Μυθιστόρημα


Το μυθιστόρημα είναι πεζογραφικό αφηγηματικό είδος της λογοτεχνίας. Ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του είδους αυτού αποτελούν η εκτεταμένη (πολυσέλιδη) πεζή αφήγηση, η ύπαρξη του «μύθου» (που στα μυθιστορήματα αναπτύσσεται σε πολλά και διαφορετικά επίπεδα) και «η ιστορία» – δηλ. η πραγματικότητα. Η διαπλοκή του μύθου με τα γεγονότα δημιουργεί την πλοκή του μυθιστορήματος, η οποία μπορεί να εξελιχθεί σε πολλά επίπεδα τόσο σε πλάτος όσο και σε βάθος. Τα μυθιστορήματα επίσης, κατά κανόνα, είναι πολυπρόσωπα και οι χαρακτήρες του έργου συνήθως αναλύονται σε βάθος. Το μυθιστόρημα είναι εξαιρετικά σύνθετο είδος: μέσα του συνδυάζονται στοιχεία από το έπος, την τραγωδία και την κωμωδία, την ερωτική ποίηση, την ιστορία, τη βιογραφία, τη ρητορεία, την εθνογραφία, τις ταξιδιωτικές περιγραφές κ.ά. Το μυθιστόρημα – λόγω όλων αυτών των ιδιοτήτων ξεχωρίζει ευδιάκριτα από το διήγημα, ωστόσο οι διαφορές από την τρίτη μορφή του έντεχνου πεζού αφηγηματικού λόγου, την νουβέλα, είναι περισσότερο δυσδιάκριτες.
Μια συνηθισμένη σημερινή πρακτική, είναι το κάθε έργο να ταξινομείται στο ανάλογο πεζογραφικό είδος από την έκταση του κειμένου. Δηλαδή, έκταση κειμένου μέχρι 100 σελίδες θεωρείται διήγημα, από 100 έως 300, νουβέλα και από 300 σελίδες και περισσότερο μυθιστόρημα. Στις περισσότερες δυτικο-ευρωπαϊκές γλώσσες χρησιμοποιείται ο όρος “Roman” ο οποίος προέρχεται από τον μεσαιωνικό όρο “Romance” που σημαίνει Μυθιστορία, ενώ η αγγλική λέξη για το μυθιστόρημα “Novel” προέρχεται από την ιταλική “Novella” (μικρό και νέο) – όρο της Ιταλικής Αναγέννησης.
Στην Ελλάδα, ο Αδαμάντιος Κοραής ήταν αυτός που πρωτοχρησιμοποίησε την λέξη μυθιστόρημα.
Τα μυθιστορήματα διακρίνονται σε διάφορα είδη, ανάλογα με την θεματολογία αλλά και τη μορφή του περιεχόμενου τους, όπως Ιστορικό, Επιστολικό, Κοινωνικό, Αστυνομικό και άλλα.

Οι πρώτες μορφές μυθιστορηματικής αφήγησης
Στις αρχαιότερες παραδόσεις των λαών μπορούμε να βρούμε δείγματα του είδους του μυθιστορήματος, αν και όχι με την σύγχρονη μορφή του.
Από την αρχαιοελληνική γραμματεία συναντάμε μυθιστορήματα από το τέλος του 2ου αιώνα π. Χ. που όμως δεν έχουν διασωθεί. Αντίθετα, σωζόμενα έργα έχουμε κατά τους Ελληνορωμαϊκούς χρόνους. Τα έργα αυτά είναι συνήθως μακροσκελείς αφηγήσεις περιπετειών των ηρώων. Το κύριο θέμα συχνά, είναι ο έρωτας και τα προβλήματα που δημιουργεί. Δείγμα αυτής της θεματολογίας είναι το μυθιστόρημα «Τὰ περὶ Χαιρέαν καὶ Καλλιρρόην» του Χαρίτωνα από την Αφροδισιάδα της Καρίας. Το έργο τοποθετημένο την περίοδο του Πελλοπονησιακού πολέμου παρουσιάζει την ιστορία του έρωτα της Καλλιρόης (κόρης του στρατηγού Ερμοκράτη των Συρακουσών) και του Χαιρέα (γιός πολιτικού αντιπάλου του στρατηγού).
Προς το τέλος του 1ου μ.Χ., γράφεται ένα ακόμα γωνστό σε εμάς μυθιστόρημα, το «Τὰ κατ΄ Ἄνθειαν καὶ Ἁβροκόμην ἐφεσιακά» του Ξενοφώντα από την Έφεσο, που πάλι με βάση τον έρωτα δημιουργούνται οι καταστάσεις που εξιστορούνται.
Σημαντικός μυθιστοριογράφος της εποχής του τέλους του 2ου αι. μ.Χ. είναι ο Αχιλλέας Τάτιος από την Αλεξάνδρεια που έγραψε δημοφιλή (τον καιρό του) μυθιστορήματα. Αυτό που διασώθηκε μέχρι τις μέρες μας είναι το έργο «Τα κατά Λευκίππην και Κλειτοφώντα». Το μυθιστόρημα παρουσιάζει την πρωτοτυπία να διηγείται την ιστορία του έρωτα των δυο νέων, έμμεσος αφηγητής, (ένας νέος ο οποίος εξιστορεί στον συγγραφέα την ιστορία που διαβάζουμε).

