Μίμης Κούρτης

Ο Μίμης Κούρτης γεννήθηκε στις 10 Μάη του 1961, στο ορεινό χωριό της Λευκάδας, την Εγκλουβή.
Στην τρίτη γυμνασίου έλαβε μέρος σε πανελλήνιο διαγωνισμό και πήρε τη 10η θέση ανάμεσα σε 526 συμμετέχοντες.
Στη δευτέρα λυκείου, σε διαγωνισμό του γραφείου εκπαίδευσης Πρέβεζας-Λευκάδας με θέμα τη μάνα, κέρδισε την πρώτη θέση.
Τέλειωσε το Α΄ Λύκειο Λευκάδας, και δούλεψε για πέντε χρόνια στον εκδοτικό οίκο «Αστήρ» Παπαδημητρίου. Εκεί είχε την τύχη να γνωρίσει ανθρώπους του πνεύματος και τα έργα τους. Ευλογημένη η στιγμή που γνώρισε τον Ι.Μ. Παναγιωτόπουλο, που διάβασε πρώτος ποιήματά του.
Από το 1987 και για είκοσι επτά ολόκληρα χρόνια, εργάστηκε στο νοσοκομείο «Ευαγγελισμός» ως νοσοκόμος.
Παράλληλα και για δώδεκα χρόνια, υπηρέτησε τον ιστορικό Πανιώνιο ως έφορος στο τμήμα ενόργανης γυμναστικής.
Το καλοκαίρι του 2017 διοργάνωσε μια εξαιρετικά πετυχημένη, ομαδική έκθεση ζωγραφικής στη Λευκάδα και την Εγκλουβή, στην οποία πήραν μέρος είκοσι έξι εικαστικοί, που εμπνεύστηκαν από την πρώτη του ποιητική συλλογή «Γι’ αυτούς που χάσανε νωρίς».
Στις 4 Νοέμβρη του 2017 κέρδισε τιμητική διάκριση στον διεθνή διαγωνισμό ποίησης, που διοργάνωσε το περιοδικό Λόγου, Τέχνης και Πολιτισμού ΚΕΛΑΙΝΩ.
Το 2017 εκπροσώπησε τη Λευκάδα στην ποιητική βραδιά που οργάνωσε η Ιόνιος Βιβλιοθήκη της Ένωσης Επτανησίων Ελλάδος, με θέμα «Περί δαίμονος και άλλων Ερώτων» και αφορούσε τη σύγχρονη Επτανησιακή Ποίηση.
Πηγή: paron.gr

Βιβλιοκριτική
Ο Μίμης Κούρτης, καταγόμενος από το χωριό Εγκλουβή Λευκάδας, μετά την εφηβεία, κι αφού έχει εσωτερικεύσει την τοπική παράδοση του λαϊκού πολιτισμού της Λευκάδας, σε όλες τις εκφάνσεις και τις εκδηλώσεις της, έρχεται στην Αθήνα, όπου και θα εγκατασταθεί συγκροτώντας τη νέα, ενήλικη πια, ζωή του. Το χωριό του, είναι περιοχή με μεγάλο υψόμετρο 730 μέτρα, στην ορεινή ενδοχώρα του νησιού της Λευκάδας, με έντονη και ακόμα ζώσα, την παράδοση του προφορικού πολιτισμού. Επώνυμοι λαϊκοί ποιητές, δημοτικό τραγούδι, στην τριμερή του σύσταση: λόγος, μουσική, χορός. Ικανοί οργανοπαίχτες που συχνά μελοποιούν δικά τους τραγούδια (Σ. Βρεττός, Οι λαϊκοί ποιητές της Λευκάδας 1900-1985 ως κοινωνικό φαινόμενο, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 1990, σ. 51-52). Και μεταπολεμικά, μετά την εισβολή και διάδοση της τεχνολογίας των μέσων ψυχαγωγίας (ραδιόφωνο, κι αργότερα τηλεόραση), το λαϊκό τραγούδι των πόλεων, εξέλιξη του δημοτικού με όλα τα χαρακτηριστικά της ελληνικής κουλτούρας, αλλά και τις επιδράσεις του ρεμπέτικου, κι αργότερα του ινδικού τραγουδιού, γίνονται κτήμα των κατοίκων της υπαίθρου καθώς αφομοιώνουν πια και το νέο που έρχεται να διεισδύσει στην παράδοσή τους και να τους εγκλιματίσει σε άλλα ακούσματα, συγχωνεύοντας το παρελθόν με τις συνέχειες και τους εκσυγχρονισμούς του.
Ο Μίμης Κούρτης, ανήκει στη γενιά που θα μοιράσει τις πολιτισμικές της εμπειρίες ανάμεσα στον παρατεταμένο επίλογο του προφορικού πολιτισμού της υπαίθρου και στην άνθιση των νέων αστικών πολιτισμικών εμπειριών, που τους παρέχεται στην πόλη της Λευκάδας αρχικά, στην Αθήνα μετά τη γυμνασιακή φοίτηση. Οι γυμνασιακές σπουδές θα επηρεάσουν οπωσδήποτε τον πνευματικό και μορφωτικό τους ορίζοντα, και θα τους επιτρέψουν τη μέθεξη με μορφές αστικής δημιουργίας. Αυτό το στοιχείο, μεταιχμιακής μετάβασης από το αγροτικό στον αστικό περιβάλλον, περνάει τόσο ως μορφή, όσο και ως περιεχόμενο στα ποιήματά του. Πολλά απ’αυτά είναι περισσότερο τραγούδια-στίχοι πλασμένοι με τους καημούς και τα πάθη της ψυχής του δημιουργού τους-τόσο κοινά με των πολλών ανθρώπων-, που δεν θα βρουν πραγματική διέξοδο παρά με τη μελοποίησή τους και το έρρυθμο μοίρασμα.

