Γιάννης Νικολούδης

Ελληνες λογοτέχνες


Άμοιρο παιδί
“Καταλαβαίνεις γιατί σε στέλνω εκεί κάτω;” με ρώτησε. Ένα ελαφρύ αεράκι φυσούσε στο λιμάνι, το κασκόλ του χόρευε πάνω στο καλό του μπουφάν. Κοντούλης, με κοιλίτσα, τριχωτός, θύμιζε αποβλακωμένη αρκούδα. Με το ύφος που είχε σχεδόν πάντα, ένα είδος απάθειας που την ίδια στιγμή απέπνεε έναν τόνο εξοργιστικά στέρεης σιγουριάς Τα λόγια του ήταν προβαρισμένα, το στήσιμο του το ίδιο. Η κοψιά του ήταν μια εξωτερίκευση αναμασημένων κλισέ που είχε ψαρέψει από φτηνά βιβλία, ταινίες και κακογραμμένα παιδαγωγικά συγγράμματα. Κι όμως, ενώ τα αναγνώριζα όλα αυτά, ενώ η αλλοτρίωση του μου χτύπαγε στα ρουθούνια σαν κάτι το σάπιο, γύρισα και του είπα με παρόμοιο ύφος (σιγά μην τα κατάφερα βεβαία): «Καταλαβαίνω. Για μένα γίνεται. Πρέπει να πάρω μπρος».
Να πάρω μπρος… Τρόμαξα όταν είδα τον γέρο να συγκατανεύει με πάθος. Από την μια τον κορόιδευα. Από την άλλη η φράση που είχα ξεστομίσει με βάραινε. Υπονοούσε ότι ήμουν κάτι σαν μια εν δυνάμει ύπαρξη. Λες και ένα κομμάτι του εαυτού μου να πίστευε ότι πράγματι ήταν πια απαραίτητο να πάρω μπρος. Να γίνω αυτό που έπρεπε να γίνω. Ό,τι κι αν σήμαινε αυτό.

Στο ίδιο σπίτι
Μένουμε μόνοι μας στο ίδιο σπίτι. Για να πω την αλήθεια, δεν τον συναντώ συχνά, αλλά τον ακούω πίσω απ’ τα ντουβάρια, πότε να χαρχαλεύει τα συρτάρια της κουζίνας, πότε να συστρέφεται στο κρεβάτι του με τους σκουριασμένους σομιέδες, άλλοτε ακούω το νερό στο ντους και τη φάλτσα του φωνή, καθώς μουρμουρίζει τραγούδια δεκαετιών που έχουν κατά κάποιο τρόπο διαγραφεί απ τη συλλογική μνήμη. Με λίγα λόγια, τον νιώθω να υπάρχει σε τούτη τη μονοκατοικία βαθιά στο δάσος, όπου τα πουλιά έχουν την τάση να μπαινοβγαίνουν στο εσωτερικό του σπιτιού και άλλα μικρά θηλαστικά αναπαράγονται, και πεθαίνουν στις κόχες των τοίχων.
Για να τον συναντήσω, πρέπει να βάλω τη μάσκα οξυγόνου και να βουτήξω στο νερό που λιμνάζει στο καθιστικό. Από κει, αφού διαπεράσω κολυμπώντας μια τρύπα στη βιβλιοθήκη με τους Καζαμίες (η τελευταία έκδοση χρονολογείται από ένα έτος τόσο μακρινό που στο νου μου μοιάζει σαν φαντασίωση), και ξεβραστώ στο δίπλα δωμάτιο και αφού ρίξω ένα σάλτο, αποφεύγοντας τους κροταλίες του λασπωμένου διαδρόμου, βρίσκομαι στο προθάλαμο του εργαστηρίου του, ένα χώρο κρύο και μπλε που με κάνει και νιώθω σαν εν δυνάμει πειραματόζωο.
Πίσω απ την κλειστή του πόρτα, ακούγονται ήχοι, γδούποι, μεταλλικοί τριγμοί, κρότοι, ηλεκτρομαγνητικοί ψίθυροι, ανάσες τροχαλιών που στριφογυρνούν τρίζοντας υπό την επίδραση αλάδωτων ροπών, κούφια βήματα στο ξύλινο δάπεδο που επαναλαμβάνονται εκφράζοντας κάποτε ενθουσιασμό, άλλοτε αναποφασιστικότητα, κάποιες φορές μια βουβή στατικότητα, μια νωθρότητα, μια παράλογη χαύνωση…

Νουβέλες
Άμοιρο παιδί (2016)

Διηγήματα
Δρόμος
Στο ίδιο σπίτι (2η Θέση στο Διαγωνισμό Διηγήματος “Οικογενειακοί Δεσμοί”)
Δεν ξέρω

Πηγές: BIBLIONET, Εκδόσεις Παράξενες Μέρες

75 views.