Φωτεινή Μυλωνά – Ραΐδη


Είμαι η Αλίκη
Η Αλίκη δεν έχει πολλές ιδιαίτερες συνήθειες, μ’ αγαπάει υπερβολικά το σκύλο της· στο ραδιόφωνο δεν τα πήγε κι άσχημα -άλλωστε ήταν κι η πρώτη φορά που “βγαινε στον αέρα”· ό,τι και αν πούμε όμως, η θάλασσα είναι η μεγάλη της αγάπη· χωρίς αυτό να σημαίνει πως δε λατρεύει και τις κούκλες της -με ορισμένες, μάλιστα, τη συνδέουν πολύ στενές σχέσεις… Τέλος πάντων, η Αλίκη -πράγμα που είναι και το σπουδαιότερο- ξέρει να γελάει και να κλαίει· όπως όλα τα κοριτσάκια, όπως όλα τα αγοράκια στην ηλικία της. Η Αλίκη αγαπάει γιατί είναι η Αλίκη.

Νέα Σελήνη
Μεσολόγγι: στεριά και θάλασσα. Ήλιος και φεγγάρι. Οι ψαράδες τρυγούν τα νερά καθώς τ’ αστέρια τους νανουρίζουν. Μέσα σ’ όλους τους, κάποιοι ξεχωρίζουν. Άλλος για το καλαμπούρι του, άλλος για τον πόνο του, άλλος για τον έρωτά του. Κι έν’ αγόρι, ψαράς για ένα καλοκαίρι, ψάχνοντας μέσα στα δίχτυα για ψάρια, ψάχνει και μες στο ημερολόγιο της αγαπημένης του, για την ψυχή της… Τούτο το καλοκαίρι θα ‘ναι μακρύ, πικρό και καυτό. Αλλά κι ένα καλοκαίρι μαθητείας – στη μοναξιά, την αγάπη και τη φιλία.

Ψάχνει η αλεπουδίτσα ψάχνει κι ο μπαμπάς
“… Η αλεπουδίτσα του Μάριου είναι μαμά. Κι όπως όλες οι μαμάδες, έτσι κι αυτή πρέπει να γνοιαστεί για το φαΐ των παιδιών της. Και πρέπει πολύ να κοπιάσει για να το εξασφαλίσει. Γιατί τα ποντίκια και τα άλλα μικρά ζωάκια που η αλεπουδίτσα του τρώει για να ζήσει δεν κάθονται ακούνητα σαν τους θάμνους και τα χόρτα, για να πάει να τα πιάσει. Μόνο οι κότες στο κοτέτσι της γιαγιάς Αγγελικής είναι ήσυχες, αλλά…”

Ψάρια και ψαράκια
“… Ξέρω ένα πολύ όμορφο χωριό. Από μακριά μου θυμίζει ανοιχτή παλάμη παππού, γεμάτη με καλούδια. Από κοντά, μια ζωγραφιά πολύχρωμη σε υδάτινο κάδρο! Τη θάλασσα όπου πάνω της καθρεφτίζει την ομορφιά του! Σ’ αυτή τη θάλασσα πλατσούρισαν τα ποδαράκια τους για πρώτη φορά, μωρά ακόμα, απερπάτηγα, τα δυό παιδιά της φίλης μου της Γεωργίας: ο Μάριος κι ο Κωνσταντίνος. Τώρα, βέβαια, μπορούν και κολυμπούν μόνα τους. Σαν ψαράκια. Με χρωματιστά όμως πτερύγια: τα μπρατσάκια τους!”

Όταν το ποτάμι θυμώνει
“… Αυτή λοιπόν την τρομερή μάγισσα, την Πύρινη Κόλαση, άφησαν πάνω στο βουνό λεύτερη οι κακοί, μια και δυο και τρεις φορές τα τελευταία χρόνια και τα έκαψε όλα, μα όλα όσα βρήκε στο δρόμο της. Τίποτε δεν άφησε όρθιο. Όταν έφυγε, το βουνό πίσω της, στο μέρος απ’ όπου πέρασε, έμεινε γυμνό από δέντρα. Κατάμαυρο από τα αποκαΐδια. Και λυπημένο. Πολύ λυπημένο… Έτσι το νερό της βροχής δεν βρίσκει δέντρα να ποτίσει… Ούτε ριζούλες φυτών για να το ρουφήξουν και να το πιούν… Και κατρακυλάει με βιάση στο ποτάμι. Τότε είναι που το ποτάμι θυμώνει…”

Μάριος και Μαριώ Μαριορή και Μαριγώ
“… Πάνω στο νερό της πηγής μια κόκκινη αλεπουδίτσα καθρεφτιζόταν κάνοντας την πρωινή της τουαλέτα. Λίγο πιο πέρα έπαιζαν με τα νερά δυο μικρά αλεπουδάκια. Τα παιδιά της!
-Εμπρός, τι κάθεστε; τους έβαλε τις φωνές θυμωμένη η μαμά τους, η αλεπουδίτσα. Ετοιμαστείτε, τους είπε.
-Γιατί; Τι έχουμε να κάνουμε μετά; τη ρώτησε το μεγαλύτερο απ΄τα δυο.
-Αυτό δεν πρόκειται να σου το πω, του απάντησε. Η σημερινή μέρα είναι έκπληξη…”