Δύο βασικοί άξονες κυριαρχούν στα έμμετρα ποιήματα του Μίμη Κούρτη: ο έρωτας και ο θάνατος, βιολογικός και συν-αισθηματικός. Στον δεύτερο ανήκει ο θάνατος αγαπημένων προσώπων (του πατέρα, της μάνας, του μικρού αδελφού που δεν γνώρισε-λυρικό μοιρολόγι υψηλής ευαισθησίας το αφιερωμένο σ’αυτόν εισαγωγικό ποίημα) αλλά και ο πόνος από την εγκατάλειψη, τη δημογραφική αποψίλωση των χωριών, το θάνατο της βουβής πια γειτονιάς. Δηλώνεται με αντιθέσεις ηχηρές, το πριν, το τώρα-η μοναξιά του παρόντος και η ιδανικευτική, τουλάχιστον ρομαντική, εικόνα του παρελθόντος. Φαίνεται να υποτάσσεται ευχαρίστως στη μελαγχολική μαγεία του παρελθόντος, να ζει αυτό που δεν είναι απλώς το παρόν αλλά «η παρούσα στιγμή του παρελθόντος», έχοντας ταυτόχρονα συνείδηση του παρόντος.

Τα ερωτικά ποιήματα, όπου υπάρχει και εδώ ένα είδος τέλους, «θανάτου», παραπέμπουν στο τραγούδι, στο λαϊκό τραγούδι και στους εκφραστικούς τρόπους με τους οποίους αυτό, εναρμονισμένο στο ύφος της αστικής λαϊκής μουσικής, μάς πρόσφερε την τραυματική εμπειρία του έρωτα (προδομένου, πολύπαθου, ανεκπλήρωτου, χωρίς ανταπόκριση). Το ερωτικό στοιχείο, διάχυτο με τη γενικότερη, ακόμα και την αρχαιοελληνική σημασία του, και τη «μεταφυσική», οργανώνει και αναπτύσσει τον παλμό της αισθαντικότητας του δημιουργού, μετατρέποντας την εμπειρία σε συναίσθημα και το συναίσθημα σε «συμβάν». Γεμάτα με τέτοιου είδους «συμβάντα» είναι τα ποιήματα του Μίμη Κούρτη, πίσω από τα οποία ζουν υπάρξεις και ένζωες οντότητες του παρελθόντος και του παρόντος του- στα πιο πρόσφατα ποιήματά του-. Και περιβάλλονται από τη συγκινησιακή υπερβολή των μεταπλάσεων της σκέψης και της φαντασίας του, σε διαλόγους με τον εαυτό τους, με τα πράγματα. Πρόσωπα-δημιουργοί, ο παρών χρόνος εμπειριών και προσώπων, θαυμαστικοί τόνοι για το έργο που δημιουργούν, μια υποκειμενική βίωσή του, κράμα μυθοποιημένης πρόσληψης και μνήμης, και πάλι εκτροπές στα ειδύλλια του παρελθόντος-τόσο ανάκατα στην κατάταξη όσο και στη σκέψη του, λυρικά αφιερώματα. Συχνά, στα πιο πρόσφατα ποιήματα, εγκαταλείπει την έμμετρη μορφή και παραθέτει σκέψεις οργανωμένες πεζολογικά γύρω από το θέμα του, αναβαθμοί μιας εξέλιξης, την οποία παρατηρούμε συχνά και στων λαϊκών ποιητών την ποίηση. Αν και εδώ έχουμε κυκλική πορεία, από τον έμμετρο στίχο στον απελευθερωμένο και επιστροφή ακανόνιστη στον έμμετρο ξανά.
Ευδιάκριτα είναι τα λαϊκότροπα μοτίβα και οι νατουραλιστικές εικόνες, όπου η φύση δεν είναι απλώς το περιέχον αλλά μια ζωντανή οντότητα που συμμετέχει, συμπάσχει στο ανθρώπινο πάθος, όπως η παράδοση του δημοτικού τραγουδιού έχει διαμορφώσει τη συγκίνηση και την αισθαντικότητα των κατοίκων των χωριών μας. Υφαίνεται έτσι, ένα μυθικό πλαίσιο μέσα στο οποίο εναποτίθενται σε ταυτίσεις και παραλληλίες, εποχές, δέντρα, λουλούδια, με συναισθήματα ηχηρά, τραύματα και πληγές της ευαίσθητης ψυχής, πιο τονισμένα στο αστικό λαϊκό τραγούδι. (Στίχους του αναμιμνήσκεται και επικαλείται στα ποιήματά του ο Μίμης Κούρτης). Και απηχούν μια λαϊκή στις απαρχές της βιοθεωρία, που θα συνθέτει τη λύπη με την ομορφιά της, τη μοναξιά με τη δημιουργία, το θάνατο με την εγκαρτέρηση, τον έρωτα με τις διαψεύσεις του, τη ζωή με τον ακατάβλητο αγώνα της. Κι όλα μαζί υφαίνουν τον ιστό διαφορετικών εμπειριών ζωής και σκέψεων που υποτάσσονται σε μια κοινή εμπειρία συγκίνησης. Του ίδιου του δημιουργού και των αποδεκτών του. Γιατί έργο του ποιητή δεν είναι να ανακαλύψει νέες συγκινήσεις. Έργο του ποιητή είναι να ανακαλύψει και να πορευτεί στην αλήθεια των δικών του συγκινήσεων και συναισθημάτων. Και τότε είναι βέβαιο ότι θα συναντήσει στο δρόμο του πολλούς συνοδοιπόρους ν’ακολουθήσουν τον ρυθμό της ψυχής του. Θα το πετύχει ο Μίμης Κούρτης στην ωραία πορεία της έμπνευσής του.
Παρασκευή Κοψιδά-Βρεττού
Διδάκτωρ Φιλολογίας- Συγγραφέας
Πρόεδρος Συνδέσμου Φιλολόγων Λευκάδας

