Τεχνοτροπίες

Τεχνοτροπίες Λογοτεχνίας
Είναι λογοτεχνικά ρεύματα ή κινήματα που εμφανίστηκαν στην τέχνη σε μια συγκεκριμένη περίοδο και ακολουθήθηκαν από αρκετούς λογοτέχνες.

Σχολή
Αναφέρεται σε έναν αριθμό δημιουργών που δρουν συνειδητά και οργανωμένα ως ομάδα. Τα στοιχεία που τους συνδέουν αφορούν κυρίως τις εμπειρίες τους και τις λογοτεχνικές τους απόψεις. Συνήθως υπάρχει και κάποιος τοπικός προσδιορισμός π.χ. Επτανησιακή Σχολή, Παλιά και Νέα Αθηναϊκή Σχολή. Σχολή της Θεσσαλονίκης.
Γενιά
Παρεμφερής σημασία με τον όρο Σχολή – εδώ όμως υπερισχύει ο χρονικός προσδιορισμός – οι δημιουργούν ανήκουν και ηλικιακά στην ίδια περίπου γενιά π.χ. γενιά του ’80, γενιά του ’30.
Κίνημα
Οι δημιουργοί που ανήκουν σε ένα λογοτεχνικό κίνημα επιδιώκουν να παρέμβουν δυναμικά και με τρόπο επαναστατικό, όχι μόνο στα καλλιτεχνικά, αλλά και στα κοινωνικά ή πολιτικά ζητήματα της εποχής τους. Συνήθως συγγράφουν πρωτοποριακά έργα και θεωρητικά κείμενα με τις απόψεις τους ( μανιφέστα ). Λογοτεχνικά κινήματα είναι , για παράδειγμα, ο υπερρεαλισμός και ο ντανταϊσμός.
Ρεύμα
Ο όρος διαφέρει από τους προηγούμενους: χαρακτηρίζει περισσότερο μια τάση, κυρίαρχη ή όχι και δεν αναφέρεται σε μια οργανωμένη ομάδα καλλιτεχνών.
Συχνά μάλιστα οι δημιουργοί που εμείς θεωρούμε φορείς ενός ρεύματος δεν έχουν συνείδηση των κοινών στοιχείων που τους ενώνουν.

Αισθητισμός
O Αισθητισμός είναι ένα κίνημα συνδεδεμένο με την τέχνη και τη λογοτεχνία στα τέλη του 19ου αιώνα στη Βρετανία. Γενικά, αναπαριστά την ίδια τάση που έδωσε ο Συμβολισμός και η Παρακμή στη Γαλλία και μπορεί να θεωρηθεί το αγγλικό παρακλάδι του ίδιου κινήματος. Αποτελούσε ένα είδος διαμαρτυρίας κατά της ιδέας ότι η τέχνη πρέπει να υπηρετεί κάποιον απώτερο σκοπό και έχει ρομαντικές ρίζες. Έλαβε χώρα στα τέλη της Βικτωριανής περιόδου, περίπου από το 1868 μέχρι το 1901, και θεωρείται ότι τελείωσε με τη δίκη του Όσκαρ Ουάιλντ. Ωστόσο υπήρξε ένα αναπτυσσόμενο αισθητιστικό κίνημα σε πολλές πόλεις της Ευρώπης, περισσότερο στις Βρυξέλλες, υπό την ηγεσία του Μάθιου Έλιοτ.

Ιδεαλισμός
Είναι η τεχνοτροπία εκείνη κατά την οποία ο λογοτέχνης επιδιώκει την εξιδανίκευση
της πραγματικότητας με την αναπαράσταση του ιδεώδους κάλλους.

Κλασικισμός
Είναι η μορφή της λογοτεχνίας, που θεωρεί ως ιδανικό την ελληνική
ρωμαϊκή αρχαιότητα. Θέλει να ξαναγυρίσουμε στα αρχαία πρότυπα και ιδανικά, την
τελειότητα. Στον κλασικισμό η λογική κυριαρχεί πάνω στο συναίσθημα και τη
φαντασία. Η έκφραση έχει πάντα την πληρότητα την αρτιότητα, την κυριολεξία,
το φυσικό και το απέριττο. Επιδιώκεται το τέλειο, το αρμονικό, το πλαστικό και η
ισορροπία. Ο όρος “κλασικισμό” προέρχεται από τη λατινική λέξη classicus
που σημαίνει αυτός που κατατάσσεται σε μια εξέχουσα τάξη (class).

Κλασικό ονομάζουμε ένα εξέχον έργο, κάθε τι που διαθέτει ανεξάντλητη δύναμη
αντίστασης στην πάροδο και την καταλυτική επίδραση του χρόνου, που αντέχει στην
κριτική όλων των ανθρώπων και αναγνωρίζεται ως τέλειο, έξοχο και πρότυπο, άξιο
μεγάλης προσοχής και βαθυτάτου σεβασμού, όπως πχ. ο Παρθενώνας, τα αγάλματα
του Φειδία, του Πραξιτέλη κ.α., αλλά και η μουσική του Μπετόβεν, τα έργα του
Σαίξπηρ κ.α.

Μοντερνισμός
Ο μοντερνισμός εμφανίστηκε τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα αμφισβητώντας
τις παραδοσιακές αισθητικές αξίες και επηρεάζοντας όλες τις μορφές της τέχνης
με εκπροσώπους στην ποίηση το Γάλλο Αρθούρ Ρεμπώ (Arthur Rimbaud), το Βρεταννό
Θ.Σ.Ελιοτ (T.S.Eliot), τον Aμερικανό Εζρα Πάουντ(Ezra Pound) και τον Ιρλανδό
Γέητς (W.B.Yeats) και στη πεζογραφία το Γάλλο Αντρέ Ζιντ (Andre Gide), την
Αγγλίδα Βιρτζίνια Γουλφ(Wirginia Woolf) και το διάσημο για το έργο του Οδυσσέας
(Ulysses) Ιρλανδό Τζέημς Τζόις (James Joyce).
Τα βασικά χαρακτηριστικά του μοντερνισμού είναι κυρίως η κατάργηση της
παραδοσιακής μορφής, της ομοιοκαταληξίας και του μέτρου, οι πρωτότυποι
συνδυασμοί λέξεων, η υπαινικτική χρήση της γλώσσας.

Μπιτ γενιά
Ο όρος μπιτ γενιά ή γενιά μπιτ (αγγλικά: beat generation) αναφέρεται στο λογοτεχνικό κίνημα που έδρασε στην Αμερική τις δεκαετίες του 1950 και 1960. Αν και στην πραγματικότητα αποτέλεσε μια ολιγάριθμη ομάδα, η επίδραση της στην αμερικανική λογοτεχνία και κοινωνία ήταν αρκετά σημαντική ώστε να χαρακτηριστεί ως μια καλλιτεχνική γενιά. Ειδικότερα, θεωρείται πως η μπιτ λογοτεχνία είχε ουσιαστική επιρροή στα μεταγενέστερα κινήματα των χίπις και του πανκ.
Στην Ελλάδα ο πρώτος, μα μερικός, εισηγητής της μπιτ λογοτεχνίας ήταν ο Σπύρος Μεϊμάρης, κατόπιν ο ποιητής Γιάννης Λειβαδάς ειδικός μελετητής της μπιτ λογοτεχνίας, παρουσίασε τις κυριότερες τεκμηριωμένες εργασίες, καθώς και τη μεγαλύτερη σειρά ουσιαστικών μεταφράσεων έργων των μπιτ λογοτεχνών.

Νατουραλισμός
Ο θεμελιωτής του νατουραλισμού είναι ο Εμίλ Ζολά ανάμεσα στα χρόνια 1860-1880.
Ο όρος “νατουραλισμός” προέρχεται από τη λατινική λέξη natura που σημαίνει η φύση,
naturalismus = η φυσιοκρατία, η φυσικότητα. Ο νατουραλισμός είναι κάτι πιο
πάνω από το ρεαλισμό. Οι νατουραλιστές παρατηρούν και περιγράφουν ανθρώπους
ψυχρά, αμέτοχα, όπως ένα αντικείμενο, ένα ζώο ή μια μηχανή. Επηρεασμένοι από
τη δαρβινική θεωρία υποβιβάζουν τον άνθρωπο στην κατάσταση του ζώου. Η
τεχνοτροπία αυτή επιδιώκει την άμεση και πιστή εφαρμογή της φύσεως και της
πραγματικότητας, άσχετα αν τα πράγματα έχουν ατέλειες και ασχήμιες.
Εχει περιγραφικό χαρακτήρα, δηλ. παρατηρεί και καταγράφει τα πράγματα
όπως ακριβώς είναι και όπως βρίσκονται. Απεικονίζει φωτογραφικά τα γεγονότα,
επιπόλαια και με ρηχότητα. Μελετά την ανθρώπινη ψυχή και βρίσκει τα
κίνητρα και τους κόσμους της. Προσέχει κυρίως τις κακές και παθολογικές
στιγμές της ζωής τις οποίες παρακολουθεί και καταγράφει.Ο νατουραλισμός
έχει όλα τα στοιχεία του ρεαλισμού, υπερτονισμένα, όμως σε σημεία υπερβολής.
Η όψη του κόσμου που παρουσιάζει είναι ζοφερή κι η εικόνα του ανθρώπου
θλιβερή κι απογοητευτική, καθώς αυτός περιγράφεται σωματικά και ψυχικά
ατελής και αδύναμος, δημιούργημα της κληρονομικότητας και του
περιβάλλοντος.

Νεορεαλισμός
Ο νεορεαλισμός, το πνευματικό κίνημα που άνθισε μετά το Β’ Παγκόσμιο πόλεμο,
βρίσκεται πολύ κοντά στη δημοσιογραφία και την τεχνική του ρεπορτάζ. Στο εξωτερικό
οι συγγραφείς θέλουν να περιγράψουν τη ζωή όπως ακριβώς ήταν ή όπως είχε
καταντήσει να είναι. Πολλοί από αυτόυς ζούσαν στην παρανομία, όπως ο Μοράβια, στη
φυλακή, όπως ο Παβέζε ή στην εξορία όπως ο Κάρλο Λέβι και ο Σιλόνε, ενώ
άλλοι εντάχτηκαν στην Αντίσταση.
Το κίνημα αναπτύχθηκε ραγδαία μετά τον πόλεμο, ο Λέβι για παράδειγμα, απέκτησε
διεθνή φήμη με το έργο του “Ο Χριστός σταμάτησε στο Εμπολι”,1945, στο οποίο
περιγράφονται τα δεινά των χωρικών της νότιας Ιταλίας, όπου ο συγγραφέας
ήταν εξόριστος.
Στην Ελλάδα ο νεορεαλισμός συνδέθηκε με την πολιτικοποίηση της λογοτεχνίας,
έντονη στη μεταπολεμική περίοδο και άμεσα συνδεδεμένη με τον Εμφύλιο. Πολλοί
συγγραφείς περιγράφουν την αγωνία του ανθρώπου να επιβιώσει και να βρει το
στίγμα του στη νέα εποχή. Αλλοι πάλι προτιμούν να προβάλουν στο έργο τους
την παράδοση.

Παρνασσισμός
Ο Παρνασσισμός είναι μιά τεχνοτροπία, που πρωτογεννήθηκε στη Γαλλία και
σήμερα είναι σε παρακμή. Παρνασσιακοί ονομάστηκαν οι νέοι ποιητές που
ποιήματά τους δημοσιεύθηκαν σε μια κοινή συλλογή το 1886 στο Παρίσι με
τον τίτλο “Σύγχρονος Παρνασσός”. Η τεχνοτροπία αυτή επανέφερε στην τέχνη
την κλασσική ισορροπία, τη συμπύκνωση των νοημάτων, τη γαλήνη και την
ακρίβεια, όπως ο κλασικισμός. Θέλει την αυστηρή τήρηση των στιχουργικών
κανόνων και αποδίδει μεγάλη σημασία στην εξωτερική μόρφωση της ποίησης.
Στην Ελλάδα παρνασσικά ποιήματα έγραψαν ο Παλαμάς, ο Δροσίνης, ο Βιζυηνός,
ο Μαβίλης, ο Σικελιανός, ο Βάρναλης και κυρίως ο Γρυπάρης, οι οποίοι και
εξέφρασαν το πατριωτικό συναίσθημα και τη λατρεία του κλασικού.Οι ποιητές
αυτοί φρόντιζαν ιδιαίτερα τη μορφή των στίχων τους και την ομοιοκαταληξία
σεβόμενοι τους μετρικούς και στιχουργικούς κανόνες και ενδιαφερόμενοι
υπερβολικά για τη μορφή.

Ρεαλισμός
Ρεαλισμός λέγεται η λογοτεχνική πνευματική κίνηση που γεννήθηκε μέσα 19ου αιώνα
και εκφράζει την πραγματικότητα, την αντιρομαντική και αντιιδεαλιστική διάθεση.
Ο όρος “ρεαλισμός” προέρχεται από τη λατινική λέξη res που σημαίνει το πράγμα,
το αντικείμενο, realismus = η πραγματικότητα, ο αντικειμενισμός, η αλήθεια, ο
πραγματισμός, η πραγματοκρατία. Ρεαλιστικό λέγεται ένα έργο, όταν παρουσιάζει,
περιγράφει, απεικονίζει κτλ. τα πρόσωπα του έργου, τις πράξεις τους κτλ.
ως έχουν πραγματικά και όχι με ωραιοποιήσεις, εξογκώσεις και εξιδανικεύσεις
ως επιβάλλει η αισθητική του ρομαντισμού ή με κακοποιήσεις, αδιαφορία και
δυσφορία, όπως επιβάλλει ο ιδεαλισμός. Οταν ο συγγραφέας απεικονίζει την
πραγματικότητα ή όταν περιγράφει και τον εσωτερικό και τον εξωτερικό
κόσμο των προσώπων του έργου, καλό ή κακό, με κριτική αισθησιακή.ω
Τα βασικά χαρακτηριστικά του ρεαλισμού είναι:

α) ο ρεαλισμός δείχνει μια τάση για αντικειμενικότητα,
β) αφήνει τα γεγονότα να μιλήσουν από μόνα τους,
γ) επιλέγει θέματα κοινά, από την καθημερινή ζωή και πραγματικότητα και
δ) παρουσιάζει κοινές εμπειρίες.

