Κώστας Ουράνης (1890-1953)


Spleen
Είναι κάποια νησιά που σαν πλοία
μέσ’ στα πέλαγα, λεν, ταξιδεύουν:
όσοι τάδανε μάταια πλέον
να τα βρούνε ξανά τα γυρεύουν…
Είναι κάποια νησιά που ακόμα
πόδι ανθρώπων δεν έχει πατήσει…
-Πώς τα βρήκες, ψυχή μου, και πήγες
κι από τότες δεν έχεις γυρίσει;

Ποιήματα
Ο Ουράνης είναι από τους ποιητές που αγαπήθηκαν πολύ στην εποχή τους. Όπως αρκετοί άλλοι σύγχρονοί του – και σύγχρονοί μας -, όφειλε τη δημοτικότητά του σε λόγους άσχετους με την ποίηση. Ο εξωτισμός του, λόγου χάρη, ήταν ένα από τα κύρια στοιχεία της γοητείας του. Ταξιδιώτης ο Ουράνης (όχι μόνο στα πεζά, αλλά και στα ποιήματά του), ανταποκρίθηκε σε κάποιους πόθους που ήταν κυρίαρχοι σε μια εποχή, κατά την οποία τα πάτρια τοπία είχαν γίνει ασφυκτικά και, από το άλλο μέρος, οι άνθρωποι δεν είχαν ακόμα καταλάβει πόσο μικρός είναι ο πλανήτης… Είναι χαρακτηριστικό ότι τα πρώτα του κιόλας ποιήματα (Σαν όνειρα, 1909, Spleen, 1912), στα οποία το ρίγος ταξιδεύει εν είδει αποσκευής, είχαν κάμει γνωστό τον Ουράνη. Κι όμως όχι μόνο ο ίδιος πολύ σύντομα τα απαρνήθηκε, αλλά και οι κατοπινοί του τα μέτρησαν τόσο λίγο, ώστε ο Λίνος Πολίτης να μιλάει για «μια ουσιαστικά συλλογή του, τις Νοσταλγίες». Είναι αλήθεια πως όσο κυλούν οι δεκαετίες, τόσο λιγότερο «νέα» γίνονται εκείνα τα ρίγη. Με τους όρους αυτούς, ποιο νόημα μπορεί να έχει μια αναφορά στον Ουράνη στην καμπή του αιώνα; Ή να δείξει «σε τι σταθμούς ευρισκότανε η γλώσσα, η διανόησις, η κατεύθυνσις της ζωής και η αντίληψις της Τέχνης στην εποχή του» ή να ερευνήσει αν ο Ουράνης δεν ήταν μόνο επικαιρικός ποιητής.

Ἐρωτικό
Δὲν μπορῶ νὰ ξέρω, δὲν μπορῶ νὰ πῶ
ἂν θὰ σ᾿ ἀγαπῶ
ἴσαμε νὰ φτάσω στὴ στερνὴ τὴν ὥρα
ὅπως, κι ὅσο, τώρα·

Οὔτ᾿ ὁ ἔρωτάς μου ποὺ σὰ ρόδο ἀνθεῖ,
ἂν θὰ μαραθεῖ
πάλι σὰν τὸ ρόδο ποὺ τὸ καίει τὸ θέρο,
δὲν μπορῶ νὰ ξέρω.

Ὅ,τι ξέρω εἶναι πώς, ἀπ᾿ τὴν ἡμέρα
πού ῾γινες δική μου
ἄνοιξαν κλεισμένες πύλες -καὶ τὸ θαῦμα
μπῆκε στὴ ζωὴ μου·

Ὅλα ἀλλάξαν ὄψη ἀπ᾿ τὸ φῶς ποὺ ἐντός μου
σκόρπισε ἡ χαρά,
σὰν στὰ βαλτοτόπια ποὺ τὰ πλυμμυρίζουν
ζωντανὰ νερά.

Ἔχω πιὰ ξεχάσει ὅσα νοσταλγοῦσα
κι ὅ,τι εἶχα ποθήσει:
Τώρα μὲ φτερώνει μία καινούργια νιότη
ποὺ δὲν εἶχα ζήσει.