Το πιο γνωστό μυθιστόρημα εκείνης της περιόδου ωστόσο, είναι τα «Αἰθιοπικά», του Ηλιόδωρου από την Έμεσα. Η ιστορία αφηγείται και πάλι τον έρωτα δυο νέων, της Χαρίκλειας κόρης του βασιλιά της Αιθιοπίας και του Θεσσαλού αθλητή Θεαγένη, που ύστερα από πολλές περιπέτειες, δυστυχίες και ανατροπές μέχρι το αίσιο τέλος. «Αναμφισβήτητα, ο Ηλιόδωρος είχε ταλέντο: επινόησε την πλοκή, ταχτοποίησε την ύλη, ζωντάνεψε τα πρόσωπα, δημιούργησε δραματικές καταστάσεις – όλα με αξιοπρόσεχτη αφηγηματική μαστοριά. Είναι πραγματικά κρίμα που η αττικιστική γλώσσα και το συνακόλουθο επίπλαστο ύφος εμείωναν την αξία ενός έργου που ωστόσο η επιτυχία του και η επίδρασή του ήταν για πολλούς αιώνες μεγάλη.»
Άλλα μυθιστορήματα που έχουν διασωθεί είναι τα :
«Νίνος» ανωνύμου, (έχουν διασωθεί αποσπάσματα), 1ος αι. π.Χ.
‘«Μητίοχος και Παρθενόπη» ανωνύμου, (αποσπάσματα), 1ος αι. μ.Χ.
«Ιόλαος», ανωνύμου, (αποσπάσματα), 1ος αι. μ. Χ.
«Τὰ ὑπὲρ Θούλην άπιστα» του Αντώνιου Διογένη, 1ος ή 2ος αιώνας μ.Χ.
«Βαβυλωνιακά» του Ιάμβλιχου από τη Συρία (σε περίληψη), τέλη 2ου αι. μ .Χ.
«Τα κατὰ Δάφνιν καὶ Χλόην» του Λόγγου από τη Μυτιλήνη, 2ος ή 3ος αι.
Παράλληλα με την ελληνική, και η λατινική γραμματεία, έδωσε σημαντικά δείγματα του είδους, με κορυφαία το «Σατυρικόν» του Πετρώνιου, που σε 16 βιβλία περιέγραψε τη ζωή και τους ανθρώπους της εποχής του Νέρωνα και ο Απουλήιος που έγραψε τις «Μεταμορφώσεις» (μεταγενέστερος τίτλος «Ο χρυσός γάιδαρος»), ένα πολύ δημοφιλές έργο την εποχή του, το μόνο λατινικό μυθιστόρημα που έχει διασωθεί ολόκληρο.

Το μεσαιωνικό και αναγεννησιακό μυθιστόρημα
Στην Ιαπωνία του 11ου αιώνα μ.Χ. συναντάμε το έργο που έχει χαρακτηριστεί ως το πρώτο σύγχρονο μυθιστόρημα, και δεν είναι άλλο από το Η ιστορία του Γκέντζι της Γιαπωνέζας Μουρασάκι Σικίμπου. Τα πολλά κοινά σημεία του με το σύγχρονο μυθιστόρημα όπως η ύπαρξη ενός κεντρικού ήρωα, η ύπαρξη πολλών δευτερευόντων προσώπων που διαπλέκονται με τον πρωταγωνιστή, χρονική καταγραφή των γεγονότων της ζωής του ήρωα – έκαναν τους ειδικούς να το χαρακτηρίσουν ως το πρώτο σύγχρονο μυθιστόρημα, όπως επίσης ως το πρώτο ψυχολογικό μυθιστόρημα, αφού ασχολείται και με τον εσωτερικό κόσμο του ήρωα.
Κατά τον μεσαίωνα έκανε την εμφάνισή του και το έμμετρο μυθιστόρημα, όπως Το ρομάντζο της Τροίας του Σεντ Μορ (1160). Πλουσιότερη όμως σε παραγωγή μυθιστορημάτων παρουσιάζει η Αναγέννηση. Τώρα κυριαρχεί το βουκολικό μυθιστόρημα, όπως η Αρκαδία (1504) του Ιταλού Σαναζάρο. Το πιο αριστουργηματικό όμως είναι ο Δον Κιχώτης του Ισπανού Θερβάντες (1547 – 1616), που θεωρείται πρωτοποριακό και καινοτόμο. Ακολούθησαν το Γαργαντούας και Πανταγρουέλ του Ραμπελέ (1483 – 1553), Ρόζαλιντ του Τόμας Λοντζ (1558 – 1625) κ.ά. Ο 18ος αιώνας έχει να παρουσιάσει αξιόλογα ονόματα, όπως τον Λε Σαζ, τον Ντάνιελ Ντεφόε, τον Βολταίρο, τον Ζαν Ζακ Ρουσσώ, τον Ντενί Ντιντερό, τον Φρανσουά Πρεβό (Μανόν Λεσκώ), τον Μπερναντέν ντε Σεν Πιέρ.

Το νεοελληνικό μυθιστόρημα
Ελληνική πεζογραφία 1830-1880
Η πεζογραφική παραγωγή των πρώτων δεκαετιών του ελληνικού κράτους ήταν μέχρι πρόσφατα ελάχιστα μελετημένη και υπήρχε η άποψη ότι η ποσότητα των έργων ήταν μικρή και η ποιότητα χαμηλή. Τουλάχιστον ως προς την ποσότητα οι νεότερες έρευνες έχουν δείξει ότι η παραγωγή είναι πολύ πιο πλούσια απ΄ ότι πιστευόταν, και ως προς την ποιότητα έχει αναθεωρηθεί η άποψη ότι τα έργα της περιόδου δεν έχουν καμία σχέση με την σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα.

Στην πεζογραφία της περιόδου κυριαρχεί το μυθιστόρημα. Λιγότερα είναι τα δείγματα διηγημάτων. Κυρίαρχη γλώσσα είναι η καθαρεύουσα, με αρκετές διαβαθμίσεις από απλή καθαρεύουσα, ομιλουμένη των αστικών κέντρων, ως την αυστηρή αρχαΐζουσα. Τα βασικά είδη μυθιστορήματος που καλλιεργούνται είναι το ρομαντικό ερωτικό (συχνά με επιστολική μορφή, όπως ο Λέανδρος του Παναγιώτη Σούτσου) και το ιστορικό μυθιστόρημα. Δεν λείπουν έργα με πιο ρεαλιστικές αναφορές στην σύγχρονη πραγματικότητα, όπως Ο Ζωγράφος, του Γρ. Παλαιολόγου, η Στρατιωτική Ζωή εν Ελλάδι του Χ. Δημόπουλου, ο Πίθηκος Ξουθ, του Ιάκωβου Πιτσιπίου. Εξέχουσα θέση στο σύνολο της παραγωγής κατέχουν τα έργα Πάπισσα Ιωάννα του Ροΐδη και ο Λουκής Λάρας του Βικέλα.