Ρεαλιστικά στοιχεία συναντάμε σε μεγάλους συγγραφείς όλων των εποχών, όμως η
ουσιαστική διαμόρφωση της τεχνοκρατίας αυτής συμπίπτει με την ανάπτυξη των
φυσικών επιστημών, της θετικής φιλοσοφίας και της λατρείας της επιστήμης, που
αρχίζουν να κυριαρχούν από τα μέσα του 19ου αιώνα. Τότε ο ρεαλισμός
παρουσιάζεται σαν οργανωμένη θεωρία και σχολή.

Ο ρεαλισμός διαφέρει ριζικά τόσο απο τον κλασικισμό, όσο και από τον ρομαντισμό.
Με τον πρώτο έχουν βέβαια σαν κοινό στοιχείο την αντικειμενική αναπαράσταση
προσώπων, πραγμάτων και καταστάσεων, χωρίς την προσωπική επέμβαση του
συγγραφέα, αλλά διαφέρουν βασικά στο σκοπό, τα μέσα και την τεχνική. Οι
ρεαλιστές μυθιστοριογράφοι δεν προβάλουν ηρωικά κατορθώματα και περιπέτειες,
αλλά συνηθισμένες πράξεις και καθημερινά θύματα της κοινωνίας. Ο ρεαλιστής
συγγραφέας διαλέγει τα θέματά του να είναι από τη σύγχρονη, καθημερινή ζωή.
Οι ήρωες δεν τον απασχολούν, πρωταγωνιστές είναι οι κοινοί άνθρωποι και ο
κοινωνικός περίγυρος. Δεν επιδιώκει την εξιδανίκευση, αλλά την πιστή
αναπαράσταση της πραγματικότητας, γι’ αυτό η μορφή του είναι περιγραφική και
λεπτομερειακή, χωρίς λυρικές εξάρσεις και εξωραϊσμούς. Ετσι το λύφος του
είναι απλό και ξερό, δεν επιθυμεί να γοητεύσει, αλλά να πείσει.

Ο ρεαλισμός αντιτίθεται στην υπερβολή της φαντασίας, του συναισθήματος και της
ονειροπόλησης και δε χρησιμοποιεί τον πλούσιο και, πολλές φορές, υπερφορτωμένο
λόγο του ρομαντισμού. Κάποτε οι λογοτέχνες, για να αποδώσουν ρεαλιστικά
ορισμένες καταστάσεις ζωής και συμπεριφοράς, δε διστάζουν να απεικονίσουν
εξονυχιστικές λεπτομέρειες σχετικές με ερωτικές σχέσεις, τη βία και τις
σεξουαλικές διαστροφές, κάτι που δεν κάνει ο ρομαντισμός.

Ρομαντισμός
Ο ρομαντισμός είναι ένα μεγάλο πνευματικό κίνημα που έκανε την εμφάνισή του
από το τέλος του 18ου αιώνα, αρχές 19ου, σαν αντίδραση στον ορθολογισμό
του Διαφωτισμού και στράφηκε στο Μεσαίωνα ως πηγή έμπνευσης, και εκφράζει
τη ρομαντική διάθεση. Είναι η λογοτεχνική εκείνη τεχνοτροπία και
γενικότερα η ιδιαίτερη εκείνη μορφή της ζωής, κατά την οποίαν κυριαρχούν το
συναίσθημα, η φαντασία, η εξιδανίκευση των πραγμάτων, η άρνηση της
πραγματικότητας και η ατονία της λογικής.

Ξεκίνησε από τη Γερμανία αποτελώντας τη συνέχεια κατά έναν τρόπο του κινήματος
Sturm und Drang (Θύελλα και ορμή) με κύριους εκπροσώπους τον Γκαίτε και το
Σίλλερ.

Ο όρος ρομαντισμός προέρχεται από τη λέξη roman των ρωμανικών γλωσσών
(Γαλλικής, Ισπανικής, Ιταλικής κ.α) που σημαίνει επική ή ερωτική ποίηση, όμως
η λέξη roman είναι παράγωγη από την ελληνική λέξη “έρως” – ιταλικά romanzo =
διήγημα, εποποιία, μυθιστόρημα… με ερωτική ιστορία, το ειδύλλιο).

Ρομαντικό λέγεται ένα έργο, όταν περιγράφει πρόσωπα, τοπία… με ονειρώδη,
ειδυλλιακή αίσθηση και διάθεση, όταν τα βλέπει όμορφα και ωραία και γενικά
όπως ο ερωτευμένος. Ο ρομαντικός συγγραφέας διαλέγει τα τοπία των πράξεων του
έργου να είναι πάρα πολύ γραφικά, ωραία, όμορφα, ήρεμα… ως αυτά που διαλέγουν
οι ερωτευμένοι (πχ. ωραίες κοιλάδες, αρχαιολογικοί χώροι, αξιοθέατα, γραφικές
ταβέρνες, απόμερα και ήσυχα μέρη…). Ομοίως χρησιμοποιεί λόγια (γλώσσα)
τρυφερά, γλυκά, αγνά, όπως αυτά που λένε οι πολύ ερωτευμένοι. Ομοίως ως
πρόσωπα του έργου (βασικοί ήρωες) φέρει άτομα ωραία, λεπτά, τρυφερά, αγνά…
στην εμφάνιση και χαρακτήρα. Στο ρομαντισμό είναι έντονα η αίσθηση της
εθνικής ζωής και το βαθύ θρησκευτικό συναίσθημα. Τα θέματα που απασχολούν τους
ρομαντικούς ποιητές είναι αυτά που τονίζουν τα εθνικά στοιχεία και την εθνική
ζωή, τα θρησκευτικά, τα πατριωτικά, τα ιπποτικά, τα ερωτικά κλπ. γεγονότα.

Στην Ελλάδα εμφανίστηκε σχεδόν την ίδια εποχή που επικράτησε στη Γαλλία και
κυριάρχησε στην ελληνική ποίηση για πενήντα ολόκληρα χρόνια. Οι ρομαντικοί
κηρύσσουν την επιστροφή στις ρίζες των λαϊκών πολιτισμών, διακηρύσσουν την
ελευθερία του καλλιτέχνη και αντιπαραθέτουν στη λογική τη φαντασία.
Σημαντικοί ρομαντικοί είναι ο Β.Ουγκώ (Victor Hugo), ο Μπάιρον (Byron) κ.α.

Σουρεαλισμός ή υπερρεαλισμός
Ο υπερρεαλισμός υπήρξε μεγάλο πρωτοποριακό κίνημα που δεν περιορίστηκε
στη λογοτεχνία αλλά αναπτύχθηκε σε όλες τις τέχνες. Εμφανίστηκε το 1924 στη
Γαλλία με αρχηγό τον Αντρέ Μπρετόν (Andre Breton) και εκπροσώπους τους
ποιητές Πωλ Ελιάρ (Paul Eluard), Λουί Αραγκόν (Louis Aragon) κ.α.
Η τεχνοκρατία αυτή αποβλέπει στην υπέρβαση του πραγματικού και αισθητού
κόσμου, ζητώντας την παράσταση και εξωτερίκευση των υποσυνειδήτων ενεργειών
της ψυχής και των ονειρικών εντυπώσεων. Δεν τηρεί τάξη, ακρίβεια,
ενότητα, συμφωνία και συμμετρία. Παρουσιάζει τα πράγματα και τις ιδέες
πολύ τολμηρά, πιο πέρα απ’ όσο βρίσκονται στην πραγματικότητα.
Πιστεύουν οτι ο άνθρωπος πρέπει να ξεφεύγει από τη καθημερινή πραγματικότητα
χρησιμοποιώντας τη φαντασία, τη τύχη, το όνειρο και το ασυνείδητο.
Στην Ελλάδα ο υπερρεαλισμός υιοθετήθηκε από σημαντικούς ποιητές όπως ο Εμπειρίκος,
ο Εγγονόπουλος, ο Γκάτσος αλλά και ο Ελύτης στις πρώτες του ειδικά συλλογές.
Ορθόδοξοι, ωστόσο, υπερρεαλιστές ήταν μόνο ο Εμπειρίκος και ο Εγγονόπουλος.

Συμβολισμός
Η τεχνοκρατία αυτή παρουσιάστηκε στο τέλος του 19ου αιώνα στη Γαλλία σαν
αντίδραση στο ρομαντισμό, στο νατουραλισμό και στον παρνασσισμό. Η
ονομασία αυτή δόθηκε γιατί στη νέα τούτη τεχνοτροπία ο καλλιτέχνης προσπαθεί
να εκφράσει τα πιο βαθιά συναισθήματα, ακόμη και τις πιο λεπτές τους
αποχρώσεις, με τη βοήθεια συμβόλων παρμένων από τον υλικό και τον πνευματικό
κόσμο. Οι συμβολιστές είναι κυρίως ποιητές που επιζητούν να δημιουργήσουν
μια ποίηση, στην οποία οι λέξεις θα έχουν μια υποβλητική μουσικότητα. Οι
συμβολιστές ποιητές γέννησαν τον ελεύθερο στίχο.

Ο συμβολισμός πίσω από κάθε φυσικό αντικείμενο, καλλιτέχνημα ή φαινόμενο,
βλέπει μια ιδέα, μια ψυχική και πνευματική ζωή. Ο υλικός κόσμος για το
συμβολιστή είναι σύμβολο, εικόνα, ή μορφοποίηση του νοητού κόσμου των ιδεών.

Κύρια χαρακτηριστικά του συμβολισμού είναι:
α) ο ρεμβασμός
β) η μουσικότητα
γ) η φευγαλέα εντύπωση και
δ) η υπερβολή.

Για να επιτύχει αυτό, χρησιμοποιεί τη γλωσσική ελευθερία και τη νοηματική
ασάφεια. Κύριος θεμελιωτής του συμβολισμού είναι ο Γάλλος Βερλαίν και
ο πρόδρομός του Μπωντλαίρ. Από το συμβολισμό επηρεάστηκαν πολλοί Ελληνες
ποιητές όπως ο Κ.Χατζόπουλος, ο Απ.Μελαχροινός, ο Λ.Πορφύρας, ο Ζ.Παπαντωνίου,
ο Κ.Καρυωτάκης κ.α.

Πηγές: Κείμενα του Θ.Ροδάνθη, Wikipedia.org

Ποίηση

Η Ποίηση (Ποιητικός Λόγος)

Η ποίηση είναι τέχνη που μιμείται πράξεις και λόγια, όχι
όπως αυτά έγιναν ή ειπώθηκαν, αλλά όπως θα μπορούσαν και όπως θα έπρεπε να γίνουν,
και η οποία αποβλέπει, με την αρμονία και το ρυθμό,
να οδηγήσει στην αρετή τις ανθρώπινες ψυχές που ακούνε τα δημιουργήματά της.

Ποίησις έστι τέχνη μιμητική πράξεών τε καί λόγων, ούχ’
οία ταύθ’ υπάρχει, αλλ’ οία δύναται καί δεί,
τέλος έχουσα τό μεθ’ αρμονίας καί ρυθμού είς
αρετήν διατιθέναι τάς τών ακουόντων ψυχάς. Αριστοτέλης

Τι είναι ποίηση;
Η ποίηση είναι η πρώτη μορφή της τέχνης με την οποία μίλησε ο άνθρωπος. Υστερα ακολούθησε ο πεζός λόγος – κυρίως η Ιστορία – και αργότερα η μελέτη.
Αν θέλαμε να δώσουμε έναν όρισμό της ποίησης, – ο τελειότερος δόθηκε από τον Αριστοτέλη και τον οποίο παραθέτουμε παραπάνω – δεν θα βρίσκαμε άκρη. Υπάρχουν πλήθος ορισμοί, που, λίγο-πολύ, ο ένας συμπληρώνει τον άλλο. Θα παραθέσουμε δύο ακόμα, που ο ένας αναφέρεται στη μορφή και ο άλλος στον αρχικό πυρήνα, στο σάλεμα της ψυχής από την έμπνευση.
O Αγγλος ποιητής Κόλλεριτζ είπε: η ποίηση είναι ιδανική διάταξη ιδανικών λέξεων.
Ο Γάλλος ποιητής Βαλερύ είπε: η ποίηση είναι ανάπτυξη ενός επιφωνήματος.
O πρώτος oρισμός αποβλέπει κυρίως στην εξωτερίκη εμφάνιση του ποιήματος, που πρέπει να είναι απαλλαγμένο από περιττές λέξεις. Καί όσες λέξεις τελικά χρησιμοποιεί ο ποιητής, πρέπει να είναι τέτοιας ποιότητας και να συνδυάζονται με τις γειτονικές τους κατά τέτοιον τρόπο, ώστε το σύνολο να δίνει ένα άψογο μουσικό καί αισθητικό αποτέλεσμα.
O δεύτερος ορισμός αποβλέπει κυρίως στην εσωτερική σύσταση του ποιήματος. Το ποίημα πρέπει να ξεκινάει από έναν αρχικό πυρήνα, από ένα σάλεμα της ψυχής, γιά να ολοκληρωθεί, αναπτυσσόμενο, σε ποιητικό δημιούργημα. Η προύπαρξη μιάς ψυχικής ανάγκης του ποιητή, αποτελεί στοιχείο απαραίτητο. Δίχως αυτή την ανάγκη, χωρίς την ειλικρίνεια της έμπνευσης, δεν μπορεί να υπάρξει σωστή ποίηση. Θα είναι ένα απλό παιγνίδι με τις λέξεις ή μιά καλή έστω κατασκευή, αλλά όχι ποίηση.
Av διαλέξαμε τους δυό αυτούς ορισμούς, είναι γιατί ο ένας συμπληρώνει τον άλλο. Στην ποίηση χρειάζονται τόσο η εσωτερική παρόρμηση καί ειλικρίνεια, όσο καί η ιδεώδης εξωτερική φραστική διατύπωση.
Μερικοί πιστεύουν οτι οι δυό αυτοί παράγοντες εμφανίζονται ταυτόχρονα, μιά καί ο ποιητής είναι ένα ξεχωριστό καί προικισμένο άτομο. Πιστεύουν δηλαδή οτι, γράφοντας, υπακούει στην Εμπνευση. Σαν να βουλιάζη σ’ ένα είδος θείας μέθης, κατά την οποία η Μούσα του υπαγορεύει καί αυτός γράφει. Αυτή η έννοια βγαίνει καί από τoν Oμηρο, που λέει:

Ανδρα μοι έννεπε, Μούσα, πολύτροπον…

Στην πραγματικότητα, αυτό που αποκαλούμε Εμπνευση, είναι μιά καλή στιγμή, μιά ευτυχισμένη διάθεση. Μέσα σ’ αυτή τη διάθεση πλάθεται καί αναπτύσσεται ο αρχικός πυρήνας, το «επιφώνημα», καθώς είπε ο Βαλερύ. Χρειάζεται όμως να έρθει ύστερα καί η επεξεργασία, ώστε να βρεθούν οι κατάλληλες λέξεις καί να μπουν σε μιά ιδεώδη ρυθμική διάταξη, όπως θέλει ο Κόλλεριτζ.
Το αρχικό γέννημα της φαντασίας πρέπει να πειθαρχήσει στους κανόνες της σύνθεσης. Το σύνολο αυτών των κανόνων, όπως θα τους αναπτύξουμε αναλυτικά παρακάτω, αποτελεί την ποιητική τέχνη.
Πρέπει όμως να εξυπηρετεί καί έναν ανώτερο σκοπό’ αυτόν που τονίζει ο Αριστοτέλης δηλ. με την αρμονία καί το ρυθμό να οδηγήσει τους ανθρώπους στην αρετή.
Από κείμενα του Θ.Ροδάνθη

Τα είδη της ποίησης
Η επική ποίηση είναι το αρχαιότερο είδος ποίησης. Τα έπη ασχολούνται με την περιγραφή και αφήγηση λόγων, πράξεων και κατορθωμάτων θεών (θρησκευτικό έπος) και ηρώων (ηρωικό έπος). Η Ιλιάδα και η Οδύσσεια του Ομήρου είναι τα αρχαιότερα ελληνικά έπη. Από τα σύγχρονα ξεχωρίζει ο Διάκος του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη.
Η λυρική ποίηση εκφράζει το συναισθηματικό κόσμο του ποιητή (χαρά, λύπη, ενθουσιασμό κλπ). Αρχαία λυρικά ποιήματα ήταν οι ωδές, οι ύμνοι (μελική ποίηση) και οι διθύραμβοι, τα εγκώμια, οι παιάνες (χορική ποίηση). Από τα σύγχρονα μας ποιήματα τα πιο πολλά είναι λυρικά.
Η ελεγειακή ποίηση εκφράζει έντονα συναισθήματα λύπης, πένθους (θρηνητικά, πένθιμα ποιήματα).
Η βουκολική ποίηση υμνεί τη ζωή της υπαίθρου και αντλεί θέματα από τη φύση.
Η δραματική ποίηση συνταιριάζει έπος και λυρισμό σε μορφή θεατρική. Τέτοια είναι η αρχαία τραγωδία, κωμωδία και σάτιρα, οι τραγωδίες του Σαίξπηρ κλπ και από τα νεότερα οι τραγωδίες του Σικελιανού και του Καζαντζάκη.

Ανάλογα πάλι με το περιεχόμενο και την τεχνοτροπία του ποιητή η ποίηση χωρίζεται στα εξής είδη:
Ρομαντική όπου δεν κυριαρχεί η λογική αλλά το συναίσθημα. Τέτοια ποιήματα έγραψε ο Παπαρρηγόπουλος, ο Βασιλειάδης κ.α.
Παρνασσιακή, όπου κυριαρχεί η προσπάθεια του ποιητή να πλάσει τέλειους στην εμφάνιση στίχους.
Συμβολική, όπου με τη μουσική επεξεργασία του στίχου (μουσικότητα, ρυθμός κλπ) σε συνδυασμό με το νόημα δημιουργείται συγκίνηση στον αναγνώστη.

Από τους μεγαλύτερους ποιητές του κόσμου είναι οι Αρχαίοι Έλληνες τραγικοί Αισχύλος, Σοφοκλής και Ευριπίδης, οι κωμικοί Αριστοφάνης και Μένανδρος, και οι λυρικοί Πίνδαρος, Αλκαίος και Σαπφώ. Κατά τη νεότερη εποχή ξεχωρίζει η ποιητική δημιουργία του Σαίξπηρ, του Δάντη, του Γκαίτε,του Σίλλερ, του Ουγκώ, του Χάινε. Η νεοελληνική ποιητική μούσα μας χάρισε τα θαυμάσια δημοτικά τραγούδια και τα ποιήματα γνωστών ποιητών, όπως ο Διονύσιος Σολωμός, ο Ανδρέας Κάλβος, ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, ο Κωστής Παλαμάς κ.α.

Οι αρχαίοι Έλληνες ανέπτυξαν ιδιαίτερα την ποίηση και συγκεκριμένα το έπος, τη λυρική ποίηση και το δράμα ως ποιητικά είδη, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει πως δεν άνθισαν και άλλα είδη, όπως η βουκολική ποίηση. Αξιοσημείωτο είναι ότι πέντε από τις εννέα Μούσες ήταν προστάτιδες των διαφόρων ειδών της ποίησης.
Πηγή: el.wikipedia.org