Τὴ ζωὴ τὴ βλέπω σάμπως μέσ᾿ ἀπό ῾να
μαγικὸ γυαλὶ
κι ἀπ᾿ ὅ,τι ζητοῦσα μοῦ ῾δωσ᾿ ἡ ἀγάπη
τόσο πιὸ πολύ,

ποῦ νὰ λέω ἂν ὅπως ἦρθε μίαν ἡμέρα
φύγει πάλι πίσω
κι ἀπομείνω μόνος, κι ὅπως ἤμουν πρῶτα,
-κάλλιο νὰ μὴν ζήσω.

Αποχρώσεις
«Το κρύο»:
Προσέξατε ότι στην Ελλάδα έχομε μερικές φράσεις στερεοτυπημένες, που, με το να επαναλαμβάνονται από όλους, καταλήξανε να επιβληθούν σαν ασυζήτητες αλήθειες; Μια τέτοια είναι η περίφημη: “η εγνωσμένη λιτότης του Έλληνος στρατιώτου”. Χάρη στη φράση αυτή, ο δυστυχισμένος Έλληνας στρατιώτης τρέφεται στους στρατώνες τα βράδυα μόνο με ψωμότυρο ή με ψωμί και ελιές, ενώ ένας Θεός ξέρει αν δε θα μπορούσε να καταβροχθίσει ολόκληρη πλάτη αρνιού… αν έκαναν τη δοκιμή να του την προσφέρουν.
Μια άλλη τέτοια φράση μιλεί για το “μειλίχιο κλίμα των Αθηνών”. Χάρη στην πρόληψη ότι η Αθήνα έχει θερμό κλίμα, πεθαίνομε κάθε χειμώνα από το κρύο. Σε καμμιάν άλλη πόλη του κόσμου, ακόμα και στις πιο υπερβόρειες, δεν παγώνει κανένας το χειμώνα όπως στην Αθήνα. Είμαι από τους ανθρώπους εκείνους τους ριγηλούς σαν τους πίθηκους, ποτέ όμως δεν πέρασα ζεστότερους χειμώνες παρά όταν βρέθηκα στην Αγγλία ή στην Ελβετία με είκοσι βαθμούς κάτω από το μηδέν.
Η εξήγηση είναι απλούστατη. Στα μέρη αυτά υπάρχει η θέρμανση. Τα σπίτια, τα καταστήματα, τα κέντρα, είναι θερμασμένα. Αυτά ακόμα τα αυτοκίνητα λεωφορεία έχουν θέρμανση. Και στο Παρίσι βλέπετε και στα πεζοδρόμια ακόμα, εκεί όπου είναι οι ταράτσες των καφενείων, να καίουν τεράστιες σόμπες. Πώς λοιπόν να κρυώσετε, αφού μάλιστα είναι άγνωστο εκεί το αθηναϊκό ξεροβόρι που τρυπώνει από κάθε χαραμάδα και βρίσκει τρόπο να διαπερνά και παλτό και φανέλες και να σας πηρουνιάζει ίσαμε τα κόκκαλα;
Στην Αθήνα, όταν μιλάτε για θέρμανση, σας απαντούν:
-Θέρμανση; Τί να την κάνετε; Εδώ o χειμώνας δεν κρατάει παρά δυο μόνο μήνες…

Ένα ειδύλλιο – 36 ανέκδοτες επιστολές
Το έργο του Κώστα Ουράνη είναι μια περιοχή αρκετά εξερευνημένη. Μια ακόμα περιήγηση σ’ αυτήν δεν θα είχε παρά το νόημα της νοσταλγικής επιστροφής σ’ έναν τόπο που αγαπήσαμε ή, έστω, τη χάρη της ανακάλυψης κάποιων αποχρώσεων που είχαμε προσπεράσει κατά τις προηγούμενες επισκέψεις μας. Εδώ όμως δεν πρόκειται γι’ αυτό: κρυμμένο εντελώς από τα μάτια μας παρέμενε ως τώρα ένα τοπίο που όχι απλώς εμπλουτίζει, αλλά και μετατρέπει την εντύπωση. Σαν να έχουμε περιηγηθεί μια έρημο και, στη νέα μας επίσκεψη, ανακαλύπτουμε μια όαση. Και βέβαια, η εικόνα δεν ανατρέπεται· η Όαση προϋποθέτει την έρημο. Άλλο τόσο, αν η αλληλογραφία που βλέπει τώρα το φως πρόσφερε μόνο ένα πρόσθετο βιογραφικό στοιχείο, δεν θα είχε παρά το νόημα της πολύ γνωστής φιλολογικής αδιακρισίας. Αλλά ούτε γι’ αυτό πρόκειται εδώ: όχι μόνο τα κείμενα τα ίδια -ή τουλάχιστον ορισμένα από αυτά- είναι από τα πιο άρτια της νεανικής παραγωγής του Ουράνη, αλλά και συνεπάγονται μια νέα ανάγνωση του συνολικού έργου του. Παραπέμποντάς μας σε ορισμένα ποιήματα που είχαμε παραβλέψει ή παρανοήσει, αποκαλύπτουν ότι η ποιητική ιδιοσυγκρασία του Κώστα Ουράνη δεν είναι ή δεν είναι μόνο του είδους που πιστεύαμε ως σήμερα.

