγές: ΕΚΕΒΙ, BIBLIONET, Ύψιλον, Ίκαρος

Επισκέψεις: 488