Ο Κλέων Παράσχος γράφει για την ποίηση
Ο Valéry μάς έδειξε αρκετά πειστικά την αδυναμία μας να ορίσουμε την ποίηση. «Επειδή ούτε το καθαυτό αντικείμενο της ποιήσεως ούτε η μέθοδος για να το βρούμε έχουν ξεκαθαριστεί, αφού, όσοι τα γνωρίζουν σωπαίνουν, και όσοι δεν τα ξέρουν μιλούνε γι’ αυτά, κάθε σαφήνεια πάνω στα ζητήματα τούτα εξακολουθεί να είναι υπόθεση προσωπική, η μεγαλύτερη αντίφαση στις γνώμες επιτρέπεται, και για καθεμιά υπάρχουν ένδοξα παραδείγματα και πειράματα που δύσκολα μπορεί κανείς να τ’ αμφισβητήσει».
Πραγματικά, από τα πιο δύσκολα πράγματα —ίσως και αδύνατο— είναι να ορίσει κανείς την ποίηση, — εννοώ να την ορίσει ακριβώς. Ένα μέσο προσφέρεται για μια τέτοια απόπειρα, το πιο πρόχειρο και το πρώτο· η προσωπική πείρα του καθενός μας. Ας ανατρέξουμε λοιπόν στην προσωπική πείρα μας. Τι θα δούμε; Θα δούμε ότι διαβάζοντας ποιητές όχι διαφορετικών καιρών και τόπων ή ειδών (επικό, δραματικό, λυρικό), αλλά δυο λυρικούς του ίδιου τόπου και του ίδιου καιρού, έχουμε —έχει ο «επαρκής» αναγνώστης— μια διαφορετική εντύπωση από τον καθένα. Άλλη εντύπωση ξυπνά μέσα μου ένα ποίημα του Παλαμά, άλλη ένα ποίημα του Χατζόπουλου, άλλη ένα ποίημα του Γρυπάρη. Πιθανόν να υπάρχουν και όμοια συστατικά στην εντύπωση· τα διαφορετικά όμως συστατικά είναι περισσότερα και αυτά κατά κύριον λόγον προσδιορίζουν την εντύπωση.
Η διαφορά μεγαλώνει όταν έχουμε να κάνουμε με ποιητές (ομοειδείς πάντοτε) διαφόρων τόπων, και προπάντων, διαφόρων καιρών. Εδώ, δεν πρόκειται πια για μια απλή διαφορά· κάθε καιρός μάς προσφέρει και ένα εντελώς άλλο νόημα της ποιήσεως, δηλαδή, κάθε καιρός ορίζει μ’ έναν τρόπο δικό του την ποίηση. Οι ρομαντικοί, έξαφνα, όρισαν την ποίηση εντελώς αντίθετα από ό,τι την όριζαν οι κλασικοί, και την αντίθεση αυτή τη διατήρησαν και οι νεορομαντικοί, και οι συμβολιστές, και ακόμα εντονότερα, οι υπερρεαλιστές. Τι μας δείχνουνε όλα τούτα; Ότι ενιαίος ορισμός της ποιήσεως δεν υπάρχει, αφού και η ποίηση δεν είναι μια, αλλά κάθε εποχή έχει μια δική της έννοια της ποιήσεως.
Αυτός ο δρόμος λοιπόν δε θα μας οδηγήσει στον ορισμό που ζητούμε. Ας πάρουμε έναν άλλον, πιο δύσκολον, στην πρώτη ματιά, που ίσως όμως μας ευκολύνει περισσότερο στη δουλειά μας. Ας πάρουμε τις τρεις μεγάλες υποδιαιρέσεις της ποιήσεως· την επική, τη δραματική, τη λυρική ποίηση. Μήπως κάτω από τη διαφορετική επιφάνεια, τα τρία αυτά είδη έχουν τίποτε το κοινό; Ναι, βέβαια, έχουν. Πρώτα πρώτα, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, κρυφότερα ή φανερότερα, εκφράζουν πείρες ατομικές, ανθρώπων, ποιητών, του Όμηρου, του Αισχύλου, του Πίνδαρου, ιστορίες τριών ψυχών, τρεις στάσεις απέναντι στη ζωή, πράμα που βρίσκουμε και στους πεζογράφους και σε κάθε τεχνίτη. Και ύστερα —τούτο είναι το πιο σπουδαίο εδώ— ο λόγος και των τριών αυτών ποιητών είναι μουσικός, τον συγκροτούν και τον προσδιορίζουν ρυθμοί και μέτρα. Το βρήκαμε λοιπόν. Η ποίηση δεν είναι μονάχα ο «έμμετρος» ή ο «μουσικός» λόγος, «τα περί την μουσικήν και τα μέτρα» καθώς πίστευε ο Πλάτων. Είναι αυτό, μαζί με ένα άλλο συστατικό· το βίωμα· αίσθημα ή στοχασμό, που τα ζήσαμε βαθιά, επίμονα ή συναίσθημα, που δόνησε έντονα την ψυχή μας και που προχώρησε και βαθιά. Να, λοιπόν, ο ορισμός. Ποίηση είναι κάθε βίωμα βαθύ που εκφράζεται με έμμετρο λόγο.
Βιαστήκαμε νομίζω· ας δούμε καλύτερα το πράμα. Τα μέτρα και οι ρυθμοί είναι συστατικά αχώριστα, σύμφυτα, «τα περί την μουσικήν και τα μέτρα ποίησις τούτο μόνον καλείται»; Δε μπορεί να υπάρξει λόγος ποιητικός (δε λέω ποίηση) χωρίς μέτρα και ρυθμούς; Πώς όχι; Ένα πλήθος ποιητές, ο Ρεμπώ, ο Λωτρεαμόν, ο Χούιτμαν, ο Κλωντέλ, οι υπερρεαλιστές, μας έδωσαν και μας δίνουν λόγο ποιητικό που ελάχιστα διαφέρει ή που δε διαφέρει καθόλου από την πρόζα. Δεν παύουν ωστόσο να είναι ποιητές, και πολύ σπουδαίοι μάλιστα, ποιητές σε όλη τη σημασία της λέξης. Άρα, τα μέτρα και οι ρυθμοί δεν είναι στοιχεία ουσιαστικά, βασικά, αχώριστα από την ποίηση, «τα περί την μουσικήν και τα μέτρα» δεν είναι τούτο μόνον η ποίηση.
Είναι λοιπόν στοιχείο αχώριστο από την ποίηση το βαθύ —τονίζω τη λέξη— το βαθύ βίωμα; Αλλά ποιο βίωμα είναι το βαθύ, δηλαδή από τις εμπειρίες, από ποια γεγονότα, από ποια στρώματα του ψυχοπνευματικού βίου μας μπορεί ν’ αναδυθεί ποίηση; Από το αίσθημα —ένα οποιοδήποτε αίσθημα— από το συναίσθημα —ένα οποιοδήποτε συναίσθημα— από το πάθος, από το χώρο της νοήσεως ή από το χώρο του «ηθικού»; Ας ακούσουμε έναν ποιητή, τον Ρίλκε. Είναι πολύ υπολογίσιμη η απάντηση που δίνει στο ρώτημα τούτο. «Νομίζω πως θάπρεπε ν’ αρχίσω να δουλεύω λιγάκι, τώρα που μαθαίνω να βλέπω. Είμαι είκοσι οχτώ χρόνων και δεν έκαμα σχεδόν τίποτε. Για να ιδούμε: έγραψα μια μελέτη για τον Carpaccio, που είναι κακή, ένα δράμα με τον τίτλο «Γάμος», που θέλει ν’ αποδείξει αληθινή μια ψεύτικη θέση με μέσα ύποπτα, και στίχους. Ναι, αλλά οι στίχοι έχουν τόσο λίγη σημασία όταν τους γράφουμε νέοι! Θα έπρεπε να περιμένουμε και να καρπολογούμε σε ολάκερη ζωή, μια ζωή μακριά αν είναι βολετό — και ύστερα τέλος, πολύ αργά, θα είμαστε ίσως ικανοί να γράψουμε τις δέκα γραμμές που θα είναι καλές. Γιατί οι στίχοι δεν είναι, όπως πιστεύουν μερικοί, αισθήματα (αυτά τάχουμε πάντα αρκετά νωρίς), είναι πείρες. Για να γράψει κανείς και ένα στίχο, πρέπει νάχει ιδεί πολλές πολιτείες, ανθρώπους και πράματα, πρέπει να γνωρίζει τα ζώα, πρέπει να αισθάνεται πώς πετούν τα πουλιά και να ξέρει τι κίνηση κάνουν τα μικρά λουλούδια όταν ανοίγουνε το πρωί. Πρέπει να μπορείς να ξανασυλλογιστείς δρόμους σε άγνωστα μέρη, συναντήσεις απροσδόκητες, αναχωρήσεις που τις έβλεπες καιρό να ζυγώνουν, μέρες των παιδιάτικων χρόνων που το μυστήριο τους δεν εξιχνιάστηκε ακόμα, τους γονείς σου που τους πλήγωνες όταν σου έφερναν μια χαρά που δεν την καταλάβαινες (ήταν μια χαρά καμωμένη για άλλον), αρρώστιες των παιδιάτικων χρόνων που άρχιζαν τόσο παράξενα, με τόσο βαθιές και σοβαρές μεταμορφώσεις, μέρες που πέρασες σε κάμαρες ήρεμες και απόμερες, πρωινά στην ακροθαλασσιά, την ίδια τη θάλασσα, θάλασσες, νύχτες ταξιδιών που φρικιούσαν πολύ ψηλά και πετούσαν με όλα τ’ άστρα — αλλά και όλα αυτά να μπορείς να τα σκέπτεσαι, δεν είναι αρκετό. Πρέπει νάχει κανείς αναμνήσεις από πολλές ερωτικές νύχτες, που καμιά τους δεν έμοιαζε με την άλλη, από κραυγές γυναικών που ούρλιαζαν γεννοβολώντας, και από ανάλαφρες, λευκές, κοιμόμενες λεφτερωμένες που ξανάκλειναν. Πρέπει ακόμα νάχουμε σταθεί δίπλα σ’ ετοιμοθάνατους, νάχουμε μείνει καθισμένοι κοντά σε νεκρούς, μες στην κάμαρα, με το παράθυρο ανοιχτό και με τους θορύβους που έρχονται μαζωχτοί κάθε τόσο.
»Αλλ’ ούτε φτάνει να έχουμε αναμνήσεις. Πρέπει να ξέρουμε να τις ξεχνούμε όταν είναι πολλές, και πρέπει νάχουμε τη μεγάλη υπομονή να περιμένουμε να ξανάρθουν. Γιατί ακόμα και οι αναμνήσεις δεν είναι ό,τι χρειάζεται. Όταν μονάχα γίνουν μέσα μας αίμα, ματιά, χειρονομία, όταν δεν έχουν πια όνομα και δεν ξεχωρίζονται πια από μας, τότε μονάχα, σε μια πολύ σπάνια ώρα, μπορεί απ’ ανάμεσά τους να υψωθεί η πρώτη λέξη ενός στίχου…»
Πρέπει να υπάρχει βίωμα για να υπάρξει ποίηση· και ο Ρίλκε μάς αφήνει να εννοήσουμε —να διαισθανθούμε— τι είναι το βαθύ, πλούσιο, μυστικό και απροσδιόριστο αυτό πράμα. Πιο απτά ορίζει το βίωμα ο Καρλάυλ. Ο Καρλάυλ πιστεύει ότι όπου υπάρχει πάθος, αναταραχή της ψυχής, και βάθος, χώρος βαθύς και μυστικός της ψυχής, υπάρχει μουσική, άρα —τα δυο πράγματα δεν τα χωρίζει— και ποίηση. Εκεί που αναδίνεται ο τόνος του πάθους, αναδίνεται κάτι το ποιητικό. Οι λέξεις που ξεστομίζουμε, λέει, κατεχόμενοι από οργή, γίνονται άσμα. Δεν νομίζω τα λόγια που ξεστομίζουν εκείνοι που καβγαδίζουν να γίνονται «άσμα». Θα μπορούσε πολύ σωστότερα να πει ο Καρλάυλ ότι οι λέξεις που ξεστομίζουμε κατεχόμενοι από έρωτα, γίνονται άσμα. Και τότε, θα θυμόμαστε πόσο, πράγματι, σε κάποια έργα του Σαίξπηρ, λ.χ., όπου πεζός και έμμετρος λόγος ανακατώνονται, όπως στο «Χειμωνιάτικο Παραμύθι», εκεί που αρχίζει να μιλά το πάθος, η συγκινημένη ψυχή, ο λόγος αυτοδύναμα θάλεγες, φυσικά, αναπόδραστα από πεζός γίνεται έμμετρος — ποιητικός. Για τον Καρλάυλ καθετί που έχει βάθος, είναι άσμα, δηλαδή ποίηση. Ολάκερος ο ενδόμυχος κόσμος είναι μελωδικός και φανερώνεται με τραγούδι. Μουσικά παθαίνεται, μουσικά δονείται, γίνεται μουσική η σκέψη μας όταν εισδύει την εσώτατη ουσία των πραγμάτων που είναι η ίδια η μουσική. Ποιητικό βίωμα λοιπόν για τον Καρλάυλ είναι κάθε επικοινωνία της ψυχής με την εσώτατη ουσία του κόσμου και της ζωής, που είναι μουσική, δηλαδή κάτι που δεν μπορεί μήτε να το συλλάβει μήτε να το εκφράσει ο νους.
Ακόμα πιο μυστικό, και πιο καθαρό νόημα δίνει στο βίωμα το ποιητικό ο Πόε, νόημα πλατωνικό, όπως τόνιωσε και το έζησε η ρομαντική του συνείδηση, η θρεμμένη με το γερμανικό ιδεαλισμό. Ο Πόε βγάζει έξω από το χώρο του ποιητικού βιώματος το πάθος —την αναταραχή της καρδιάς— και βγάζει έξω και το ηθικό αίσθημα και την καθαρή σκέψη. Όλ’ αυτά δέχεται ότι επεισοδιακά μόνο και με λογιώ λογιώ τρόπους μπορούν να υπηρετήσουν το σχέδιο το γενικό του ποιήματος, υποταγμένα όμως στην Ομορφιά. Γιατί ουσία και ατμόσφαιρα του ποιήματος είναι η Ομορφιά.
Πολύ ακαθόριστη αυτή η λέξη ομορφιά κι εδώ καταντά πραγματικά μεταφυσική. Ακριβώς· μεταφυσικό είναι το νόημα που δίνει στο βίωμα το ποιητικό και στην ποίηση ο Πόε. Ποιητική εμπειρία ζει και εκφράζει ο ποιητής και τότε μόνο μπορεί ν’ αξιώσει τη θεία ονομασία του ποιητή, όταν μέσα από την ποίησή του μας κάνει, σαν σ’ έκσταση, και αναλυμένοι σε δάκρυα, να διαισθανθούμε, να δούμε σε αόριστες και σύντομες αστραπές, την Ομορφιά, την όχι εγκόσμια, που τ’ αληθινά της συστατικά δεν ανήκουν ίσως παρά στην αιώνια ουσία των όντων. Δίψα άσβηστη και νοσταλγία μάς καίει, πόνος που δεν μπορούμε ν’ αδράξουμε, σε τούτη εδώ κιόλας τη γη, τις θείες και μαγικές υπερκόσμιες χαρές που δίνει η Ομορφιά, δίψα και νοσταλγία που είναι συνέπεια και δείγμα μαζί της αθάνατής μας ουσίας.
Ο ποιητικός χώρος, όπως τον ξεκαθαρίζει, —όπως τον συμμαζεύει— ο Πόε, είναι ο χώρος της καθαρής ποιήσεως. Οι νεότεροι θεωρητικοί της καθαρής ποιήσεως, ο Μαλλαρμέ, ο Αββάς Μπρεμόν, ο Βαλερύ, θα βάλουν τα ίδια ορόσημα και θα περιορίσουν στον ίδιο απάνω κάτω χώρο το «ποιητικό», τα ίδια σχεδόν που κρατά και ο Πόε συστατικά θα κρατήσουν και τα ίδια θ’ απορρίξουν, μόνο που αυτοί θα επιμείνουν ιδιαίτερα στην αξία του φθόγγου, στη φθογγική σύσταση του ποιήματος, και, ώρες ώρες, θα δώσουν την εντύπωση ότι ουσία του ποιήματος, όλο το ποίημα, είναι γι’ αυτούς η φθογγική σύστασή του.

Στο παραλειπόμενο απόσπασμα ο συγγραφέας ασχολείται με την αξία της φθογγικής σύστασης του στίχου. Μεταξύ άλλων γράφει:

Να, έξαφνα, οι στίχοι τούτοι του Λέρμοντοφ, σε μια πεζή, την πιο πρόχειρη που μπορεί να γίνει μετάφραση. «Η νύχτα είναι γαλήνια —η έρημος ακούει το Θεό— και το άστρο μιλάει στο άστρο». Ούτε μουσική, (φθογγική), ούτε μέτρα, — λόγια κοινά, πενιχρά ίσα ίσα, και ένα μονάχα επίθετο «γαλήνια». Και όμως, οι στίχοι αυτοί είναι μουσικοί, είναι ποιητικοί, είναι άπειρα ποιητικότεροι απ’ αυτούς λ.χ. τους στίχους, που έχουν όλο το μετρικό οπλισμό και είναι γεμάτοι από ποιητικότατα (που φέρνουν στο νου μας παραστάσεις ποιητικές) πράματα:

Άκουσε το απόκοσμο, το παληό βιολί,
μέσα στη νυχτερινή σιγαλιά του Απρίλη.
Στο παληό κουφάρι του μια ψυχή λαλεί
με τ’ αχνά κι απάρθενα της αγάπης χείλη…

Καμιά ποιητική εντύπωση, ενώ αντίθετα, τα πενιχρά, τα δίχως μέτρα και ρυθμούς και ομοιοκαταληξίες λόγια του Λέρμοντοφ ξυπνούν μέσα μας τη βαθύτερη ποιητική συγκίνηση που μπορούμε να αισθανθούμε, εκείνη που μας δίνει η μέθεξή μας σ’ ένα αίσθημα πραγματικά θρησκευτικό, το ακρόαμα του μυστηρίου του κόσμου. Ένα αίσθημα βαθύ αποτυπώθηκε εδώ πέρα στα λόγια και τα έκανε ποίηση, τα έκανε λόγια μουσικά, με το βαθύτερο νόημα της λέξης.
Κατόπιν αυτού αναρωτιέται: Αυτό όμως το «ρεύμα» το ζωοποιό, που όταν διαπερνά τις λέξεις τις κάνει από άψυχα σύμβολα, πλήκτρα μαγικά, ουσία μαγική, από πού ξεπηδά, το γεννούν οι λέξεις, έτσι καθώς οι φθόγγοι τους ενώνονται ο ένας με τον άλλον, θωπεύουν, αγκαλιάζουν, φιλούν ο ένας τον άλλον, ή μήπως ξεπηδά από κάποιο μυστικό κέντρο της ψυχής και διοχετεύεται και πηγαινοέρχεται ακούραστο, αστείρευτο, μες στις λέξεις;
Και καταλήγει ως εξής (αφού παραθέτει κι άλλους στίχους):
Η ποίηση δεν μπορεί να είναι φθόγγος μόνο, δεν μπορεί να είναι μόνο μαγεία φθογγική. (Όπως δεν μπορεί να είναι και μόνο εικόνα). Είναι μαγεία, που δεν τη δημιουργεί όμως μόνο ο φθόγγος. Υπάρχει και ένα άλλο στοιχείο, ομοούσιο ίσως με το φθόγγο, που γεννιέται ίσως μαζί με το φθόγγο, που και η ύπαρξή του όμως και η παρουσία του μες στο ποίημα, πέρα πέρα, δεν ταυτίζεται με το φθόγγο. Όταν ό,τι πιο ωραίο, πιο βαθύ, πιο ουσιαστικό έζησα, όταν όλα μου τα μεγάλα ανθρώπινα ενδιαφέροντα μου τα δίνει στο ποίημά του ο ποιητής, εκφρασμένα με τον πιο εξαίσιο τρόπο κι έτσι που να μοιάζουν και σα γνωστά και σαν πράματα που πρώτη φορά τ’ αντικρίζω· και όταν νιώθω ότι με τα λόγια του μου ξεσκεπάζει ό,τι περισσότερο μπορεί να ξεσκεπαστεί από το μυστήριο της ψυχής και του κόσμου, με κάνει να ζυγώσω χώρους όπου δε θα με πάει άλλος κανείς· τότε, αυτό που μου προσφέρει, αυτή η γνώση, αυτή η αποκάλυψη είναι για μένα κάτι μαγικό και πολύτιμο όσο και η μαγεία του φθόγγου. Και είναι η απόλυτη εγγύηση της παρουσίας μιας ψυχής, και όχι της παρουσίας, έστω και ενός απαράμιλλου, μάγου όμως μόνον του ήχου.
Θα μπορούσαμε ίσως τώρα να επιχειρήσουμε έναν ορισμό της ποιήσεως. Θα μπορούσαμε να πούμε: Ποίηση είναι ένα βίωμα βαθύ που έγινε μαγικός λόγος. Φτάσαμε μήπως στο τέρμα του σκοπού μας; Όχι, γιατί το δεύτερο μέρος του ορισμού θέλει ξεδιάλυμα. Ποιον λόγο μπορούμε να ονομάσουμε μαγικό; Εκείνον που πραγματώνεται με μέτρα και μουσική, που είναι μουσική προπάντων και από μόνη την τονική σύστασή του; Όχι. Μαγικό λόγο θα πούμε εκείνον που γεννά μέσα μας, ανεξάρτητα από τη μελωδική ή όχι φθογγική σύστασή του, μουσική. Ας θυμηθούμε τον Καρλάυλ και ας θυμηθούμε τους πενιχρούς στίχους του Λέρμοντοφ. Καθετί βαθύ είναι άσμα, άρα ποίηση, μας είπε ο Καρλάυλ. «Η νύχτα είναι γαλήνια —η έρημος ακούει το Θεό— και το άστρο μιλάει στο άστρο». Στα δίχως μέτρα και δίχως φθογγική μουσική λόγια τούτα του Λέρμοντοφ υπάρχει μέλος, υπάρχει ποίηση, είναι ποίηση τα λόγια τούτα, γιατί ανάβρυσαν από κάτι βαθύ, από ό,τι βαθύτερο μπορεί ίσως να νιώσει ο άνθρωπος, από ένα αίσθημα θρησκευτικό που κατάφερε ο ποιητής να το μετουσιώσει σε λέξεις. Ποίηση λοιπόν είναι κάθε βαθύ ψυχικό γεγονός; Όχι. Είναι το βαθύ ψυχικό γεγονός που έγινε λόγος μαγικός, που μπόρεσε να εναποθέσει την ουσία του, να μεταμορφώσει την ουσία του σε λέξεις. Μια τέτοια πραγμάτωση βλέπουμε σε όλη τη νεότερη ποίηση. Και όταν ο λόγος δεν έχει καμιά μουσική φθογγική σύσταση, και όταν δεν παραλλάζει παρά μόνο σχεδόν στη διάταξή του από τον πεζό, είναι ποίηση. Ποίηση είναι ο Λωτρεαμόν, ποίηση είναι ο Έλιοτ, ποίηση είναι ο Καβάφης, ο λόγος τους είναι ουσία ποιητική και ενέργεια ποιητική. Δεν είναι όμως ποίηση καθαρή —όριο όπου δεν μπορούμε να κατοικήσουμε, φλόγα που την περνά το χέρι, όπου δεν μπορεί όμως να κρατηθεί— γιατί δεν απόρριξε στοιχεία που η ποίηση η καθαρή τ’ απορρίχνει, ωσάν άχρηστα, αφού είναι το υλικό του πεζού λόγου, και σα βλαβερά, γιατί χαλούν την καθαρή της ουσία.
Μήπως φτάσαμε τώρα στο τέρμα; Όχι, ούτε τώρα. Προσπαθούμε να πιάσουμε κάτι άπιαστο, να βρούμε το λεκτικό ισοδύναμο ενός μυστηρίου, να ορίσουμε ένα μυστήριο. Ένας γάλλος φιλόσοφος, ο Lachelier, στο πρώτο μάθημά του φιλοσοφίας, που έκαμε στην ανώτερη τάξη ενός γυμνασίου, χάραξε στό μαυροπίνακα τις λέξεις: «Τι είναι φιλοσοφία;» Και αποκρίθηκε: «Δεν ξέρω». Την ίδια απόκριση τίμιο είναι να δίνουμε και όταν μιλούμε για την ποίηση.