Ὁ Ταΰγετος
Κανένα βουνὸ ἀπ᾿ ὅσα εἶδα στὴ ζωή μου – ἀπὸ τὸ Μὸν Μπλὰν μὲ τὰ – αἰώνια ἀπάτητα χιόνια ἴσαμε τὶς πιὸ ἄγριες ἱσπανικὲς «σιέρρες» δέ μου ἔκανε ποτὲ τὴν ἐντύπωση ποὺ αἰσθάνθηκα, ποὺ δέχθηκα, κατάστηθα θὰ ἔπρεπε νὰ πῶ, ὅταν ἀπὸ μία ψηλὴ καμπὴ τοῦ ἁμαξιτοῦ δρόμου πρὸς τὴ Σπάρτη ἀντίκρισα τὸν Ταΰγετο σ᾿ ὅλο τοῦτο ἐπιβλητικὸ ὕψος. Δὲ φανταζόμουν ποτὲ ὅτι θὰ ὑπῆρχε βουνὸ μὲ τέτοιο χαρακτῆρα, τέτοιαν ἀτομικότητα. Ἡ εἰκόνα του ἦταν ἄφθαστα μεγαλοπρεπής. Παρουσιάζεται στηριγμένος σὲ τεράστιες, συμπαγεῖς πλαγιές, παρόμοιες μὲ στηρίγματα τειχῶν, χρώματος μὸβ καὶ μολυβένιου, καὶ «οἱ κορφές του, ποὺ ἔχουν σχήματα πυραμίδων ξεκόβονται στὸ γαλανὸ οὐρανὸ κατακάθαρα καὶ σκληρά. Δὲν ὑπάρχουν, ὅπως συμβαίνει μ᾿ ἄλλα ψηλὰ βουνά, μικρότερες βουνοσειρὲς νὰ τὸν μισοκρύβουν καὶ νὰ ἐμποδίζουν ν᾿ ἀγκαλιάσει κανεὶς μὲ μιὰ ματιὰ ὁλόκληρο τὸ ὕψος του. Ἀπὸ τὴν κοιλάδα τῆς Σπάρτης, ὅπου κάνει φιδίσιους ἑλιγμοὺς ὁ Εὐρώτας, καὶ ποὺ ἁπλώνεται σὰ μιὰ θάλασσα πρασινάδας, ὁ Ταΰγετος σηκώνεται ἀνεμπόδιστος, ἴσιος, ὥριμος καὶ δυνατὸς μὲ μία περήφανη ἀνάταση – ἴσαμε τὸ ὕψος τῶν χιονοσκεπασμένων κορυφῶν του. Καθὼς ἐμφανίζεται ἔτσι, δὲ δίνει μόνο μιὰ ἐντύπωση μεγαλείου, ἀλλὰ καὶ μία βαθιὰ συγκίνηση.