Το μυθιστόρημα
Το μυθιστόρημα είναι το κατ΄ εξοχήν είδος που αναπτύχθηκε τότε. Φυσικά επρόκειτο για νέο είδος, αφού στην προγενέστερη παραγωγή δεν υπάρχουν δείγματα μυθιστορημάτων σε πεζό λόγο, σε αντίθεση με κάποια έμμετρα μυθιστορήματα, ανάμεσα στα οποία ξεχωρίζει ο Ερωτόκριτος. Οι συγγραφείς για να ονομάσουν το είδος χρησιμοποιούσαν τον όρο «μυθιστορία» ή το «ρωμανόν», απόδοσεις του αντίστοιχου γαλλικού όρου romance, και γνώριζαν ότι αυτό το είδος ήταν καινοφανές στα νεοελληνικά γράμματα. Γι΄ αυτό και οι πρώτοι συγγραφείς διεκδικούσαν τα πρωτεία της συγγραφής του πρώτου νεοελληνικού μυθιστορήματος. Ο Παναγιώτης Σούτσος, που δημοσίεσε τον Λέανδρο το 1835, επισήμως είναι ο συγγραφέας του πρώτου νεοελληνικού μυθιστορήματος. Όμως ο Ιάκωβος Πιτσιπιός είχε προαναγγείλει το 1834 τη δημοσίευση μυθιστορίας, που τελικά έγινε το 1839. (Η ορφανή της Χίου ). Τέλος και ο Γρηγόριος Παλαιολόγος διεκδικούσε τα πρωτεία, παρ’ όλο που το έργο του δημοσιεύθηκε το 1839. (Ο Πολυπαθής).

Η πεζογραφία εθεωρείτο εκείνη την περίοδο δευτερεύουσα σε σχέση με την ποίηση, και το μυθιστόρημα πολλοί το απέρριπταν, επειδή πίστευαν ότι ασκούσε βλαβερή επίδραση στα «χρηστά ήθη» , κυρίως γιατί ήταν ξενόφερτο είδος. Γι’ αυτό και οι περισσότεροι συγγραφείς στους προλόγους τους τόνιζαν ότι το έργο τους είχε κυρίως ηθικοπλαστική πρόθεση, ότι σκόπευε να συνδυάσει το τερπνόν (που εδώ ήταν κυρίως η συγκίνηση) με το ωφέλιμον.

Οι επικρίσεις κατά των μυθιστορημάτων δεν έπαυαν όσο το είδος αυτό εξαπλωνόταν. Αντιθέτως, η πληθώρα μεταφράσεων ξένων (κυρίως γαλλικών) έργων, συνετέλεσε στην αύξηση των αντιδράσεων καθώς θεωρήθηκε ότι αυτά ειδικά έβλαπταν τα ήθη και διέφθειραν τους νέους και τις γυναίκες, που ήταν το κατ΄ εξοχήν αναγνωστικό κοινό. Αποκορύφωμα των εκδηλώσεων αυτών ήταν η επίθεση το 1856 από το περιοδικό Αθηνά κατά του περιοδικού Πανδώρα, που δημοσίευε μεταφράσεις μυθιστορημάτων αλλά και πρωτότυπα έργα. Ο εκδότης της Πανδώρας, Νικόλαος Δραγούμης, απάντησε τεκμηριωμένα εξετάζοντας γενικά την ιστορία του μυθιστορήματος, την εξέλιξή του στην Ευρώπη, τα ελληνικά δείγματα και τα δημοσιευθέντα στο περιοδικό του έργα, προσπαθώντας να αποδείξει ότι οι κατηγορίες ήταν αβάσιμες και υπερβολικές. Παρά ταύτα, λίγο καιρό μετά η Πανδώρα διέκοψε τη δημοσίευση μυθιστορημάτων και την αντικατέστησε με ιστορικά αφηγήματα. Σχετική με τις αντιδράσεις αυτές πιθανόν να είναι και η στροφή, από το 1850, στο ιστορικό μυθιστόρημα, καθώς και η μεταγενέστερη απαξίωση σχεδόν του συνόλου της παραγωγής της περιόδου.

Τα πρώτα μυθιστορήματα: ερωτικές περιπετειώδεις αφηγήσεις
Το χαρακτηριστικό των πρώτων μυθιστορημάτων που εκδόθηκαν ήταν η κοινή δομή: αφηγούνταν την ιστορία ενός ζευγαριού ερωτευμένων που ο έρωτάς τους αντιμετώπιζε εμπόδια που δεν τους επέτρεπαν να είναι μαζί. Ως προς την μορφή όμως και την ανάπτυξη του θέματος τα έργα παρουσιάζουν ποικιλία: το πρώτο νεοελληνικό μυθιστόρημα, ο Λέανδρος του Παναγιώτη Σούτσου, είναι επιστολικό μυθιστόρημα που ακολουθεί ξένα πρότυπα όπως το Die Leiden des jungen Werthers toy Γκαίτε και έχει τυπικά ρομαντικά μοτίβα, όπως το μοτίβο της περιπλάνησης, την υπερβολική έκφραση συναισθημάτων, τον θάνατο από θλίψη και την αυτοκτονία. Τα ίδια μοτίβα απαντώνται και σε ένα άλλο επιστολικό μυθιστόρημα που ακολουθεί την ίδια δομή, τον Θέρσανδρο του Επαμεινώνδα Φραγκούδη, αλλά και στο μυθιστόρημα Ο εξόριστος του 1831 του αδερφού του Παναγιώτη, Αλέξανδρου Σούτσου, με την διαφορά ότι ο Εξόριστος δεν έχει επιστολική μορφή και σ’ αυτόν η πλοκή είναι το όχημα για να παρουσιαστούν οι αντιπολιτευτικές ιδέες του συγγραφέα. Σε άλλα έργα όμως επιλέγεται το αίσιο τέλος, όπως στην δημοφιλέστατη τότε Ορφανή της Χίου του Ιάκωβου Πιτσιπιού, η οποία, σύμφωνα με τις δηλώσεις και τις προθέσεις του συγγραφέα, ακολουθεί τις συμβάσεις του περιπετειώδους αρχαιοελληνικού μυθιστορήματος. Ένα ρομαντικό έργο που ξεχωρίζει είναι ο Ζωγράφος, του Γρηγόριου Παλαιολόγου, που βασίζεται μεν σε μία ερωτική ιστορία, αλλά ασκεί με χιούμορ καυστική κριτική στην πολιτική και κοινωνική ζωή και τις συνήθειες των αθηναίων της εποχής (της δεκαετίας του 1830).