Τι είπαν για την ποίηση Έλληνες λογοτέχνες
Μανόλης Αναγνωστάκης
Η ποίηση δεν είναι ο τρόπος να μιλήσουμε αλλά ο καλύτερος τοίχος να κρύψουμε το πρόσωπό μας.

Αριστοτέλης
Η τέχνη της ποίησης είναι έργο του προικισμένου μάλλον παρά του μανικού καλλιτέχνη, γιατί ο πρώτος είναι ο επιδέξιο μιμητής, ενώ ο δεύτερος κατέχεται από ενθουσιασμό και του λείπει η ψυχική ηρεμία.

Κώστας Βάρναλης
Αμ’ οι ποιητάδες; Αρσενικές Πυθίες, που κουβεντιάζουνε με τους Θεούς σαν παλιοί κουμπάροι…Μεσάτοι, κουνιστοί και με κομμένα μάτια, κει που περπατάνε σκορπίζοντας αρώματα και χάχανα καμπανιστά, σταματάνε ξαφνικά, γουρλώνουνε τα μάτια και κοιτάζουνε τ’ άστρα μέρα μεσημέρι. Κείνη τη στιγμή κατεβαίνουν άγγελοι των Θεών και τους καλούνε στον Όλυμπο της Μωρίας!… Εκεί μεθάνε κ’ εδώ χρησμολογούνε. Με τα μάτια των στίχων μας λυτρώνουν από τα δεσμά της ματαιότητας. Αφτοί δίνουν αιωνιότητα σ’ ότι αγγίσουνε με την πνοή τους. Χάρη σ’ αφτούς ο κόσμος γίνεται καλύτερος και βασιλέβουνε στη γης η ψυχή κι ο Θεός!

Νικηφόρος Βρεττάκος
Η ποίηση δεν είναι παρά ένας μεγεθυντικός φακός της πραγματικότητας. Η μεγέθυνση των αληθινών διαστάσεων του ανθρώπου και του κόσμου που μας περιβάλλει, μπορεί να μας μεταδώσει την αίσθηση του μεγαλείου της ζωής την οποία είμαστε έτοιμοι να καταστρέψουμε.

Κική Δημουλά
Είναι από τα πιο επηρμένα μυστήρια, τα πιο αχανή, και μόνο ικανοποίηση στις παρομοιώσεις δίνεις αν πεις ότι η ποίηση είναι ένα μείγμα εύγεστων δηλητηρίων σε χρυσά δελεαστικά ποτήρια, ή ότι είναι ο πειρασμός, ο δαίμονας που μπαίνει ξαφνικά στο σώμα του κανονικού, προκαλώντας ένα σεληνιασμό γόνιμο, ή ακόμα ότι είναι ένα είδος ευθανασίας των πραγμάτων που υποφέρουν μέσα μας, είτε ως ανικανοποίητα είτε ως προδομένα.
Ευκολότερα θα μπορούσε να ορίσει κανείς το ποίημα, μια και αυτό έχει υποκύψει στη σύμβαση να πάρει μια μορφή, ένα σχήμα, που είναι η φυλακή και η απελευθέρωση ταυτόχρονα κάποιου μηνύματος. Ένα ποίημα λοιπόν είναι η διπλή ζωή των λέξεων, ο κρυμμένος ερωτισμός τους και η λαγνεία τους για παρθένα οράματα. Είναι ο τυχοδιώκτης των λέξεων, η πλεονεξία τους: κάθε τόσο εγκαταλείπουν τη μετριότητα της χρήσης τους και ακολουθώντας δυσανάγνωστους χάρτες, που χάραξε ανώνυμη ανησυχία, ψάχνουν, σκάβουν να βρουν φλέβες χρυσού λυτρωτικού ρόλου.
Κι αλλιώς ο ίδιος ορισμός : βαδίζεις σε μιαν έρημο. Ακούς ένα πουλί που κελαηδάει. Όσο κι αν είναι απίθανο να εκκρεμεί ένα πουλί στην έρημο, ωστόσο εσύ είσαι υποχρεωμένος να του φτιάξεις ένα δένδρο. Αυτό είναι το ποίημα.

Οδυσσέας Ελύτης
Η ποίηση αρχίζει εκεί όπου αρχίζει να ηττάται ο θάνατος.

Ανδρέας Εμπειρίκος
Η ποίησις είναι ανάπτυξις στίλβοντος ποδηλάτου.

Κωνσταντίνος Καβάφης
Πολύ υψηλή της Ποιήσεως η σκάλα.

Ελένη Καπετανάκη
Ένα καταφύγιο στους δύσκολους καιρούς, τρόπος ζωής, μάθημα ζωής, το φευγαλέο, το μεγαλειώδες, τραγούδι γι αυτούς που ξέρουν να τραγουδούν και κραυγή γι αυτούς που μπορούν να μιλούν,σοφία αλλά και τρέλλα, μαγεία, σκέψεις και πεποιθήσεις,όλα αυτά που φοβόμαστε, στοχασμός, σκέψη, ένας δρόμος με αρχή μα όχι τέλος, ιδιόμορφος και λυρικός τρόπος έκφρασης,ένα λουλούδι, το ταξίδι της ψυχής που μόνο αυτή μπορεί να φτάσει, η έκφραση του ωραίου, ένα ποτάμι…

Κώστας Καρυωτάκης
Η ποίηση είναι το καταφύγιο που φθονούμε.

Τάσος Λειβαδίτης
Θυμάμαι παιδί που έγραψα κάποτε τον πρώτο στίχο μου. Από τότε ξέρω ότι δε θα πεθάνω ποτέ – αλλά θα πεθαίνω κάθε μέρα.

Μάρκος Μέσκος
Ενας ορισμός της ποίησής μου: ο απελπισμένος έρωτας της ουτοπίας.

Κλέαρχος Νεάρχου ή Κώστας Ουράνης
Ποίηση είναι η αίσθηση και η προτροπή που σου προκαλεί η αφέντρα του ουρανού Σελήνη να γράφεις σαν μια Αυγουστιάτικη Πανσέληνος.

Γιώργης Παυλόπουλος
Μια πόρτα ανοιχτή, για την οποία αιώνες τώρα φτιάχνονται ατέλειωτες αρμαθιές αντικλείδια.

Πλάτων
Η ποίηση ένα πράγμα ανάλαφρο, ιερό και φτερωτό. Η ποίηση είναι η αιτία που φθείρει το κάθε τι από το μη είναι στο είναι.

Γιάννης Ρίτσος
Πολλοί στίχοι είναι σαν πόρτες – πόρτες κλειστές σ’ ερημωμένα σπίτια
και πόρτες ανοιχτές σε ήμερες συγυρισμένες ψυχές.

Γιώργος Σαραντάρης
Η ποίηση είναι εκείνος ο εαυτός μας που δεν κοιμάται ποτέ.

Μίλτος Σαχτούρης
Λανθάνουσα κοινή ανθρώπινη ανάγκη για ουρανό.

Γιώργος Σεφέρης
Η ποίηση έχει τις ρίζες της στην ανθρώπινη ανάσα.

Γιώργος Σεφέρης
Είναι παράξενο πως γράφει κανείς ποιήματα…

Νίκος Φωκάς
Ακραία δυνατότητα μιας άνοιξης.

Αργύρης Χιόνης
Η ποίηση πρέπει να ‘ναι ένα ζαχαρωμένο βότσαλο πάνω που θα ‘χεις γλυκαθεί να σπας τα δόντια σου.

10 ποιήματα που θα σας κάνουν να λατρέψετε την ποίηση!
“Ότι και να σας λένε, μην ακούτε, οι λέξεις και οι ιδέες μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο!”
Η ποίηση, η ανάγνωση λογοτεχνικών κειμένων, η ζωγραφική, η μουσική και γενικά η τέχνη είναι στοιχεία τόσο ζωτικής σημασίας για τον άνθρωπο όσο η αναπνοή και το καθαρό οξυγόνο!
Η ποίηση ανέκαθεν είχε μια μυστηριακή, ευεργετική ιδιότητα στο να απαλύνει τις υπαρξιακές αγωνίες του ανθρώπου και να «καθαγιάζει» τα πάθη του, κάνοντας τη σκέψη και τις ιδέες να μοιάζουν πιο υπαρκτές απο ποτέ, ενώ ταυτόχρονα είναι ένας τρόπος να γίνεται κανείς «αιώνιος», έστω για λίγο! Μέσω της ποίησης, μπορείς να προσδώσεις ένα νόημα στο ψυχρό και αδιάφορο σύμπαν που σε περιβάλλει, στο σύμπαν που «ήρθες» έτσι τυχαία και απροσδόκητα!
Όσο διαρκεί ένα ποίημα, είτε για εκείνον που το γράφει είτε για εκείνον που το διαβάζει, μπορεί κανείς να διαρρήξει για λίγο την θνητότητα της ύπαρξής του και να «αγκαλιάσει» την ασύλληπτη, για τον ανθρώπινο νου, έννοια της αιωνιότητας.
Παραφράζοντας τη μνημειώδη φράση του Κάφκα, θα μπορούσαμε να δώσουμε έναν ορισμό στην ποίηση, που της ταιριάζει απόλυτα: «Τα ποιήματα που μας κάνουν καλό είναι αυτά που πέφτουν σαν τσεκούρι στην παγωμένη θάλασσα της ψυχής μας.»!

1. Αγαπάω – Νίκος Καββαδίας (Ένα τρομερά ευαίσθητο και αδημοσίευτο ποίημα που έγραψε ο Νίκος Καββαδίας όταν ήταν μόλις 19 χρονών!)
«Αγαπάω τ’ ό,τι θλιμμένο στον κόσμο,
Τα θολά τα ματάκια, τους άρρωστους ανθρώπους,
Τα ξερά, γυμνά δέντρα και τα έρημα πάρκα,
Τις νεκρές πολιτείες, τους τρισκότεινους τόπους.
Τους σκυφτούς οδοιπόρους που μ ένα δισάκι
Για μια πολιτεία μακρινή ξεκινάνε.
Τους τυφλούς μουσικούς των πολύβουων δρόμων,
Τους φτωχούς, τους αλήτες, αυτούς που πεινάνε
Τα χλωμά τα κορίτσια που πάντα προσμένουν
Τον ιππότη που είδαν μια βραδιά στο όνειρό τους
Να φανεί απ τα βάθη του απέραντου δρόμου
Τους κοιμώμενους κύκνους πάνω στ’ ασπροφτερό τους
Τα καράβια που φεύγουν για καινούρια ταξίδια
Και δεν ξέρουν καλά αν θα γυρίσουν ποτέ πίσω
Αγαπάω, και θα θελα μαζί τους να πάω,
Κι ούτε πια να γυρίσω
Αγαπάω τις κλαμένες, ωραίες γυναίκες
Που κοιτάνε μακριά, που κοιτάνε θλιμμένα.
Αγαπώ σε τούτον τον κόσμο ό, τι κλαίει
Γιατί μοιάζει με μένα.»