Δὲν τὸν φαντάζεται κανεὶς ἄψυχο: παγερὴ αἰωνιότητα ὕλης. Καθὼς ὑψώνεται θεόρατος καὶ δυνατός, σκιάζοντας τὴ μεγάλη πεδιάδα, φαντάζει σὰ μιὰ ἔμψυχη παρουσία, σὰ νὰ εἶναι ὁ τιτανικὸς φρουρός της – καὶ δίνει πραγματικὰ τὸ μάθημα ἐκεῖνο τῆς ἐνέργειας καὶ τῆς δύναμης, ποὺ ἔνοιωσε ὁ Μωρὶς Μπαρρές, ὅταν τὸν εἶδε καὶ μὲ τὸ ὁποῖο ἐξήγησε τὸ πολεμικὸ θαῦμα τῆς ἀρχαίας Σπάρτης. Ἀληθινά, ἀφοῦ δεῖ κανεὶς τὸν Ταΰγετο, ἐννοεῖ καλύτερα, ἐννοεῖ ἐντελῶς, πὼς ὑπῆρξε ἡ φυλὴ αὐτὴ περήφανη, ἡ ἐξαίσια ἀνδρική, ἡ λιτή, ἡ αὐστηρὴ καὶ πολεμόχαρη, ποὺ ἔζησε στὴν κοιλάδα αὐτὴ τῆς Σπάρτης χωρὶς νὰ νοιώσει ποτὲ τὴν ἀνάγκη νὰ περιτειχίσει Ἀκροπόλεις γιὰ νὰ καταφεύγει σ᾿ αὐτὲς σὲ ὧρες ἐχθρικῶν ἐπιδρομῶν. Οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἀντίκριζαν καθημερινὰ τὸν Τιτᾶνα αὐτὸν ποὺ λέγονταν Ταΰγετος, ποὺ ἀνέπνεαν τὸν ἀέρα ποὺ κατεβαίνει ἀπὸ τὶς κορυφές του, ποὺ αἰσθάνονταν ὄχι τὸ βάρος του πάνω στὴν πεδιάδα τους, ἀλλὰ τὸ ἀγέρωχο ὕψος του, δὲν ἦταν δυνατό, στὶς ἐποχὲς ἐκεῖνες τῶν πολέμων καὶ τῶν στενῶν πατρίδων, νὰ μὴ ἀναπτυχθοῦν σὲ χαλύβδινους καὶ περήφανους πολεμιστὲς καὶ νὰ μὴ θέσουν τὴ φυλή τους ἀνώτερη καὶ ἀπὸ τὸν πολιτισμὸ τῶν Ἀθηνῶν …

Ἄλλοτε, πρὶν δῶ ἀκόμα τὸν Ταΰγετο, θεωροῦσα κι ἐγώ, μαζὶ μὲ ὅλους τοὺς ἄλλους, κατώτερη τὴ φυλὴ αὐτὴ ποὺ χάθηκε ἀπὸ τὸ πρόσωπο τῆς γῆς χωρὶς νὰ ἀφήσει στοὺς αἰῶνες τίποτα γιὰ νὰ θυμίζει τὴ διάβασή της: οὔτε ναό, οὔτε ἕνα ἔργο τέχνης. Τώρα αἰσθάνομαι ὅτι oι Σπαρτιᾶτες «ἄφησαν» ὡς μνημεῖο τους τὸν Ταΰγετο γιατὶ, ἐμπνεόμενοι ἀπὸ τὴν περήφανη παρουσία του, ὕψωσαν σὰν τὴν ψυχή τους ἴσαμε τὴν ψηλότερη κορφή του κι ἔγιναν ἕνα μ᾿ αὐτόν…
(ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο «Ταξίδια στην Ἑλλάδα»)

Ταξίδια στην Ελλάδα
Τα «Ταξίδια στην Ελλάδα» αναφέρονται στην Ελλάδα. Δεν έχουν όμως τίποτα το documentaire, δεν εικονίζουν την Ελλάδα της εποχής μεταξύ δύο πολέμων. Είναι εντυπώσεις καθαρά υποκειμενικές και, τις περισσότερες φορές, συναισθηματικές. Ο τόνος σ’ αυτές δεν είναι σε ό,τι είδα, αλλά στο τι αισθάνθηκα μπροστά σε ό,τι έβλεπα. Εκφράζουν τα «κινήματα» της ψυχής και της φαντασίας που μου προκαλούσαν τα μέρη που επισκεπτόμουν.

Ταξίδια: Ισπανία – ήλιος καί σκιά
Ταξιδεύοντας στην Ισπανία, είναι σα να γυρνάτε σ’ εποχές περασμένες. Στις άλλες χώρες της Ευρώπης, η σύγχρονη ζωή πλημμυρίζει από παντού τα μνημεία που άφησαν οι αιώνες – και τα εκμηδενίζει. Τα κάνει να μοιάζουν μ’ απομονωμένα νησάκια, έρημα και βουβά, που υψώνονται εδώ και εκεί μέσα σε μιαν απέραντην έκταση ζωντανών νερών. Αυτά ακόμα που διατηρούνται ακέραια δεν μεταδίνουν κανέναν παλμό ζωής. Ανήκουν στην αρχαιολογία ή στην ιστορία. Χρειάζεται κανείς πολλές γνώσεις και περισσότερη φαντασία για να ζωντανέψει τη σιωπή τους, για να τα ξαναβάλει στο αρχαίο τους πλαίσιο. Στην Ισπανία όμως συμβαίνει το αντίθετο: ότι δίνει την εντύπωση του μακρυνού και του ξένου, ότι προκαλεί την περιέργεια και την έκπληξη είναι το παρόν…