Τα ιστορικά μυθιστορήματα
Μετά το 1850 παρατηρείται η τάση της παραγωγής ιστορικών μυθιστορημάτων. Το πρώτο έργο αυτής της ομάδας είναι ο Αυθέντης του Μορέως (1850), του Α. Ρ. Ραγκαβή, που αφηγείται μια ιστορία από τα χρόνια της Φραγκοκρατίας στην Πελοπόννησο, βασισμένη στο Χρονικόν του Μορέως. Η εποχή της βενετοκρατίας στην Κρήτη ενέπνευσε τον Σπυρίδωνα Ζαμπέλιο στο δικό του ιστορικό μυθιστόρημα, τους Κρητικούς γάμους (1871), ενώ στον 17ο αιώνα, αλλά στην τουρκοκρατούμενη Αθήνα, τοποθετείται το μυθιστόρημα Βασιλική, σουλτάνα η Αθηναία (1878), του Νικολάου Μακρή. Στα δύο αυτά μυθιστορήματα το ιστορικό στοιχείο υπερτερεί έναντι της μυθιστορηματικής πλοκής και του μύθου, και από αυτήν την άποψη θεωρούνται αποτυχημένα. Αντιθέτως, περισσότερο ισορροπημένη ανάπτυξη παρουσιάζουν τα εμπνευσμένα από την Τουρκοκρατία και την Επανάσταση του 1821 μυθιστορήματα Η ηρωίς της Ελληνικής Επαναστάσεως (1861) του Στέφανου Ξένου και Κατσαντώνης και Αι τελευταίαι ημέραι του Αλή πασά (1862) του Κωνσταντίνου Ράμφου, που έγιναν πολύ δημοφιλή αναγνώσματα.

Μυθιστορήματα με ιδιαίτερο χαρακτήρα
Από το σύνολο των μυθιστορημάτων της περιόδου ξεχωρίζουν τα έργα Ο Πολυπαθής (1839) του Γρηγορίου Παλαιολόγου, Ο Πίθηκος Ξουθ (1849) του Ιάκωβου Πιτσιπιου, ο Θάνος Βλέκας (1855) του Παύλου Καλλιγά, η Πάπισσα Ιωάννα (1866) του Ροΐδη, η Στρατιωτική Ζωή εν Ελλάδι (1870) του Χαρίλαου Δημόπουλου και ο Λουκής Λάρας (1871) του Δ. Βικέλα.

Ο Πολυπαθής έχει μία ιδιαίτερη θέση γιατί ακολουθεί ένα διαφορετικό λογοτεχνικό πρότυπο, το πικαρικό μυθιστόρημα. Ο κεντρικός ήρωάς του, Αλέξανδρος Φαβίνης, αφηγείται την περιπετειώδη ζωή του και τα ταξίδια του σε πολλές χώρες της Ευρώπης και της Ασίας και εξιστορεί με κωμικό και συχνά ειρωνικό τρόπο όχι μόνο τα παθήματά του, αλλά και τα ήθη των λαών και των ανθρώπων που γνώρισε. Το έργο αντιμετωπίστηκε με αυστηρή κριτική γιατί θεωρήθηκε ότι προέβαλλε αρνητικά πρότυπα που μπορεί να διαφθείρουν τα ήθη και εθεωρείτο χαμένο μέχρι την σχετικά πρόσφατη ανακάλυψη και επανέκδοσή του το 1989.

Κωμικό και σατιρικό περιεχόμενο, καθώς και κάποια πικαρικά στοιχεία έχει και ο ημιτελής Πίθηκος Ξουθ, το δεύτερο έργο του Ιάκωβου Πιτσιπιού, που είναι ωστόσο τελείως διαφορετικό από την Ορφανή της Χίου. Ο συγγραφέας ασκεί κριτική στην ζωή των Ελλήνων αστών μέσω του πιθήκου πρωταγωνιστή, ο οποίος αποδεικνύεται ότι είναι ο διάσημος περιηγητής Μπαρτόλντι που έζησε για πολλά χρόνια μακριά από τους ανθρώπους και απέκτησε χαρακτηριστικά πιθήκου.

Ο Θάνος Βλέκας είναι ένα από τα λίγα έργα της περιόδου που δεν περιέπεσαν στην αφάνεια και δεν καταδικάστηκαν από την σύγχρονη και μεταγενέστερη κριτική, εξαιτίας της ξεχωριστής θεματολογίας του. Είναι ένα από τα πρώτα έργα που άντλησαν την έμπνευσή τους από την καθημερινή ζωή των αγροτών στην ύπαιθρο και γι’ αυτό θεωρήθηκε πρόδρομος της ηθογραφίας και των πεζογραφικών τάσεων που επικράτησαν την επόμενη περίοδο, της γενιάς του 1880. Αφηγείται την ιστορία ενός αγρότη, του Θάνου Βλέκα, και εστιάζει στο πρόβλημα της ληστείας που ταλαιπωρούσε την ελληνική κοινωνία κατά τα μετεπαναστατικά χρόνια. Ο συγγραφέας του, Παύλος Καλλιγάς, ήταν διακεκριμένος νομικός και καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Η Πάπισσα Ιωάννα είναι το πιο γνωστό ίσως έργο της περιόδου, που ξεχωρίζει όχι μόνο και για την τολμηρή επιλογή να αφηγηθεί τον μεσαιωνικό θρύλο για την Πάπισσα Ιωάννα, μια γυναίκα που λέγεται ότι ανέβηκε στον παπικό θρόνο μεταμφιεσμένη σε άντρα , αλλά και για την λογοτεχνική ποιότητα που οφείλεται στο ιδιαίτερο ύφος του Ροΐδη.

