Γιάννης Παπαοικονόμου


Ο Γιάννης Παπαοικονόμου γεννήθηκε στον Πειραιά και διαμένει στο Πέραμα από το 1953.
Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας, που εγκατέλειψε διωκόμενος από τη Χούντα στα 1967.
Στο Παρίσι όπου κατέφυγε, σπούδασε Ιστορία, Αρχαιολογία και Ιστορία της Τέχνης στα Πανεπιστήμια της Σορβόνης (PARIS IV – PARIS I), απ’ όπου απέκτησε δύο πτυχία (1973), ένα Master (1974) και το Doctorat του (1977), με θέμα διατριβής του «Τα ελληνικά επιτύμβια ανάγλυφα του Μουσείου του Λούβρου».
Εδίδαξε Κλασσική Αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο της Κρήτης από το 1979 έως το 1986. Καθηγητής των Σχολών Ξεναγών του ΕΟΤ, δίδαξε Αρχαία Ιστορία, Κλασσική Αρχαιολογία, Μυθολογία και Τουριστική Γεωγραφία, στην Αθήνα, την Κρήτη, τη Ρόδο και τη Μυτιλήνη, από το 1980 έως το 2002.
Εχει γράψει πολλά επιστημονικά άρθρα σε ελληνικά και γαλλικά περιοδικά καθώς και «Σημειώσεις Αρχαίας Ιστορίας και Κλασσικής Αρχαιολογίας» στις Σχολές Ξεναγών.
Εχει εκδόσει τα ποιητικά Βιβλία «Τα Υλικά της Μνήμης» (Αθήνα 2000) και «Διάφανο Αμμα» (Αθήνα 2004) καθώς και την ιστορική μελέτη «Πέραμα – Μικρή συμβολή στην ιστορία του» (Αθήνα 2004). Επίσης την ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ – Οι λογοτέχνες του Περάματος μιά “μικρή μελέτη-ανθολογία” οπως λέει ο ίδιος.
Διετέλεσε διευθυντής του Δημοτικού Πολιτιστικού Οργανισμού Περάματος (ΔΗΠΟΠ).

Συνάντηση
Οι λογοτέχνες του Περάματος
Εκείνο που με παρακίνησε να συγγράψω αυτή τη μικρή μελέτη – ανθολογία ήταν η ίδια η πνευματική ζωή της πόλης μας, που ‘βλεπε τους δημιουργούς της να περνούν σα μικρά ή μεγάλα πεφτάστερα που διέγραφαν τη φωτεινή τους τροχιά πριν χαθούν στην άβυσσο του κόσμου.
Διαπίστωσα, με λίγα λόγια, την απουσία ενός έργου που θα κατέγραφε επακριβώς, στο μέτρο του δυνατού, τη φωτεινή καμπύλη του κάθε συμπολίτη μας-λογοτέχνη, προσφέροντας έτσι, σα μια πνευματική παρακαταθήκη, στους κατοίκους της πόλης μας το σωσμένο από τη λησμονιά έργο τους, που αποτελεί συνάμα και το θεμέλιο της λογοτεχνικής μας κληρονομιάς…

Πέραμα
Μικρή συμβολή στην ιστορία του
Η ιδέα για τη συγγραφή αυτού του πονήματος γεννήθηκε από την παντελή έλλειψη οργανωμένων καταχωρημένων στοιχείων της πόλης μας για τις απώτερες εκείνες εποχές που είτε η περιοχή έμενε ακατοίκητη είτε βρισκόταν στη διαδικασία οίκησης, χωρίς όμως να υπάρχει, λόγω των ιστορικών εθνικών συμφορών, σχέδιο και μελέτη για τη μεταφορά των ξεριζωμένων συμπατριωτών μας. Τα ζητήματα αυτά κυριάρχησαν κι έτσι τα στοιχεία πληροφόρησής μας για τα πριν του 1940 χρόνια μένουν αρκετά σπάνια, σκοτεινά και δυσερεύνητα.
Παρ’ όλα αυτά, στηριζόμενοι στις προφορικές μαρτυρίες και σε προσωπικά αρχεία (εφημερίδες, δημοσιεύσεις, απογραφές κ.λπ.) θα προσπαθήσουμε να καλύψουμε αυτό το κενό επιχειρώντας την εξιστόρηση αυτής της κρίσιμης περιόδου της πόλης μας. Θα καταθέσουμε δηλαδή τις πληροφορίες μας, όσο γίνεται με τη μεγαλύτερη αυστηρότητα των κανόνων της ιστορικής έρευνας και μελέτης.
Για το λόγο αυτό, το έργο μας θα περιοριστεί, σε πρώτη φάση, στην περίοδο της αρχαιότητας, των βυζαντινών χρόνων, της τουρκοκρατίας και της κατοχής. Ένα ειδικό κεφάλαιο θα αφιερωθεί στους χρόνους της ελληνικής επανάστασης, για να ολοκληρώσουμε αυτή την εξιστόρηση της γέννησης και της πρώτης ανάπτυξης της πόλης μας έως το 1945.
Το χρονολογικό αυτό όριο θεωρούμε σημαντικό, όχι τόσο από τυπική διευκόλυνση, όσο από τη δημιουργία νέων δεδομένων με τη διάρρηξη των δομών που είχαν παγιωθεί de facto ως εκείνο το έτος. Η πληθυσμιακή, κοινωνική και οικονομική έκρηξη που ακολούθησε τα αμέσως μετά την απελευθέρωση χρόνια, δικαιώνει, νομίζουμε, κι επιβάλλει μια τέτοια διαίρεση του όλου έργου.