2. In the desert (Στην έρημο) – Stephen Crane
«Στην έρημο
Είδα ένα πλάσμα γυμνό,τερατώδες,
Που, σκυφτό κατάχαμα,
Κρατούσε στα χέρια την καρδιά του,
Και την έτρωγε.
Ρώτησα: «Είναι νόστιμη, φίλε;»
«Είναι πικρή · πικρή» αποκρίθηκε·
«Αλλά μ’αρέσει
Επειδή είναι πικρή,
Κι επειδή είναι η καρδιά μου.»

3. Να μάθεις να φεύγεις – Μενέλαος Λουντέμης
«Από την ασφάλεια τρύπιων αγκαλιών.
Από χειραψίες που σε στοιχειώνουν.
Από την ανάμνηση μιας κάλπικης ευτυχίας.
Να φεύγεις !
Αθόρυβα, σιωπηλά, χωρίς κραυγές, μακρόσυρτους αποχαιρετισμούς.
Να μην παίρνεις τίποτα μαζί, ούτε ενθύμια, ούτε ζακέτες για το δρόμο.
Να τρέχεις μακριά από δήθεν καταφύγια κι ας έχει έξω και χαλάζι.
Να μάθεις να κοιτάς βαθιά στα μάτια όταν λες αντίο κι όχι κάτω ή το άπειρο.
Να εννοείς τις λέξεις σου, μην τις εξευτελίζεις, σε παρακαλώ.
Να μάθεις να κοιτάς την κλεψύδρα, να βλέπεις πως ο χρόνος σου τελείωσε.
Όχι αγκαλιές, γράμματα, αφιερώσεις, κάποτε θα ξανασυναντηθούμε αγάπη μου (όλα τα βράδια και τα τραγούδια δεν θα είναι ποτέ δικά σας).
Αποδέξου το.
Να αποχωρίζεσαι τραγούδια που αγάπησες, μέρη που περπάτησες.
Δεν έχεις τόση περιορισμένη φαντασία όσο νομίζεις.
Μπορείς να φτιάξεις ιστορίες ολοκαίνουριες, με ουρανό κι αλάτι.
Να θυμίζουν λίγο φθινόπωρο, πολύ καλοκαίρι κι εκείνη την απέραντη Άνοιξη.
Να φεύγεις από εκεί που δε σου δίνουν αυτά που χρειάζεσαι.
Από το δυσανάλογο, το μέτριο και το λίγο.
Να απαιτείς αυτό που δίνεις να το παίρνεις πίσω -δεν τους το χρωστάς.
Να μάθεις να σέβεσαι την αγάπη σου, το χρόνο σου και την καρδιά σου.
Μην πιστεύεις αυτά που λένε -η αγάπη δεν είναι ανεξάντλητη, τελειώνει.
Η καρδιά χαλάει, θα τη χτυπάς μια μέρα και δεν θα δουλεύει.
Να καταλάβεις πως οι δεύτερες ευκαιρίες είναι για τους δειλούς
-οι τρίτες για τους γελοίους.
Μην τρέμεις την αντιστοιχία λέξεων-εννοιών, να ονομάζεις σχέση τη σχέση, την κοροϊδία κοροϊδία.
Να μαλώνεις τον εαυτό σου καμιά φορά που κάθεται και κλαψουρίζει
-σαν μωρό κι εσύ κάθεσαι και του δίνεις γλειφιτζούρι μη και σου στεναχωρηθεί το βυζανιάρικο.
Να μάθεις να ψάχνεις για αγάπες που θυμίζουν Καζαμπλάνκα
– όχι συμβάσεις ορισμένου χρόνου
Και να μάθεις να φεύγεις από εκεί που ποτέ πραγματικά δεν υπήρξες.
Να φεύγεις κι ας μοιάζει να σου ξεριζώνουν το παιδί από τη μήτρα.
Να φεύγεις από όσα νόμισες γι’ αληθινά, μήπως φτάσεις κάποτε σ’ αυτά.»

4. Ο Μοναχικός – Φρίντριχ Νίτσε
«Σιχαίνομαι ν’ ακολουθώ, σιχαίνομαι και να καθοδηγώ.
Να υπακούω; Όχι! Και να κυβερνώ; Ούτε και τούτο!
Όποιος δεν φοβάται τον εαυτό του, φόβο δεν προκαλεί.
Και μόνον όποιος φόβο προκαλεί, μπορεί να οδηγήσει άλλους.
Σιχαίνομαι ακόμα και να καθοδηγώ τον εαυτό μου!
Μ’ αρέσει, όπως στα ζώα του δάσους και της θάλασσας,
να χάνομαι για λίγο.
Nα κάθομαι ανακούρκουδα σε μια ερημιά
και να στοχάζομαι,
να ξαναφέρνω πάλι πίσω τον εαυτό μου από μακριά,
πλανεύοντάς τον για να γυρίσει ξανά σ’ εμένα.»

5. Ο Καιόμενος – Τάκης Σινόπουλος
«- Κοιτάχτε μπήκε στη φωτιά! είπε ένας απ’ το πλήθος.
Γυρίσαμε τα μάτια γρήγορα. Ήταν
στ’ αλήθεια αυτός που απόστρεψε το πρόσωπο όταν του
μιλήσαμε. Και τώρα καίγεται. Μα δε φωνάζει βοήθεια.

Διστάζω. Λέω να πάω εκεί. Να τον αγγίξω με το χέρι μου.
Είμαι από τη φύση μου φτιαγμένος να παραξενεύομαι.

Ποιος είναι τούτος που αναλίσκεται περήφανος;
Το σώμα του το ανθρώπινο δεν τον πονά;

Η χώρα εδώ είναι σκοτεινή. Και δύσκολη. Φοβάμαι.
Ξένη φωτιά μην την ανακατεύεις μου είπαν.

Όμως εκείνος καίγονταν μονάχος. Καταμόναχος.
Κι όσο αφανίζονταν τόσο άστραφτε το πρόσωπο.

Γινόταν ήλιος.

Στην εποχή μας όπως και σε περασμένες εποχές
άλλοι είναι μέσα στη φωτιά κι άλλοι χειροκροτούνε.

Ο Ποιητής μοιράζεται στα δυο.»

6. Αργοπεθαίνει (Muere lentamente) – Martha Madeiros (Ένα εκπληκτικό ποίημα μιας άσημης μέχρι τότε βραζιλιάνας δημοσιογράφου. Στην αρχή είχε αποδοθεί στο Χιλιανό ποιητή Pablo Neruda και έγινε viral στο ίντερνετ, απ’ το 2009, όμως αργότερα η υπόθεση διαλευκάνθηκε)
«Αργοπεθαίνει όποιος γίνεται σκλάβος της συνήθειας, επαναλαμβάνοντας κάθε μέρα τις ίδιες διαδρομές,
όποιος δεν αλλάζει το βήμα του,
όποιος δεν ρισκάρει να αλλάξει χρώμα στα ρούχα του,
όποιος δεν μιλάει σε όποιον δεν γνωρίζει.
Αργοπεθαίνει όποιος έχει την τηλεόραση για μέντορα του
Αργοπεθαίνει όποιος αποφεύγει ένα πάθος,
όποιος προτιμά το μαύρο αντί του άσπρου και τα διαλυτικά σημεία στο “ι” αντί τη δίνη της συγκίνησης
αυτήν ακριβώς που δίνει την λάμψη στα μάτια,
που μετατρέπει ένα χασμουρητό σε χαμόγελο,
που κάνει την καρδιά να κτυπά στα λάθη και στα συναισθήματα.
Αργοπεθαίνει όποιος δεν «αναποδογυρίζει το τραπέζι» όταν δεν είναι ευτυχισμένος στη δουλειά του,
όποιος δεν ρισκάρει τη σιγουριά του, για την αβεβαιότητα του να τρέξεις πίσω απο ένα όνειρο,
όποιος δεν επιτρέπει στον εαυτό του, έστω για μια φορά στη ζωή του, να ξεγλιστρήσει απ’ τις πάνσοφες συμβουλές. Αργοπεθαίνει όποιος δεν ταξιδεύει,
όποιος δεν διαβάζει,
όποιος δεν ακούει μουσική,
όποιος δεν βρίσκει το μεγαλείο μέσα του
Αργοπεθαίνει όποιος καταστρέφει τον έρωτά του,
όποιος δεν αφήνει να τον βοηθήσουν,
όποιος περνάει τις μέρες του παραπονούμενος για τη κακή του τύχη ή για τη βροχή την ασταμάτητη
Αργοπεθαίνει όποιος εγκαταλείπει την ιδέα του πριν καν την αρχίσει,
όποιος δεν ρωτά για πράγματα που δεν γνωρίζει ή δεν απαντά όταν τον ρωτάν για όσα ξέρει
Αποφεύγουμε τον θάνατο σε μικρές δόσεις, όταν θυμόμαστε πάντα πως για να ‘σαι ζωντανός χρειάζεται μια προσπάθεια πολύ μεγαλύτερη από το απλό αυτό δεδομένο της αναπνοής. Μονάχα με μια φλογερή υπομονή θα κατακτήσουμε την θαυμάσια ευτυχία.»

7. Η Πέτρα του ήλιου – Οκτάβιο Παζ (Octavio Paz), (Ένα απόσπασμα απ’ το τεράστιο και αριστουργηματικό αυτό ποίημα)
… – «Η ζωή πότε ήταν αληθινά δική μας,
πότε είμαστε αληθινά αυτό που είμαστε
αληθινά, μονάχοι μας, δεν είμαστε, δεν είμαστε ποτέ
παρά ίλιγγος και χάος
γκριμάτσες στον καθρέφτη, τρόμος και ναυτία,
ποτέ η ζωή δεν είναι δική μας, είναι των άλλων,
η ζωή δεν είναι κανενός, η ζωή είμαστε όλοι,
ψωμί του ήλιου για τους άλλους,
όλους τους άλλους που είμαστε-
είμαι άλλος όταν είμαι, οι πράξεις μου
είναι πιο δικές μου όταν είναι επίσης όλων
για να μπορέσω να είμαι, πρέπει να είμαι ένας άλλος
να βγω απ’ το Εγώ, να ψάχνω ανάμεσα στους άλλους,
τους άλλους που δεν είναι αν δεν υπάρχω,
τους άλλους που μου δίνουν ύπαρξη,
δεν υπάρχει Εγώ, πάντα είμαστε άλλοι,
η ζωή είναι άλλη, πάντα εδώ κάτω, παρά πέρα,
έξω απο μένα, απο σένα, πάντα ορίζοντας,
ζωή που μας πλανάει και μας χωρίζει
απο μας τους ίδιους,
που μας επινοεί ένα πρόσωπο και το φθείρει,
πείνα του Είναι, ω θάνατε, ψωμί των πάντων!»

8. Σβήσε τα μάτια μου – Ράινερ Μαρία Ρίλκε
«Σβήσε τα μάτια μου· μπορώ να σε κοιτάζω,
τ’ αυτιά μου σφράγισέ τα, να σ’ ακούω μπορώ.
Χωρίς τα πόδια μου μπορώ να ’ρθω σ’ εσένα,
και δίχως στόμα, θα μπορώ να σε παρακαλώ.
Κόψε τα χέρια μου, θα σε σφιχταγκαλιάζω,
σαν να ήταν χέρια, όμοια καλά, με την καρδιά.
Σταμάτησέ μου την καρδιά, και θα καρδιοχτυπώ
με το κεφάλι.
Κι αν κάμεις το κεφάλι μου σύντριμμα, στάχτη, εγώ
μέσα στο αίμα μου θα σ’ έχω πάλι.»

9. Δε σ’ αγαπώ – Pablo Neruda
«Δε σ’ αγαπώ σαν να ‘σουν ρόδο αλατιού, τοπάζι,
σαΐτα από γαρούφαλα που τη φωτιά πληθαίνουν:
σ’ αγαπώ ως αγαπιούνται κάποια πράγματα σκούρα,
μυστικά, μέσ’ από την ψυχή και τον ίσκιο.
Σ’ αγαπώ καθώς κάποιο φυτό που δεν ανθίζει,
μα που μέσα του κρύβει το λουλουδόφως όλο,
και ζει απ’ τον έρωτά σου σκοτεινό στο κορμί μου
τ’ άρωμα που σφιγμένο μ’ ανέβηκε απ’ το χώμα.
Σ’ αγαπώ μη γνωρίζοντας πώς, από πού και πότε,
σ’ αγαπώ στα ίσια δίχως πρόβλημα ή περηφάνια:
σ’ αγαπώ έτσι γιατί δεν ξέρω μ’ άλλον τρόπο,
παρά μ’ ετούτον όπου δεν είμαι μήτε είσαι,
που το χέρι σου πάνω μου το νιώθω σαν δικό μου,
που όταν κοιμάμαι κλείνουν και τα δικά σου μάτια.»

10. Ιθάκη – Κ.Π. Καβάφης
«Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη,
να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος,
γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον θυμωμένο Ποσειδώνα μη φοβάσαι,
τέτοια στον δρόμο σου ποτέ σου δεν θα βρεις,
αν μέν’ η σκέψις σου υψηλή, αν εκλεκτή
συγκίνησις το πνεύμα και το σώμα σου αγγίζει.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις,
αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου,
αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου.

Να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος.
Πολλά τα καλοκαιρινά πρωιά να είναι
που με τι ευχαρίστησι, με τι χαρά
θα μπαίνεις σε λιμένας πρωτοειδωμένους·
να σταματήσεις σ’ εμπορεία Φοινικικά,
και τες καλές πραγμάτειες ν’ αποκτήσεις,
σεντέφια και κοράλλια, κεχριμπάρια κ’ έβενους,
και ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής,
όσο μπορείς πιο άφθονα ηδονικά μυρωδικά·
σε πόλεις Aιγυπτιακές πολλές να πας,
να μάθεις και να μάθεις απ’ τους σπουδασμένους.