Η Στρατιωτική Ζωή εν Ελλάδι είναι ένα μυθιστόρημα που εκδόθηκε ανώνυμα στη Βράιλα της Ρουμανίας το 1870. Αφηγείται τις εντυπώσεις ενός νεαρού από την Κωνσταντινούπολη που έφτασε στην Ελλάδα με ενθουσιασμό για να καταταγεί στον ελληνικό στρατό και αποδίδει με ρεαλιστικό τρόπο την σύγχρονη κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα. Το έργο παρέμεινε άγνωστο μέχρι την πρώτη αναφορά του στην Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας του Κ.Θ. Δημαρά, ο οποίος διατύπωσε και την πρώτη βάσιμη υπόθεση για την ταυτότητα του συγγραφέα, αποδίδοντάς το στον λόγιο Χαρίλαο Δημόπουλο, που ζούσε στην Ρουμανία και δίδασκε στην Ελληνική Σχολή Αρρένων στην Βραΐλα. Η υπόθεση του Δημαρά έχει επαληθευτεί από τις νεότερες έρευνες.

Ο Λουκής Λάρας του Δημήτριου Βικέλα είναι ένα από τα σημαντικότερα έργα αυτής της περιόδου. Πρόκειται για ιστορικό μυθιστόρημα που εκτυλίσσεται στα χρόνια της Επανάστασης του ’21 και αφηγείται την πραγματική ιστορία ενός χιώτη εμπόρου, όπως αυτός την διηγήθηκε στον Βικέλα. Αυτό που το ξεχωρίζει από τα άλλα ιστορικά μυθιστορήματα με θέμα την Επανάσταση είναι η αντιηρωική σκοπιά (ο ήρωας δηλώνει ότι δεν είχε καμία κλίση για τα όπλα και τον πόλεμο), οι χαμηλοί τόνοι και ο ρεαλιστικός χαρακτήρας. Το έργο θεωρήθηκε ήδη από την κριτική της Γενιά του 1880 ως συνδετικός κρίκος ανάμεσα στην πεζογραφία των ρομαντικών χρόνων και την ηθογραφία.

Το διήγημα
Το διήγημα κατά τη συγκεκριμένη περίοδο καλλιεργήθηκε πολύ λιγότερο από το μυθιστόρημα. Τα πρώτα δείγματα διηγημάτων είναι δύο ανώνυμα που αποδίδονται στον Παναγιώτη Σούτσο, το Αναμνήσεις ενός ψιττακού και το ημιτελές Τρισχιλιόπηχος, που δημοσιεύθηκαν το 1833 στην εφημερίδα “‘Ηλιος”, που διεύθυνε ο ίδιος. Διηγήματα είχαν δημοσιευτεί επίσης στο περιοδικό “Ίρις”, υπό την διεύθυνση του Α.Ρ.Ραγκαβή, που δυστυχώς δεν σώζεται. Η πρώτη αυτοτελής έκδοση διηγημάτων έγινε σχετικά νωρίς, το 1845, με το διηγήματα του Ιωάννη Δεληγιάννη. Ο πιο παραγωγικός συγγραφέας διηγημάτων ήταν ο Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής, που εξέδωσε τρεις τόμους (1855, 1857, 1859). Τα διηγήματά του όμως δεν διαδραματίζονται στην Ελλάδα και έχουν μικρή σχέση με την ελληνική πραγματικότητα. Πολλά από αυτά είναι διασκευές ή μεταφράσεις ξένων έργων. Άλλοι διηγηματογράφοι της περιόδου είναι οι Κωνσταντίνος Πωπ, Δημήτριος Αινιάν και Άγγελος Βλάχος.

Τα περιοδικά
Τα μυθιστορήματα και τα διηγήματα της περιόδου δημοσιεύονταν πρώτα σε περιοδικά και αργότερα εκδίδονταν αυτοτελώς. Τα περιοδικά αυτά δεν ήταν λογοτεχνικά με τη σημερινή έννοια του όρου. Ήταν μάλλον περιοδικά εγκυκλοπαιδικά- ποικίλης ύλης που απευθύνονταν σε ευρύ κοινό με στόχο κυρίως να διευρύνουν τις γνώσεις τους. Οι σχετικές με λογοτεχνία ενότητές τους περιελάμβαναν πρωτότυπα ή μεταφρασμένα διηγήματα και μυθιστορήματα και περιηγήσεις.
Κάποια από τα περιοδικά αυτά είναι:
Ευτέρπη (1847-1855)
Πανδώρα (1850-1872)
Θελξινόη (Κωνσταντινούπολη 1855-1857)
Αποθήκη των Ωφελίμων και Τερπνών Γνώσεων (Σύρος, 1847-1848, Κων/πολη 1849)

Η γενιά του 30΄
Οι μυθιστοριογράφοι του μεσοπόλεμου εγκαταλείπουν την ηθογραφία και δίνουν στο μυθιστόρημα πλάτος, βάθος και καθολικότητα, πλαταίνοντας έτσι τα όριά του. Αντιπροσωπευτικοί είναι οι Στρατής Μυριβήλης, Νίκος Καζαντζάκης, Φώτης Κόντογλου, Ηλίας Βενέζης, Άγγελος Τερζάκης,Θανάσης Πετσάλης – Διομήδης, Γεώργιος Θεοτοκάς, Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος, Κοσμάς Πολίτης, Παντελής Πρεβελάκης, Μ. Καραγάτσης, Γ. Δέλιος, Λουκής Ακρίτας, Λιλίκα Νάκου, Τατιάνα Σταύρου.