Ταξίδια: Γλαυκοί Δρόμοι – Βορινές θάλασσες
Οι ταξιδιωτικές αυτές εντυπώσεις που παρουσιάζω σήμερα δεν έχουν καμιά επικαιρότητα. Ούτε είχαν τότε που γράφτηκαν – εδώ και δεκαπέντε χρόνια. Δεν είμαι από τους ανθρώπους που τους σπρώχνει να ταξιδεύουν η περιέργεια να δουν «πολλών ανθρώπων άστεα» ή που ενδιαφέρονται να γνωρίσουν τις συνθήκες της ζωής ενός ή άλλου λαού και τα χαρακτηριστικά της. Το ταξίδι για μένα ήταν πάντα – και αποκλειστικά – ένα μέσο διαφυγής από τη σύγχρονη ακριβώς ζωή: τον πυρετό, τις ανησυχίες, τα προβλήματα – και τη ρουτίνα της… Ο λόγος που μ’ έκανε να τις εκδώσω είναι ο ίδιος που μου υπαγόρεψε τα ταξίδια μου. Είναι για να δώσω μ’ αυτές ένα μέσο διαφυγής σ’ όσους νοιώθουν – σήμερα πιο πολύ παρά ποτέ – την ανάγκη να ξεχάσουν για λίγο τις καταθλιπτικές συνθήκες της σύγχρονης ζωής – μιας ζωής που της έχει λείψει κάθε χαρά και κάθε ασφάλεια…

Ποίηση
Σαν όνειρα (1909)
Spleen (1912)
Νοσταλγίες (1920)
Ποιήματα (1953)

Διηγήματα
Αναβίωση (1955)

Δοκίμια – Μελέτες – Κριτική
Κάρολος Μπωντλαίρ (1918)
Δικοί μας και ξένοι Ι – Μπωντλαίρ, Σατωμπριάν, Μπαϊρον, Πορτογάλοι ποιητές (1954)
Δικοί μας και ξένοι ΙΙ – Αχιλλεύς Παράσχος, Καβάφης (1955)
Δικοί μας και ξένοι ΙΙΙ (1956)
Δικοί μας και ξένοι (1954-1956)
Αποχρώσεις (1956)
Στιγμιότυπα (1958)
Ένα ειδύλλιο – 36 ανέκδοτες επιστολές (1992)

Ταξιδιωτικά
Sol y Sombra, Μορφές και τοπεία της Ισπανίας (1934)
Σινά, το Θεοβάδιστον Όρος (1944)
Γλαυκοί Δρόμοι (1947)
Ταξίδια στην Ελλάδα (1949)
Ταξίδια: Ιταλία (1953)
Ταξίδια: Ισπανία – ήλιος καί σκιά (1954)
Ταξίδια: Γλαυκοί Δρόμοι – Βορινές θάλασσες (1955)
Ταξίδια: Ελλάδα (1956)
Ταξίδια: Από τον Ατλαντικό στη Μαύρη Θάλασσα (1957)

Βιογραφίες
Αχιλλεύς Παράσχος (1944)

Συλλογικά έργα
Η χαμηλή φωνή (1990)
Κούλας Πράτσικα έργα και ημέρες (1991)
Ανθολογία λογοτεχνικών κειμένων για το Άγιον Όρος (2000)
Βόλος: Μια πόλη στη λογοτεχνία (2001)
Ποιητές του μεσοπολέμου (2004)
Κυριακές μες στο χειμώνα (2006)
Ανθολογία της ελληνικής ποίησης (20ός αιώνας) (2007)
Η ελληνική ποίηση του 20ού αιώνα (2008)
3.000 χρόνια ελληνική ερωτική ποίηση (2008)
Η νεοελληνική ερωτική ποίηση (2010)

Μεταφράσεις
Mark Twain, Χιουμοριστικά διηγήματα
Pierre Louÿs, Η Αφροδίτη, αρχαία ήθη (1921)
Edgar Allan Poe, Το κοράκι. Nevermore (2008)

Πηγές: BIBLIONET, Βιβλιοπωλείον της Εστίας

Επισκέψεις: 94