Πάντα στον νου σου νάχεις την Ιθάκη.
Το φθάσιμον εκεί είν’ ο προορισμός σου.
Aλλά μη βιάζεις το ταξείδι διόλου.
Καλλίτερα χρόνια πολλά να διαρκέσει·
και γέρος πια ν’ αράξεις στο νησί,
πλούσιος με όσα κέρδισες στον δρόμο,
μη προσδοκώντας πλούτη να σε δώσει η Ιθάκη.

Η Ιθάκη σ’ έδωσε τ’ ωραίο ταξείδι.
Χωρίς αυτήν δεν θα βγαινες στον δρόμο.
Άλλα δεν έχει να σε δώσει πια.

Ποιητές και ποιήτριες, όλως των εποχών, εμπνεύστηκαν και προσέγγισαν μέσω του λόγου τους οτιδήποτε αφορά τον άνθρωπο: τη ζωή, τον έρωτα, τον πόνο, το βάθος της απόγνωσης, το θάνατο, την κατάθλιψη, τη μοναξιά, την αναζήτηση νοήματος, τον υπερβατικό φόβο και τη ματαίωση.
Μέσα απ’ τον ποιητικό λόγο αναδύεται πάντα μια λανθάνουσα, προαιώνια συμβουλή:
«Να δραπετεύετε όσο μπορείτε απ’ την κόλαση της λογικής!»
Πηγές: Κοραλία Ξεπαπαδέα, Οκτώβριος 2018, www.neolaia.gr

Πεζογραφία

Πεζογραφία (Πεζός λόγος)
Η πεζογραφία είναι το είδος γραφής κατά το οποίο ο συγγραφέας δημιουργεί μια ιστορία που αφηγείται, ή σε τρίτο πρόσωπο ή χρησιμοποιώντας και διάλογο.
Τα είδη του πεζού λόγου είναι κυρίως τρία, το διήγημα, η νουβέλα και το μυθιστόρημα.
 
Υφος και δημιουργία
Ο πεζός λόγος είναι η δεύτερη μεγάλη κατηγορία του γραπτού λόγου. Εδώ πλέον δεν χρειάζονται μέτρο και στίχος. Οι λέξεις μπαίνουν στη διήγηση με τη φυσικότητα της καθημερινής ομιλίας.

Ο ρυθμός όμως είναι και εδώ απαραίτητος. Ο ρυθμός, όπως και στην ποίηση, δεν έχει κανόνες. Είναι μιά εσωτερική αρμονία, που κυλάει κάτω από τις λέξεις και δένει συμμετρικά τα νοήματα. Ο ρυθμός, η μουσικότητα της γλώσσας, ο ιδιαίτερος τρόπος έκφρασης που προ.τιμάει κάθε συγγραφέας, αποτελούν το ύφος του.

Ούτε το ύφος υπόκειται σε κανόνες. Κάθε συγγραφέας έχει το δικό του ύφος. Αλλά μόνο κάθε μεγάλος συγγραφέας. Οταν διαβάζεις ένα άγνωστο κείμενο και μπορέσεις αμέσως να ειπείς οτι είναι, Π.χ. του Παπαδιαμάντη, αυτό σημαίνει πως αναγνώρισες ένα στοιχείο, που δεν συναντιέται σε άλλο συγγραφέα.

Γιατί, όπως είπαμε, το ύφος είναι προσωπικό. Εκφράζει, το δημιουργό του και μόνο. Γι’ αυτό ο Buffon είπε: Το ύφος είναι ο άνθρωπος. «Le style est I’homme meme».

Αντί γιά το ύφος έχει επικρατήσει και ο ξενικός όρος στύλ. Λέμε γιά ορισμένο συγγραφέα ότι είναι στυλίστας. Οτι έχει δηλαδή δικό του, προσωπικό, ύφος. Π.χ. Ο Σολωμός, ο Ζ.Παπαντωνίου, ο Ν.Καζαντζάκης, ο Παπαδιαμάντης, ο Παλαμάς κ.ά.

Απέριττο και απλό ήταν το ύφος των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων και ποιητών, αυτό που επικράτησε να ονομάζουμε κλασικό ύφος.

Ενα θαυμάσιο ορισμό του κλασικού ύφους έδωσε κάποτε ο ποιητής Μιλτιάδης Μαλακάσης. «Το κλασικό ύφος, είπε, είναι απλό, χωρίς να είναι εύκολο». Οταν διαβάζεις κάτι απλό και όμορφο. είσαι έτοιμος να πείς: Αυτό κι εγώ θα μπορούσα να το γράψω. Αν δοκιμάσεις όμως, θα διαπιστώσεις οτι είναι πολύ δύσκολο να τα καταφέρεις. Αυτό είναι δουλειά των μεγάλων, των γεννημένων συγγραφέων, με το πηγαίο ταλέντο.

Γενικά, στον πεζό λόγο, όπως άλλωστε και στην ποίηση, το μεγάλο προτέρημα και το μεγάλο μυστικό είναι, να λέει κανείς τα περισσότερα πράγματα με τις λιγότερες λέξεις.

Ιδεώδες ύφος είναι εκείνο, στο οποίο η πυκνότητα και η ποιότητα συμβαδίζουν’ και κατά τέτοιον τρόπο, ώστε : αν σε μιά φράση προσθέσεις μία ή περισσότερες λέξεις, η φράση να μην γίνεται καλύτερη. Ενώ αν αφαιρέσεις έστω και μία λέξη, το νόημα να χαλάει.

H εξωτερική τελειοποίηση των εκφραστικών τρόπων είναι μιά δουλειά, που ο συγγραφέας θα κάμει τελευταία. Είναι, όταν χτενίζει, όπως λέμε, το κείμενό του. Πριν όμως φτάσει εκεί, έχει σημασία τι θα πεί και πως θα το πεί. Πρέπει δηλαδή πρώτα να διαλέξει το θέμα του και σε συνέχεια να το στήσει, δηλαδή να το εκφράσει (γράψει).

Στην πρώτη περίπτωση η έχει έτοιμη μιά ιστορία που θέλει να διηγηθεί, η έχει ένα συμπέρασμα, ένα δίδαγμα, ένα καταστάλαγμα που θέλει ν’ αποδείξει. Το καταστάλαγμα αυτό πρέπει να βγεί μόνο του μέσα από τις πράξεις και τις συγκρούσεις των ηρώων. Πρέπει επομένως ο συγγραφέας να βρεί με τη φαντασία του, η να πλάσει, αυτούς τους ήρωες. Να τους βάλει να ζούν, να κινούνται, να μιλούν, να πεθαίνουν κλπ. κατά τρόπο που νά βγαίνει το δίδαγμα, που θέλει να δώσει. Θα πλάσει, λοιπόν, μιά φανταστική ιστορία (στην οποία μπαίνουν πολλές φορές και στοιχεία από την πραγματικότητα), δημιουργώντας πρόσωπα από το χάος. Γι’ αυτό ο μεγάλος συγγραφέας λέγεται και δημιουργός.

Ο συγγραφέας, όταν βρεί τι θέλει να ειπεί, θα σκεφτεί ύστερα πως θα το ειπεί. Από που θ’ αρχίσει την ιστορία του και πως θα την τελειώσει. Τι καταστάσεις θα περιγράψει, τι επεισόδια θα δημιουργήσει, ποιά πλοκή θα δώσει, και ποιά εξέλιξη, ώστε ο αναγνώστης που θα τον διαβάζει, να βρίσκεται σ’ ένα συνεχώς αυξανόμενο ενδιαφέρον.

H εξέλιξη της διήγησης, η δομή όπως λέμε, ή ο σκελετός, πρέπει να έχει μιά λογική συνέπεια, μιάν αντιστοιχία με την πραγματικότητα, μιά σχέση με ό,τι είναι πιθανό ή πιθανοφανές.

Τρίτη δουλειά του συγγραφέα, όπως είδαμε, είναι να δουλέψει τη γλώσσα και το ύφος του, ώστε το κείμενό του, σαν λεκτική απόδοση, να βρίσκεται σε υψηλή ποιότητα.

Αυτές, οι τρείς δουλειές, αυτή η διαδικασία, στην πραγματικότητα δεν γίνεται τελείως χωριστά. Μπορεί να γίνει και ταυτόχρονα. Αυτό εξαρτάται από την πείρα που μόνος του, σιγά σιγά, αποκτά ένας συγγραφέας, από το ταλέντο που διαθέτει, από τη θεία φλόγα, που καίει στην ψυχή του.

Το διήγημα
Το διήγημα είναι μιά μικρή σε έκταση διήγηση πραγματικής ή φανταστικής πράξης, γραμμένη με πληρότητα. Είναι δηλαδή γραμμένη έτσι, που, παρά τη συντομία της, να δίνει μιά πλήρη εικόνα, χωρίς κενά, από την αρχή ως το τέλος της. H διήγηση έχει αρχή (εισαγωγή), κύριο θέμα (δέση) και τέλος (λύση).

Ανάλογα με το θέμα του, το διήγημα χαρακτηρίζεται ως ερωτικό, πολεμικό, θαλασσινό, ιστορικό, φανταστικό κλπ.

Μαζί με το κύριο ή τα κύρια πρόσωπα της διήγησης (ήρωες) υπάρχουν και δευτερεύοντα. Οπως μαζί με την κύρια πράξη του διηγήματος, υπάρχουν και δευτερεύοντα επεισόδια (παρεκβάσεις). Αλλά οι παρεκβάσεις πρέπει να είναι οργανικά δεμένες με το κύριο θέμα.

Ενα στοιχείο που ξεκουράζει και ευχαριστεί τον αναγνώστη μες στο διήγημα είναι ο διάλογος. Ο διάλογος πρέπει να έχει τη φυσικότητα της καθημερινής ομιλίας. Και να είναι ανάλογος προς το πρόσωπο που μιλάει (γιατί, αλλιώς μιλάει ένας γιατρός, αλλιώς ένας χωρικός, διαφορετικά ένας ναυτικός). Το στοιχείο αυτό της φυσικότητας θα το συναντήσετε συχνά στον Παπαδιαμάντη. Ενώ τα διηγήματά του είναι γραμμένα σε καθαρεύουσα γλώσσα, οι διάλογοί του είναι γραμμένοι στη δημοτική.

Οι περιγραφές επίσης ζωηρεύουν συχνά ένα διήγημα. Εκείνο πάντως που χρειάζεται πρώτ’ απ’ όλα, είναι τα στοιχεία αυτά να μην είναι περιττά και άσχετα προς το κύριο θέμα. Αλλά να αποβλέπουν αποκλειστικά στην εξυπηρέτηση της κύριας διήγησης. Να υπάρχει δηλαδή ανάμεσά τους μιά ενότητα.

Η νουβέλα
Ο,τι είπαμε γιά το διήγημα, ισχύει και γιά τη νουβέλα. Ο όρος προέρχεται από τη γαλλική λέξη nouvelle, που θα πεί διήγημα. Στην Ελλάδα όμως επικράτησε με τον όρο νουβέλα να χαρακτηρίζουμε το μεγάλο σε έκταση διήγημα. Δηλαδή το διήγημα που είναι μεγαλύτερο από το κανονικό διήγημα, αλλά και μικρότερο από το μυθιστόρημα. Στις νουβέλες μπορούμε να κατατάξουμε πολλά έργα του Παπαδιαμάντη, του Ξενόπουλου, του Θεοτόκη, του Βιζυηνού κ.ά.
 

Το μυθιστόρημα
Το μυθιστόρημα είναι έντεχνη και εκτεταμένη διήγηση περιπετειών, που αλληλοσυνδέονται και που αφορούν τη ζωή ενός ή περισσότερων προσώπων. Το πρόσωπο αυτό, αν είναι άντρας, λέγεται ήρωας. Αν είναι γυναίκα, ηρωίδα. Οι περιπέτειες στο μυθιστόρημα δίνονται κατά τρόπο, που να ολοκληρώνουν την τύχη η τη ζωή του ήρωα, και με εξέλιξη τέτοια, που να ανανεώνεται διαρκώς η περιέργεια του αναγνώστη, γιά το τι γίνεται παρακάτω. H εξέλιξη αυτή αποβλέπει στο να τέρψει και να ευχαριστήσει. Τελικός όμως σκοπός είναι να διδάξει.

Κατά την εξέλιξη της διήγησης ο μυθιστοριογράφος βρίσκει την ευκαιρία να αντλήσει τύπους και ψυχικές καταστάσεις, να περιγράψει τόπους και πάθη, να δώσει τα ήθη και την ατμόσφαιρα μιάς εποχής, να ζωντανέψει μιά ιστορική περίοδο. Ολα όμως αυτά τείνουν πάντοτε προς την τύχη, που περιμένει τον ήρωα. Προς την αποκορύφωση ενός δράματος. Πάντοτε υπάρχει ένα δράμα σε ένα μυθιστόρημα. Γι’ αυτό και τα περισσότερα μυθιστορήματα διασκευάζονται και σε θεατρικά έργα.

Ανάλογα με την ύλη, την έμπνευση και το σκοπό του, το μυθιστόρημα μπορεί να διαιρεθεί στα παρακάτω είδη:

To ιστορικό μυθιστόρημα
Πρόσωπα και γεγονότα της ιστορίας, μαζί με φανταστικά πρόσωπα, συνθέτουν έναν πίνακα, που μπορεί να μην είναι και πολύ πιστός προς την ιστορία, είναι όμως ζωντανός και πείθει σαν πραγματικός. Π.χ.: Μιχ. Περάνθη, «Σουλιώτες».

Το ερωτικό μυθιστόρημα
Οταν κύριο θέμα είναι οι ερωτικές περιπέτειες των ηρώων του. Π.χ.: Μ.Λυμπεράκη, «Τα ψάθινα καπέλα».

Το κοινωνικό μυθιστόρημα
Οταν αναφέρεται στις αντιθέσεις της κοινωνίας, στις αδικίες της ζωής κλπ.: Κ.Πολίτη, «Στου Χατζηφράγκου».