Οι νεώτεροι
Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο το μυθιστόρημα γνώρισε θαυμαστή καρποφορία στην Ελλάδα. Έγινε το έπος της σύγχρονης ζωής και αποτελεί τη χαρακτηριστικότερη λογοτεχνική εκδήλωση της εποχής μας. Χαρακτηριστικά του είναι η απαλλαγή από τις γλωσσικές προκαταλήψεις και καλλιέργεια της μορφής, εμπλουτισμός με αφθονότερα εσωτερικά στοιχεία και απόδοση της πολυτάραχης σύνθεσης του σύγχρονου ανθρώπου. Οι ρίζες του είναι ριζωμένες βαθιά στα έδαφός μας, ακολουθεί όμως συγχρόνως και τα ρεύματα που κάθε φορά επηρεάζουν το ευρωπαϊκό μυθιστόρημα, προς το οποίο ποιοτικά είναι ισότιμο και ισάξιο. Μυθιστοριογράφος της περιόδου αυτής με διεθνή απήχηση είναι ο Νίκος Καζαντζάκης, ο οποίος με τις μεταφράσεις του Καπετάν Μιχάλη και του Ζορμπά έσπασε το φράγμα της ελληνικής απομόνωσης από τη διεθνή λογοτεχνία.
Πηγές: el.wikipedia.org

Τα 20 + 1 βασικά μυστικά της δημιουργικής γραφής
1. Γραφή ίσον δημιουργία
Η δημιουργική γραφή δεν αναπαριστά απλώς την πραγματικότητα – την επαναδημιουργεί. Έτσι, αλλάζει και τον αναγνώστη αλλά και τον συγγραφέα – είτε παρουσιάζοντας μία πρωτότυπη, διαφορετική, ή πιο βαθιά και ουσιαστική οπτική γωνία, είτε επινοώντας ιστορίες και πλοκές που εκφράζουν με παραστατικό, ζωντανό, γεμάτο αίμα και σάρκα τρόπο, την κοινή ανθρώπινη μοίρα.

2. Ιστορία ίσον αλλαγή
Οι άνθρωποι αλλάζουμε. Αυτό είναι αναπόφευκτο. Όταν διαβάζουμε θέλουμε να μάθουμε το γιατί και το πως, αυτό μας γοητεύει στο καλό γράψιμο, αυτό δεν μας επιτρέπει να αφήσουμε κάτω το μυθιστόρημα ή τη συλλογή διηγημάτων. Γεγονός άξιο να γίνει αφήγηση λοιπόν είναι εκείνο που αλλάζει ριζικά και ουσιαστικά έναν χαρακτήρα προς το χειρότερο ή προς το καλύτερο, που τον μεταμορφώνει, που τον σκοτώνει ή τον βοηθά να αναγεννηθεί.

3. Δύο πόρτες έχει η γραφή
Δομή χαρακτήρων VS Δομή Γεγονότων:
Στην πρώτη η δράση αφορά τον πρωταγωνιστή και τα εμπόδια που συναντά. Η ερώτηση είναι: θα πάρει ο ήρωας αυτό που θέλει; Θα γλυτώσει από την απειλή; Θα επιβιώσει;
Στην δεύτερη υπάρχει ένα μεγάλο γεγονός σε σχέση με το οποίο όλοι αντιδρούν. Εδώ η ερώτηση είναι: Πως το γεγονός στο οποίο αναφερόμαστε θα επηρεάσει τον βασικό και τους δευτερεύοντες χαρακτήρες;

4. Ποιός είναι αυτός ο τύπος;
Χαρακτήρας: Μαζί με την πλοκή και το θέμα ένα από τα τρία βασικά στοιχεία μία καλής ιστορίας, (για πολλούς και το πιο σημαντικό). Η δημιουργία ενός στέρεου, αυθεντικού, πρωτότυπου και ολοκληρωμένου χαρακτήρα είναι εξαιρετικός τρόπος να δημιουργήσεις πλοκή, αρκεί να τον φέρεις σε σημείο να πρέπει να πάρει μία απόφαση, να υπερπηδήσει ένα εμπόδιο ή να αποφύγει μία απειλή. Και βέβαια στο τέλος να έχει αλλάξει.
Η δημιουργία χαρακτήρων είναι πάντρεμα επινόησης αλλά και εμπειρίας. Πραγματικότητας και φαντασίας. Και ποτέ δεν ξεχνάμε: τα πρόσωπα των καλογραμμένων ιστοριών δεν ζητούν να τα θαυμάσουμε αλλά να τα κατανοήσουμε, να τα νιώσουμε. Γι αυτό οι χαρακτήρες της μυθοπλασίας οφείλουν να έχουν ελαττώματα εκτός από προτερήματα. Για να μας πείθουν για την αυθεντικότητά τους.

5. Σε τεντωμένο σκοινί
Όλα είναι θέμα ισορροπιών. Ο πιο εντυπωσιακός και πρωτότυπος χαρακτήρας αν απλώς κάθεται και ρεμβάζει χαζεύοντας την θάλασσα δεν μας προξενεί το ενδιαφέρον. Η πιο ενδιαφέρουσα πλοκή, αν συμβαίνει σε ξενέρωτους, θαμπούς χαρακτήρες, θα μας προκαλέσει μόνο ρηχή περιέργεια. Ο ιδανικός συνδυασμός είναι ολοκληρωμένος χαρακτήρας συν ενδιαφέρουσα πλοκή στην σωστή δοσολογία.

6. Χωρίς αυτά, το χάος
Απαραίτητες πληροφορίες που αρέσκεται να έχει ο ικανοποιημένος αναγνώστης: Τόπος ιστορίας (που). Χρόνος Ιστορίας (πότε). Διάρκεια ιστορίας. Και βέβαια… σύγκρουση, ή στόχος του βασικού ήρωα (ποιός και γιατί). Χωρίς αυτά τα απαραίτητα στοιχεία η δουλειά του συγγραφέα να κρατήσει τον αναγνώστη του από τον λαιμό γίνεται πολύ, πολύ δύσκολη.