Ένας κήπος χωρίς μη κι απαγορεύεται
“Ο παππούς Χρίστος έχει κόκκινα φουσκωτά μάγουλα, μεγάλη κοιλιά κι ένα αγαθό χαμόγελο ζωγραφισμένο μόνιμα στα χείλη του. Ακριβώς όπως ο Αϊ-Βασίλης. Τις περισσότερες φορές τον βλέπεις φορτωμένο. Όχι όμως με σακί σαν τον Αϊ-Βασίλη αλλά με μια μεγάλη καλάθα. Μέσα σ’ αυτή δεν έχει παιχνίδια. Φρούτα και λαχανικά έχει μόνο! Γιατί αυτός ο παππούς, μόλις σταμάτησε να πηγαίνει σχολείο, άρχισε να πηγαίνει στον κήπο του…”

Δέντρα παππούδες και δέντρα παιδιά
“Είχε ακούσει η Γεωργία για δάση που καίγονται. Για δάση που καταστρέφονται για να γίνουν διάφορα έργα. Ακόμα και για δάση που κόβονται κρυφά και γίνονται οικόπεδα είχε ακούσει. Αλλά για δάση που κινδυνεύουν να πεθάνουν από γηρατειά πρώτη φορά άκουγε…”

Το μαγικό κουμπί
Μου αρέσει να περνάω από τα μαγαζιά. Διαβάζω τις ταμπέλες. Μοσχoβολάνε τα γράμματα! Τραγουδάνε τα γράμματα! Παίζουνε τα γράμματα! Εγώ πατάω το μαγικό τους το κουμπί και χαίρομαι μαζί τους. Τι; Πού είναι; Βρείτε το!

Μου αρέσει να ταξιδεύω
Το σπουδαιότερο απ’ όλα όσα θα ‘χω σπίτι μου όταν μεγαλώσω θα είναι ο ταξιδιωτικός μου σάκος. Θα τον βάζω στον ώμο μου και θα φεύγω για μέρη μακρινά.

Η επιστροφή
Δύο νέοι άνθρωποι!
Ο Χρήστος και η Βασιλική ήταν από εκείνους που “Δίνουν!”
Χρόνια των κοινωνικών αναζητήσεων, των αναγκών να ορθοποδήσει ο τόπος…
Επαρχιώτες κι οι δυο, σπουδαγμένοι δάσκαλοι σε μεγαλουπόλεις της περιφέρειας, γνωρίστηκαν στην Αθήνα.
Πριν προλάβουν να δοκιμάσουν τις αντοχές τους, στην ευθύνη της ανεξαρτησίας τους, βρέθηκαν παντρεμένοι.
Στα στέφανά τους οι λεμονανθοί μπλέχτηκαν με τα αιχμηρά αγκάθια της ενοχής, μέσα απ’ την οποία οι γονείς τους πρόβαλλαν επιτακτικά τις απαιτήσεις τους απ’ τη ζωή των παιδιών τους.
Το αίμα κι ο πόνος πυροδότησαν έναν πολύχρονο αγώνα εντός τους. Αγώνα αξιών, ιδεών, απόψεων, πίστεων, στάσεων ζωής, ρόλων… Σε έναν επίσης ρευστό κόσμο με τα ίδια ζητούμενα, στο δικό του αγώνα αυτός. Επώδυνη η γέννα του καινούριου κι οι αντιστάσεις πολλές. Κανένας τους δεν έμεινε αλώβητος. Μόνο η Βασιλική όμως, από τους δυο νέους, φανερώνοντας με ταπείνωση την ανημπόρια της, αποφάσισε να αναμετρηθεί με τις πληγές της στην ψυχοθεραπευτική καρέκλα. Μόνο αυτή δέχτηκε να καταδυθεί στο σκοτεινό πηγάδι του υποσυνείδητού της και να ανασυνθέσει, μέσα από τις διάσπαρτες ψηφίδες που ανέσυρε, τον εαυτό της, να βγάλει την αλήθεια του στο φως, ανοίγοντάς του το δρόμο να πορευτεί.
Ο Χρήστος δε θέλησε να απεκδυθεί την πανοπλία της δύναμης πίσω απ’ την οποία έκρυβε μια ζωή τις αδυναμίες του.
Μόνο που εκείνη, αυτή τη φορά, δεν τον έσωσε…

Μυθιστορήματα
Η επιστροφή (2017)

Παιδική και εφηβική λογοτεχνία
Είμαι η Αλίκη (1991)
Νέα Σελήνη (1992)
Καλημέρα θάλασσα (1997)
Δέντρα παππούδες και δέντρα παιδιά (2000)
Ένας κήπος χωρίς μη κι απαγορεύεται (2000)
Μάριος και Μαριώ Μαριορή και Μαριγώ (2000)
Όταν το ποτάμι θυμώνει (2000)
Ψάρια και ψαράκια (2000)
Ψάχνει η αλεπουδίτσα ψάχνει κι ο μπαμπάς (2000)
Μου αρέσει να ταξιδεύω (2003)
Το μαγικό κουμπί (2003)

Πηγές: BIBLIONET, Gutenberg – Χρήστος Δαρδανός, Άγκυρα, Ελληνικά Γράμματα, Μίλητος, Ταξιδευτής

Επισκέψεις: 26