Γι’ αυτούς που χάσανε νωρίς – Μίμης Κούρτης
Αρισταρέτη, 2016
«Ήσουν και είσαι»
Ήσουν τριαντάφυλλο, που ανθούσε το Γενάρη
και παπαρούνα, που ριζώνει στο γιαλό.
Ήσουν, σε νύχτες θλιβερές, λαμπρό φεγγάρι
και στις φουρτούνες κύμα ήσουν απαλό.
Μα τώρα, είσαι δειλινό συννεφιασμένο,
βουβή καμπάνα σ’ εκκλησιά ερημική.
Είσαι ένας στίχος σε τραγούδι λυπημένο,
ένας αθώος που ’ναι μες στη φυλακή.
Ήσουν δροσιά του κουρασμένου του διαβάτη,
κρύο νερό που ξεδιψούσαν τα πουλιά.
Ήσουν ελπίδα στου αρρώστου το κρεβάτι
και γλάστρα στου φτωχού την αγκαλιά.
Μα τώρα, είσαι πρωινό χωρίς τραγούδια,
πίκρα που στάλαξε στα χείλη της αυγής.
Είσαι ένας κήπος αδειανός, χωρίς λουλούδια,
κίτρινο φύλλο που ’χει πέσει καταγής.
132 σελ.

Της αλμύρας λόγια – Μίμης Κούρτης
Δύσκολο να πιστέψεις ιστορίες για παιχνίδια που έπαιξε η ίδια η ζωή. Πιο δύσκολο να χειριστείς τα λόγια των ανθρώπων που αφηγούνται τις περιπέτειές τους. Μα πιο επίπονο και ψυχοφθόρο είναι να καταγράψεις αλήθειες βγαλμένες από τα μύχια της ψυχής των ανθρώπων που τις βίωσαν.
Και στις δέκα ιστορίες η αλήθεια έχει τον πρώτο λόγο. Αποζημίωση μεγάλη, η λύτρωση στο βλέμμα των πρωταγωνιστών μόλις τελειώνουν τις ιστορίες τους. Λύτρωση, που πιστεύω να νιώσει και ο αναγνώστης διαβάζοντας τις ιστορίες του βιβλίου.

Διηγήματα
Της αλμύρας λόγια (2018), Οσελότος

Ποίηση
Γι’ αυτούς που χάσανε νωρίς (2016), Αρισταρέτη

Πηγές: BiblioNet, Αρισταρέτη, Οσελότος

Επισκέψεις: 14