7. «Μάρτυς, τι ξέρετε για την υπόθεσή μας;»
Ο αφηγητής – μία τόσο σημαντική απόφαση: Ποιος διηγείται την ιστορία; Ο ίδιος που του συνέβη; Ένας μάρτυρας; Κάποιος που την έμαθε από έναν άλλο; Ο Παντογνώστης συγγραφέας που όλα τα βλέπει και τα ξέρει; Κάποιος που τα διηγείται ενώ συμβαίνουν ή πολύ μετά; Αυτή η τόσο κρίσιμη απόφαση που παίρνει ο συγγραφέας στην αρχή (συνήθως) της διαδικασίας της γραφής μιας ιστορίας καθορίζει ποιος μιλά, ποια ματιά βλέπει την ιστορία, σε ποιων τις σκέψεις έχει ο αναγνώστης πρόσβαση και από τι απόσταση.

8. Άλλο γράφω, άλλο δημοσιογραφώ
Η Λογοτεχνία ΔΕΝ είναι δημοσιογραφία. Δεν προσπαθεί να δείξει τον μέσο όρο, την πιο συνηθισμένη εκδοχή, την πεπατημένη. Πραγματική Λογοτεχνία είναι (και) η ανάδειξη του ειδικού και του συγκεκριμένου. Όπως το βλέπει και το σκέφτεται ο συγγραφέας. Μόνο χρέος αυτού που γράφει, να είναι αληθινός στον εαυτό του, όχι στην “αλήθεια” – που ούτως ή άλλως δεν είναι για όλους ίδια.

9. Είσαι πολύ μυστήριος τύπος τελικά
Ο σύγχρονος συγγραφέας κάνει ιδιοσυγκρασιακή αλλά και τεχνικά αιτιολογημένη επιλογή για το τι θα γράψει: βάζει στο χαρτί λιγότερα από αυτά που γνωρίζει, υπαινίσσεται, εκμεταλλεύεται την δύναμη της ασάφειας και της σιωπής, γοητεύει τον αναγνώστη κρύβοντας αλλά και μεγεθύνοντας. Αφήνει τον αναγνώστη να συμπληρώσει την εικόνα, να γεμίσει τα κενά. Του δίνει δικαιώματα και ισχύ.

10. Θες; Θα γίνεις!
Το να γίνει κάποιος συγγραφέας είναι θέμα αποφάσεων. Καταρχήν αποφασίζει να γίνει συγγραφέας, να ζήσει με την αυταπάρνηση, την εργατικότητα, την παρατηρητικότητα, την φιλομάθεια του συγγραφέα. Κατά δεύτερον, αποφασίζει για μία πληθώρα τεχνικών θεμάτων. Από ποιό σημείο θα αρχίσει η ιστορία που θέλει να αφηγηθεί. Με ποιο τρόπο θα την αφηγηθεί. Με τι ύφος. Ποιός θα την αφηγείται. Που, πότε και τι διάρκεια θα έχει. Με λίγα λόγια, ο συγγραφέας είναι παντοδύναμος αλλά και σκλάβος. Ένας μικρός θεός που υπηρετεί, με απόλυτη πίστη, την ιστορία που θέλει να πει, το κείμενο που θέλει να γράψει.

11. Γράψιμο χωρίς λέξεις
Το γράψιμο δεν γίνεται με λέξεις, με αφηρημένες έννοιες. Γίνεται με πράξεις, με σκηνές, με όλες τις αισθήσεις, την γεύση, την ακοή, την όσφρηση, την αφή. Στο καλό γράψιμο, δείχνουμε, δεν λέμε. Προσπαθούμε να αποφεύγουμε τους χαρακτηρισμούς – ακόμα και τις εσωτερικές περιπέτειες κάποιου ήρωα προσπαθούμε να τις δείξουμε μέσα από την συναναστροφή του με τους άλλους, από την διάδρασή του με τον κόσμο που το περιβάλλει, από τα λόγια και τις πράξεις του. Ένα απλό παράδειγμα. Ποιά φράση είναι πιο δυνατή; “Εχτές γλέντησα με την καρδιά μου στα γενέθλια του Μάκη” ή “από τα γενεθλια του Μάκη έχω ακόμα μελανιές στο πόδι χτύπα χτύπα το ντέφι”.

12. Πίσω από τις λέξεις… (των ηρώων)
Ο διάλογος επιτελεί τρεις λειτουργίες: Αποκαλύπτει χαρακτήρες – Προχωρά την πλοκή – Παρουσιάζει το back story, το παρελθόν των χαρακτήρων ή της ιστορίας. Ο καλός διάλογος κάνει ταυτόχρονα δύο από τα τρία – ο εξαιρετικός διάλογος, ο αναντικατάστατος, τα κάνει και τα τρία ταυτόχρονα. Προσπάθησε για τα δύο τουλάχιστον, διαφορετικά θα γίνει βαρετός.

13. Το δεύτερο πιο σημαντικό
Το να θέλει κάποιος να γράψει χωρίς να διαβάζει είναι το ίδιο σαν να θέλει να γίνει σεφ χωρίς να γνωρίζει τις βασικές συνταγές των προγόνων του και των άλλων πρωτοπόρων της μαγειρικής. Η συστηματική, συμφεροντολογική ανάγνωση προσφέρει σε έναν συγγραφέα ιδέες, έμπνευση, θεματολογία αλλά και πολύτιμα μαθήματα: Πως χτίζει πλοκή ο Ντοστογιέφσκι; Πως φτιάχνει χαρακτήρες ο Τσέχωφ; Πως αναπτύσσει τα θέματά του ο Τόμας Μαν; Τι μπορεί να με μάθει η Λόρι Μουρ, ο Ουίλιαμ Τρέβορ, η Άλις Μανρό; Μετά το γράψιμο, το πιο σημαντικό που πρέπει να κάνει όποιος γράφει είναι να διαβάζει. Πολύ.

14. Μην περιμένεις την έμπνευση… κάλεσέ την
Το γράψιμο δεν έρχεται μετά την έμπνευση… αλλά το αντίθετο: η έμπνευση έρχεται με το γράψιμο. Η γραφή είναι η πιο αυτοτροφοδοτούμενη δραστηριότητα που υπάρχει. Όσο περισσότερο γράφει κανείς, τόσο περισσότερο θα θέλει να γράφει. Και τόσο καλύτερα θα γράφει – και όσον αφορά την φόρμα (πλοκή, χαρακτήρες, θέμα) και όσον αφορά την μορφή (λέξεις, ύφος, δομή).