Το δόκανο
Λαϊκή γειτονιά στην περίοδο της Χούντας. Άνθρωποι νέοι παλεύουν ενάντιά της, με πίστη στα οράματα του σοσιαλισμού. Ο έρωτας τους συνεπαίρνει αλλά δε χάνουν το στίγμα του αντιδικτατορικού αγώνα.
Απέναντί τους η κρατική μηχανή, η βία. Στη θέση των αισθημάτων μόνο η σαρκική ηδονή από τον εκπρόσωπο της νέας τάξης πραγμάτων, το διοικητή της Αστυνομίας. Οι μηχανορραφίες και τα τεχνάσματα του για τη σύλληψη του νεαρού τοπικού ηγέτη της Αριστεράς, τον οδηγούν, μέσω μιας απάνθρωπης πρακτικής, μέχρι τη συγκαλυμμένη δολοφονία, την οποία προσπαθεί να εκμεταλλευτεί σαν παγίδα.
Μια νεαρή μορφή, η πραγματική πρωταγωνίστρια του μυθιστορήματος, αναδύεται απ’ την γκρίζα καθημερινότητα της χουντικής Ελλάδας και αναδείχνεται σε πραγματική λαϊκή ηρωίδα, που ανατρέπει όλα τα σχέδια του διοικητή, δηλαδή της ίδιας της Χούντας.

Η ζώνη
Η ιστορία της ερήμωσης ενός παραδοσιακού χωριού της μεταπολεμικής Κρήτης μέσα από την αναθύμηση της ζωής του τελευταίου κατοίκου του. Οι παραδόσεις και οι αξίες ενός κόσμου αγνού ακόμα ανατρέπονται από το πνεύμα του μοντερνισμού που παρουσιάζεται με την πιο γυμνή και προσχηματική μορφή του, του τουριστικού μετασχηματισμού του χωριού. Ένας έρωτας, τέλος, ανεκπλήρωτος που χρησιμοποιείται για τη διαφύλαξη του μυστικού μιας απάτης κι ενός εγκλήματος που μένει χωρίς τιμωρία.

Απόστολος Μούδος
(Μύθος και ιστορία ενός τυχοδιώκτη)
… Ένα αίνιγμα που ‘θελα σαν εγκεφαλικό παιχνίδι να το λύσω, να ικανοποιήσω μια ιδιότυπη εσωτερική πείνα, που μ’ οδήγησε αργότερα στην αποκάλυψη κορυφαίων μυστικών του, που όπως κατάληξα καθόρισαν τον όλο χαρακτήρα της ζωής του. Δεν μπορούσα να υποψιαστώ τότε πως κι εμένα τα μυστικά θα μ’ άλλαζαν οριστικά, κατακαίγοντας τα τρυφερά ακόμα φύτρα της καθημερινής ανθρώπινης συμπεριφοράς, αποδεχόμενος άλλο κώδικα συμπεριφοράς, το δικό του.
Τον γνώρισα στα πενήντα του. Παντρεμένος με την Ευτυχία, μια αινιγματική γυναίκα όλο μυστικά και σιωπές. Στα μάτια της έπαιζαν πράσινα και καφετιά κλαδιά π’ ανάλογα με την περίσταση φωτίζονταν ή σκοτείνιαζαν, αναταραγμένα από συναισθήματα έντονα μα δυσκολερμήνευτα. Χρόνια πολλά μετά θ’ αφήσουν το κυνηγητό τους με την ηλιοφάνεια της αλήθειας, που θα βγει με ποταμούς δακρύων αποβράζοντας τα μυστικά της που τα ‘κρυβε πετρωμένα στη καρδιά της. Ήταν μεγαλύτερή του κι έσερνε μαζί της και τρία ανήλικα παιδιά, που ο Μούδος -έτσι τον έλεγαν- ανάθρεψε, μεγάλωσε και αποκατάστησε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.

