Στέλλα Σαμούρη


Δάκρυα από λεμόνι
Αυτή η γυναίκα ήταν κάτι άλλο, επιμένω, ήταν κάτι απροσδιόριστο και απρόβλεπτο, ήταν κάτι σαν κρυφή αστραψιά.
Η ψυχή της άνοιξε τη χαραμάδα, είδε τα δαφνόφυλλα και αναρρίγησε, άρπαξε η δύστυχη τα εράσμια πέταλα της ροδούλας πικροδάφνης, τα απόσταξε και ποτίστηκε, είπε όχι στις μύγες που τσιμπολογούσαν το ξεφτισμένο μετάξι του κορμιού της, ανορθώθηκε και ανακάλυψε τα φωτεινά θέλω της.
Γύρισε μια σελίδα η ζωή της, όλες οι παλιές σελίδες ήταν σαρακοφαγωμένες, η καινούρια βαθμολόγησε με άριστα την τολμηρή της απόφαση και κάλεσε τον Χάροντα τον Ψυχοπομπό, παρέα με τον Ερμή και τους διέταξε: “Πάμε όσο πιο γρήγορα γίνεται για τα δώματα της γαλήνης”. Σφούγγιξε τα μάτια της που έσταζαν “δάκρυα από λεμόνι”, κατάβρισε την καθυπόταξη που την είχε καθηλώσει στο πουθενά, έπνιξε τη σαπισμένη καθυστέρηση και έφυγε, ψυχή κυρία και κουμανταδόρα…

Ο χορός της ψυχής
Στην άλλη γωνιά του κήπου, είχε αράξει από νωρίς οι Μοίρα. Είχε βγάλει και πάλι τα τεφτέρια της, έγραφε, έσβηνε, διέγραφε, διόρθωνε, τραβούσε κόκκινες γραμμές, έσκιζε, πετούσε παλιά χαρτιά, είχε στολισμένο τον κόρφο της με άσπρα χρυσάνθεμα, “πολύ μ’ αρέσουν αυτά τα λουλούδια”, μονολογούσε, “απόψε νιώθω ιδιαίτερα συγκινημένη κι ας λένε οι άνθρωποι ό,τι θέλουν για μένα, μωρέ εγώ απόψε θ’ αλλάξω τα ριζικά τους, θα λύσω τα μάγια που ‘χουν δεμένες τις τύχες, απόψε θα μοιράσω χαρές, να φύγουν από πάνω μου οι κατάρες των παιδιών της γης”.
“Μπα σε καλό μου, τι έχω πάθει”, είπε και σκούπισε τα μάτια της, που έριχναν στον κόρφο της χρυσάνθεμα, καμένα αστέρια…
Την πήραν είδηση τα τρία θηλυκά πουλιά, η Μίνα, η Ζίνα και η Τίνα, δεν ήταν επιθετικά, όπως την άλλη φορά, “Μοίρα, Μοίρα, Καλομοίρα, τήρα τα τεφτέρια, τήρα” γουργούριζαν εκείνα, “άντε στο καλό παράφωνα πουλιά, αναιδέστατα, που θα μου πείτε εσείς τι θα κάνω, άντε καλέ, κάποιο λάθος κάνετε, καθίστε φρόνιμα, η Καλομοίρα είμαι, ορίστε μας…”.

Σαν άρωμα βροχής
Ήταν σαν να ανακάλυψε μια πελώρια σπηλιά πλάι της, σαν να βρήκε το κλειδί και ξεκλείδωσε τις αναμνήσεις, αυτές που τόσα χρόνια φυλάγονταν στα βάθη της και είχαν σχεδόν μουχλιάσει στον χώρο της φυλακής τους. Καθώς όμως τις έπιανε μία μία και τις έβγαζε έξω, στο καθαρό φως, είδε με έκπληξη πως είχαν χρώματα, φορέματα με νταντέλες, αρώματα, αποξηραμένα μπουκέτα λουλουδιών, κορδέλες, δρομάκια με βασιλικούς και κόκκινα γεράνια. Τόσο άρωμα μέσα στη φυλακή, τόσο χρώμα…, πού κρυβόταν όλα αυτά τα χρόνια…; Ο Χρόνος περπατούσε αγέρωχος και σκληρός πάνω στα δρομάκια, ήταν τόσο νέος πάντα, λες και γεννήθηκε πριν από μερικά χρόνια…

Μυθιστορήματα
Δάκρυα από λεμόνι (2003), Ερωδιός
Ο χορός της ψυχής (2005), Ερωδιός
Σαν άρωμα βροχής (2018), Bookdream

Πηγές: BiblioNet, Ερωδιός, Bookdream

Επισκέψεις: 4