15. Άσε την τελειομανία για τους μέτριους (στην αρχή)
Δεν υπάρχει πιο παραλυτικό για έναν συγγραφέα από το να αναζητά το τέλειο ενώ βρίσκεται στο λάθος στάδιο της συγγραφής. Ο ίδιος ο Χέμινγκγουεη υπαγορεύει… το πρώτο draft έχει μόνο μία “δουλειά”: Να ολοκληρωθεί. Μετά, το αφήνεις να κρυώσει και ύστερα το κοιτάζεις για να κάνεις ανελέητο και αυστηρό και τελειομανές editing. Αλλά όταν κάθεσαι να γράψεις, για πρώτη φορά να βάλεις κάτω την ιστορία σου, τις ιδέες σου, απλά πρέπει να φτάσεις στο τέλος, να πεις αυτό που επιθυμείς να πει.

16. Το σημειωματάριό σου… το πήρες πριν βγεις;
Ο συγγραφέας πρέπει να ζει μέσα στον κόσμο. Αλλά σε ΟΛΟΝ τον κόσμο, όχι μόνο στον δικό του. Και όσο ζει στον κόσμο να παρατηρεί, να στέκεται, να αντιλαμβάνεται, να είναι περίεργος… και να έχει σημειωματάριο για να σημειώνει, ζεστές, αυθεντικές, τις ιδέες και τις αναλαμπές έμπνευσης, όσο μικρές και αν του φαίνονται – κάποια στιγμή είναι σίγουρο ότι θα γίνουν κάτι που μπορεί να είναι πολύ μεγάλο.

17. Η δίαιτα του συγγραφέα
Ο πιο απλός και προσβάσιμος τρόπος για να μπει κάποιος στην συνήθεια της γραφής είναι να κρατά ημερολόγιο. Κάθε μέρα. Το επόμενο στάδιο είναι να ξεκινήσει συγγραφικό ημερολόγιο, όπου καταγράφει ιδέες, πως προχωρά η δουλειά του, βιβλία που διαβάζει και πως τα αξιολογεί και άλλα σχετικά με το γράψιμο. Και ύστερα παίρνει την απόφαση να γράφει… ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΑ! Με 250 λέξεις την ημέρα έχει 90000 λέξεις τον χρόνο, ένα μέτριου μεγέθους μυθιστόρημα. Με 500 λέξεις την ημέρα (που είναι βατή φιλοδοξία) στο τέλος του έτους θα έχει γράψει ένα πλούσιο, πολυσέλιδο, χορταστικό μυθιστόρημα!

18. Κάνε το καλύτερο – για να μπορείς καλύτερα
Τα πρώτα κείμενα κάθε συγγραφέα είναι… φρικτά. Χωρίς καμία εξαίρεση! Ο αποφασισμένος συγγραφέας όμως, καθημερινά, σταθερά, κάνει το καλύτερο που μπορεί… έτσι ώστε κάθε μέρα να μπορεί να κάνει κάτι καλύτερο και σύντομα να ξεχωρίζει και να διαπρέπει. Και να λέγεται συγγραφέας που αξίζει τον τίτλο.

19. Σπάσε τα όρια και τις συμβάσεις
H «Θεωρία» λέει ότι η σοβαρή λογοτεχνία θέλει να εκφράσει κάτι για την ανθρώπινη κατάσταση ενώ η μυθοπλασία genre έχει στόχο να κρατήσει το ενδιαφέρον του αναγνώστη αμείωτο. Στην πραγματικότητα, η των θεών σπουδαία, κλασική λογοτεχνία δεν ασχοληθηκε με αυτούς τους διαχωρισμούς. Συνδύασε με συγκλονιστικό, ανατριχιαστικό τρόπο και τα δύο. Θυμηθείτε τα μυθιστορήματα του Τολστόη, του Ντοστογιέφσκι, των Γάλλων κλασικών. Είχαν εντυπωσιακές πλοκές, αλλά και εξαιρετικά ακριβείς και πρωτότυπες ακτινογραφίες της ανθρώπινης ύπαρξης.

20. Ο μύθος του μπλοκαρίσματος
Δεν υπάρχει writer’s block. Δεν υπάρχει. Αν η φαντασία σου δεν σου προσφέρει ιδέες, στρέψου στην μνήμη. Ούτε και αυτή; Ψάξε τους συνειρμούς σου. Την αυτοπαρατήρηση. Την εμπειρία. Αν είσαι πραγματικά κολλημένος… δούλεψε πάλι κάνοντας edit σε ένα παλιό ολοκληρωμένο κείμενο σου. Επιμένω… το γράψιμο φέρνει γράψιμο. Και ιδέες!

+1 Πέτα τους κανόνες (αφού τους μάθεις)
Στο γράψιμο δεν υπάρχουν κανόνες! If it works, do it. If it doesn’t work, make it work. Δεν υπάρχουν κακές λέξεις ή σχήματα λόγου ή περιγραφές. Υπάρχουν πράγματα που εξυπηρετούν την ιστορία, που λένε αυτό που θέλουμε να πούμε ακριβώς. Κάθε τι είναι καλό ή κακό με βάση ένα συγκεκριμένο πλαίσιο – τι θέλει να πει ο συγγραφέας, τι ιστορία διηγείται, σε ποιους. Όμως, όπως λέει και το μόνο κλισέ που ισχύει στο γράψιμο, για να σπάσεις ή να αψηφήσεις τον κανόνα, πρέπει να τον ξέρεις καλά – και κυρίως να υπάρχει λόγος που το κάνεις, πρόθεση!
Πηγή: Βαγγέλης Προβιάς, πεζογράφος, δημιουργικός διευθυντής στην διαφήμιση και εισηγητής σεμιναρίων creative writing

Επισκέψεις: 10