Το αρχοντικό
Το κακό ήλθε απο τους βοσκότοπους. Στην αρχή μια λεπτή κλωστή λευκός καπνός, γκρίζα κολώνα μετά, μαύρο πυκνό τείχος τέλος, που ‘πνιγε τα σκίνα, τις αγρελιές, τους αχινόποδες, τις μικρές δρυάδες, τις κοκκινωπές ταραμυθιές. Η φωτιά!
… Οι φλόγες φάνηκαν πέρα, στον τρίτο λόφο με τα χαρουπίδια, δυνατές, ασίγαστες, μανιασμένες. Κατάπιναν τα χωράφια το ένα μετά το άλλο. Ο αέρας τις Βοηθούσε, τις έτρεφε λες με μυστική φλόγινη δύναμη. Κατέβαιναν προς το λόφο, απέναντι δυτικά της ρεματιάς, στην άλλη πλαγιά, ακριβώς απέναντι στ’ αρχοντικό.
… Δεν αντιλήφθηκε αμέσως τον κίνδυνο. Γνώριζε πως οι χωρικοί ήσαν πάντα υπερβολικοί. Ίσως πείρα αιώνων τους είχε μάθει να ετοιμάζονται για το χειρότερο, έτσι δεν είχαν εκπλήξεις. Όταν φύτευαν, σκέφτονταν τις αρρώστιες. Όταν τα σταφύλια ωρίμαζαν, τους έτρωγε ο φόβος του χαλαζιού, και όταν είχαν σοδιά λαδιού, μουρμούριζαν κάθε φορά που πρώιμα σύννεφα απειλούσαν τον ανθό. Έτσι τους είχε μάθει και συχνά χαμογελούσε με συγκατάβαση κάθε που τύχαινε να μπει σε κάποια τέτοιου είδους συζήτηση.
… Κοιτούσε άλαλος το φλόγινο ποτάμι να κατεβαίνει. Ανεπαίσθητα γύρισε το βλέμμα προς την κορυφή του μεγάλου βουνού που επιστέγαζε τους λόφους. Έψαχνε λες για τον κρατήρα ηφαιστείου, τόσο πολύ του φάνηκε πως λάβα κατέβαινε να πνίξει το χωριό. Η Πομπηία, η καταστροφή. Ιστορία.

Η άλλη σιωπή
Τον γοήτευε η αυθάδεια της ελευθερίας της, η άλλη όψη της γυναίκας, που όταν θέλει ζητά και το δείχνει και όταν αρνείται, θυμώνει και απωθεί.
Άλλες πατρίδες, άλλα βάσανα. Η άλλη σώπαινε. Πιο ονειροπόλα, πιο αποξεχασμένη στα δικά της, όμορφη και αυτή, πιο όμορφη ίσως, με μια λίγο γαμψή, εβραϊκή μύτη. Η άλλη, η πρώτη, που του μιλούσε, δεν ήταν παρά δυο βαθιά μάτια σαν εκείνες τις υδραίικες σπηλιές της παιδικότητας του, που μέσα τους είχε λησμονηθεί κι από ένα αστέρι. Τα μαλλιά της κατέβαιναν στους ώμους ίσια, μ’ ένα μόνο ελαφρύ τσάκισμα στο ύψος των αυτιών. “Μικρός αγέρας μεσημεριού” φύσηξε μέσα του, ενώ ένα ζεστό πουλί φτεροκοπούσε στη σκιά της ψυχής του, σαν εκείνη τη φορά που πρώτα άγγιξε στήθος γυναίκας και λύθηκαν δυο ποταμοί κρασί και μέλι στο στέρνο του και στα πλευρά του.
… Το κύριο τώρα ήταν να μείνει ο ίδιος, όπως ο φίλος του, πίσω από μιαν άλλη φυλακή, μιαν άλλη σιωπή, που τον έκλεινε για πάντα, σαν κρυφό απόσταγμα, νόημα ζωής που δε θα ξεθάψει.

Μυθιστορήματα
Το δόκανο (2007), Σύγχρονη Εποχή
Το αρχοντικό (2011), Ποιήματα των Φίλων
Η άλλη σιωπή (2012), Ποιήματα των Φίλων

Νουβέλες
Απόστολος Μούδος (2010), Αλφειός

Ποίηση
Τα υλικά της μνήμης (2000), Πανδώρα
Διάφανο άμμα (2004), Ποιήματα των Φίλων
Παλιές αυλές (2005), Ποιήματα των Φίλων
33 γκρίζα σονέτα (2005), Ποιήματα των Φίλων
Ελεγείες και μπαλάντες (2008), Ποιήματα των Φίλων
Ο κυρ Γιάννης ο απόξενος και το φωτεινό σκοτάδι (2009), Ποιήματα των Φίλων

Αφηγήσεις
Η ζώνη (2008), Σύγχρονη Εποχή

Δοκίμια – Μελέτες – Ιστορία
Συνάντηση (2004), Ποιήματα των Φίλων
Πέραμα (2004), Ποιήματα των Φίλων

Συλλογικά έργα
Κώστας Βάρναλης: Φως που πάντα καίει (2012), Σύγχρονη Εποχή

Πηγές: BIBLIONET, Ποιήματα των Φίλων, Σύγχρονη Εποχή, Πανδώρα, Αλφειός

Επισκέψεις: 92