Το ηθογραφικό μυθιστόρημα
Οταν μας δίνει, με αφορμή τις περιπέτειες των ηρώων, τα ήθη και τα έθιμα ενός λαού, ενός ορισμένου τόπου ή μιάς συγκεκριμένης εποχής. Π.χ.: Κ.Χατζοπούλου, «Αγάπη στο χωριό».

Το ψυχολογικό μυθιστόρημα
Οταν, με αφορμή πάλι τις περιπέτειες και τα διάφορα επεισόδια, ο συγγραφέας βρίσκει την ευκαιρία να μπεί στην ψυχή του ήρωα και να μας αναλύσει με λεπτομέρειες, όλες τις διακυμάνσεις του ψυχικού του κόσμου, όλες τις μυστικές αντιδράσεις της ψυχολογίας του κλπ. Π.χ.: «H φόνισσα» του Παπαδιαμάντη.

Το ιδεαλιστικό μυθιστόρημα
Οταν ο συγγραφέας μας παρουσιάζει τους ήρωές του, όχι όπως είναι συνήθως στην καθημερινή ζωή, αλλά εξιδανικευμένους, δηλ. όπως ο συγγραφέας θα τους ήθελε να είναι.

Κατά την ίδια έννοια, και ανάλογα πάντοτε προς το θέμα του, θα μπορούσαμε να μιλήσουμε ακόμα γιά μυθιστόρημα θρησκευτικό, θαλασσινό, βουκολικό. κλπ.

Τρία άλλα είδη μυθιστορήματος είναι:

Το αστυνομικό μυθιστόρημα
Θέμα του είναι κάποιο έγκλημα και η κινητοποίηση των αστυνομικών ή ερευνητών να βρούν τον πραγματικό εγκληματία. H διαδικασία αυτή γίνεται ανάμεσα σε επεισόδια, που κάνουν κάθε φορά τον αναγνώστη να νομίζει, πως βρήκε τον πραγματικό ένοχο, ώσπου στο τέλος ν’ αποδειχτεί πως ένοχος ήταν εκείνος ακριβώς, που δεν προκαλούσε καμιά υποψία.

Το περιπετειώδες μυθιστόρημα
Είναι της ίδιας κατασκευής και της ίδιας ποιότητας με το αστυνομικό, μόνο που τοποθετείται σε άλλα πεδία δράσης. Από τους σκοπούς του λείπει ο ηθικός και διδακτικός σκοπός. Βασίζεται κυρίως στην περιπέτεια, που συνήθως είναι γεμάτη απρόοπτα και απίθανα γεγονότα. Τέτοια κυκλοφορούν πολλά ξένων συγγραφέων.

Το φανταστικό μυθιστόρημα
Πρόκειται γιά μυθιστόρημα με τελείως φανταστική υπόθεση (περιπέτειες σε φανταστικά νησιά, ιστορίες με φαντάσματα και βρυκόλακες, ταξίδια στο διάστημα ή στ’αστέρια κλπ.). Είδος που γνώρισε μεγάλη έξαρση στη δεκαετία του ’60 και μετά. Επιτυχία γνώρισαν κυρίως όσα στηρίζονταν σε επιστημονικές βάσεις. Γιατί, τότε, ξεγελώντας τη φαντασία με τις περιπέτειες, κάνουν τον αναγνώστη να μάθει ένα πλήθος ωφέλιμες επιστημονικές γνώσεις (παράδειγμα τα μυθιστορήματα του Ιουλίου Βέρν, του Αρθουρ Κλαρκ, Ισαάκ Ασίμωφ κ.ά.). Τα βιβλία του είδους αυτού θα μπορούσαμε να τα χαρακτηρίσουμε και ως επιστημονικά μυθιστορήματα φαντασίας (Science Fiction novels).

Το ρομαντικό μυθιστόρημα
Από τις ξένες λέξεις, roman, romanzo κλπ. επικράτησε στη γλώσσα μας το μυθιστόρημα να λέγεται και ρομάντσο. Σήμερα όμως με τον όρο ρομάντσο εννοούμε φτηνά και πρόχειρα ερωτικά μυθιστορήματα (Αρλεκιν πχ.), που διαβάζονται εύκολα, χωρίς ιδιαίτερους προβληματισμούς. Τα βιβλία αυτά λέγονται επίσης λαϊκά μυθιστορήματα. Κι ακόμα (αν και ο όρος δεν είναι σήμερα πολύ σε χρήση) λέγονται επιφυλλίδες, επειδή δημοσιεύονται σε συνέχειες, σαν έπιφυλλίδα, στις εφημερίδες.

Σειρές
Τέλος υπάρχει και το μυθιστόρημα ποταμός (roman fleuve) προκειμένου γιά πολύτομα μυθιστορήματα, που αναφέρονται σε μεγάλες περιόδους και ιστορούν την τύχη περισσότερων γενεών, από πατέρα σε γιό σαν παράδειγμα ή αυτοτελείς περιπέτειες κάποιου ή κάποιων ηρώων σε συνέχειες κλπ. Κυρίως ιστορικά, φανταστικά ή αστυνομικά μυθιστορήματα.

Το μυθιστόρημα ήταν άγνωστο είδος στην αρχαία Ελλάδα (αν και η «Κύρου Παιδεία» του Ξενοφώντα διαβάζεται ευχάριστα σαν μυθιστόρημα). Στους αλεξανδρινούς χρόνους γράφτηκαν σε πεζό μερικές ιστορίες, γιά να υμνήσουν τα κατορθώματα του Μ. Αλεξάνδρου. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι αποτελούν την πρώτη μορφή μυθιστορήματος. Την παράδοση συνέχισαν οι βυζαντινοί με ερωτικές ιστορίες: («Βέλθανδρος και Χρυσάντζα», «Λίβιστρος και Ροδάμνη» κ.ά.). Από τoν 160 αiώνα και ύστερα το μυθιστόρημα αρχίζει ν’ αναπτύσσεται συστηματικά και να τελειοποιείται, γιά να εξελιχθεί στο κυριότερο λογοτεχνικό είδος.

Ιστορία και Λογοτεχνία
Εκτός από το διήγημα, τη νουβέλα και το μυθιστόρημα, ο πεζός λόγος περιλαβαίνει μερικά ακόμα είδη, ανάμεσα στα οποία παλαιότερα περιλαβαινόταν και η ιστορία.

Οι αρχαίοι Ελληνες ιστορικοί ήταν εμπνευσμένοι συγγραφείς, με έντονη προσωπικότητα. Γι’ αυτό και οι ιστορίες τους είχαν την αξία του ύφους και μετείχαν της καθαρής δημιουργίας (Θουκυδίδης, Πολύβιος).

Λαμπρό ύφος βρίσκομε επίσης και στον νεώτερο ιστορικό του ελληνικού έθνους, τον Κ.Παπαρρηγόπουλο. Γενικά όμως η ιστορία ανήκει στην επιστήμη. Αναβιώνει, κατατάσσει και κρίνει τα ιστορικά γεγονότα με χρονική αλληλουχία, νηφαλιότητα, και αντικειμενικότητα, χωρίς πάθος, και χωρίς προτιμήσεις προς τη μία ή την άλλη πλευρά. Είναι όπως λέμε αδέκαστη. Καθώς, όμως, η ιστορία αποτελεί ένα αστείρευτο χρυσωρυχείο (ιδιαίτερα μάλιστα η δική μας, η πανάρχαιη ελληνική ιστορία), δεν μπορούσε ν’ αγνοηθεί από τη λογοτεχνία. Ενα πλήθος βιβλίων έχουν αντλήσει τα θέματά τους από αυτή.

Μερικές φορές η ιστορία μεταπλάθεται απλώς με λογοτεχνικά μέσα, ώστε να διαβάζεται πιό ευχάριστα. Το είδος αυτό είναι πάλι ιστορία. Οταν η ιστορία συνδυάζεται και με τη φαντασία και δίνεται με μορφή μυθιστορήματος, τότε έχομε το ιστορικό μυθιστόρημα, γιά το οποίο μιλήσαμε παραπάνω.

Οταν το θέμα αναφέρεται σε ένα ιστορικό πρόσωπο, που παίρνεται σαν ήρωας μυθιστορήματος, τότε έχομε τη μυθιστορηματική βιογραφία (όπως του Σπ. Μελά γιά τους αγωνιστές του 1821: «Ο γέρος του Μωριά», «Ματωμένα ράσα» κλπ., και του Μιχ. Περάνθη γιά τους μεγάλους μας λογοτέχνες: «Ο κοσμοκαλόγερος» (Παπαδιαμάντης), «Ο Τσέλιγκας» (Κώστας Κρυστάλλης), και τη μυθιστορηματική βιογραφΙα του ήρωα της Επανάστασης του ’21 Οδυσσέα Ανδρούτσου με τον τίτλο, «Ο Δαίμονας».

Eνα άλλο είδος που σχετίζεται με την ιστορία είναι τα Απομνημονεύματα. Πρόκειται γιά αναμνήσεις ιστορικών προσώπων από τη ζωή και τη δράση τους. Τα κείμενα αυτά δεν είναι αντικειμενικά και ανεπηρέαστα, όπως η ιστορία. Γιατί, αυτός που τα γράφει, είναι φυσικό να δικαιολογεί τον εαυτό του και να του δίνει, ίσως, μεγαλύτερη αξία, από όση πραγματικά έχει. Τα απομνημονεύματα αποτελούν συνήθως ένα ιστορικό υλικό, που θα χρησιμέψει αργότερα, μετά πολλά χρόνια, σε όποιον θα γράψει αδέκαστη ιστορία. Αν τα απομνημονεύματα έχουν το χάρισμα του λογοτεχνικου ύφους (όπως το αναπτύξαμε στην αρχή), τότε ανήκουν και στη λογοτεχνία. (Π.χ. τα «Απομνημονεύματα» του στρατηγού Μακρυγιάννη).

Αλλα είδη πεζού λόγου
Το παραμύθι
Το παραμύθι, σαν λογοτεχνικό είδος, μοιάζει με το διήγημα. H διαφορά είναι οτι το θέμα του είναι πάντοτε φανταστικό και περιλαβαίνει ήρωες με υπερφυσικές και υπεράνθρωπες ιδιότητες. Εξάλλου το γράψιμο, η έκφραση, η διατύπωση βρίσκονται σε τέτοιο επίπεδο, που να μπορεί να καταλαβαίνει το παιδί. Γιατί το παραμύθι είναι ένα είδος, που αποτείνεται αποκλειστικά στα παιδιά. Το νόημά του πρέπει να είναι εύκολο. Η πλοκή του και οι εναλλαγές των περιπετειών πρέπει να γοητεύουν τη φαντασία. Κι από το σύνολο της διήγησης πρέπει να βγαίνει ένα ηθικό δίδαγμα.

Ο μύθος
Ο μύθος μοιάζει με το παραμύθι, γιατί χρησιμοποιεί ως ήρωες Θεούς, ζώα που μιλούν, φυτά που σκέπονται κλπ. Διαφέρει όμως σε πολλά. Πρώτα πρώτα είναι σύντομος. Δεύτερο βασίζεται κυρίως στο διάλογο. Και τρίτο, κάθε «ήρωας» του μύθου αντιπροσωπεύει συμβολικά μιάν ανθρώπινη ιδιότητα. Κάτω από τις αλληγορίες του μύθου υπάρχει πολλή σκέψη, πολλή ειρωνία, πολλή σοφία. Σκοπός του μύθου είναι να διδάξει μιά πρακτική αλήθεια, όπως και η παραβολή.

O μεγαλύτερος μυθογράφος του κόσμου, από την αρχαιότητα ως τα σήμερα, είναι ο Αίσωπος. Από τους νεώτερους Ελληνες, μύθους έγραψαν: ο Κοραής, ο Γιάννης Βλαχογιάννης και σε στίχους ο Γιάννης Βηλαράς και ο Γιάννης Περγιαλίτης. Από τους ξένους ο Λαφονταίν, ο φενελόν και ο Κριλώφ.

Το ευθυμογράφημα
Ευχάριστη διήγηση, πραγματική η φανταστική, με αρκετό στοιχείο υπερβoλής και με σκοπό να δημιουργήσει στον αναγνώστη γέλιο και φαιδρότητα. Κάποτε μοιάζει σαν πραγματικό διήγημα’ άλλοτε είναι απλώς μιά εξιστόρηση τερπνή, που το πλησιάζει περισσότερο προς το είδος του χρονογραφήματος.

Το χρονογράφημα
Μικρή έκθεση, σε λογοτεχνικό ύφος, ενός γεγονότος από την καθημερινή ζωή. Το είδος αυτό καθιερώθηκε στις ελληνικές εφημερίδες από τον περασμένο αιώνα. Αποτελεί κατά κάποιον τρόπο σχόλιο, με αφορμή την επικαιρότητα. Συνήθως λησμονιέται μαζί με τα γεγονότα. Οταν, όμως, ο χρονογράφος έχει ταλέντο και έμπνευση και προσωπικό ύφος, το χρονογράφημά του ανήκει στη λογοτεχνία. Πολλά χρονογραφήματα συγκεντρώνονται και εκδίδονται σε τόμο, και αποτελούν τον καθρέφτη μιας εποχής που ξεχάστηκε. Ανάλογα με την ιδιοσυγκρασία του χρονογράφου, το χρονογράφημα είναι: εύθυμο, λυρικό, περιγραφικό, φιλοσοφικό κλπ. Οι σπουδαιότεροι χρονογράφοι της νεώτερης Ελλάδας στάθηκαν οι: Γιάννης Κονδυλάκης (Διαβάτης), Παύλος Νιρβάνας, Σπύρος Μελάς (φοuρτούνιο), Τίμος Μωραϊτίνης, Παυλος Παλαιολόγος και Δημήτρης Ψαθάς.

H επιστολογραφία
Τον καιρό που τα μέσα της επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων δεν ήταν τόσο άφθονα και εύκολα, όπως σήμερα, η επιστολή έπαιζε μεγάλο ρόλο. Οι επιστολές ήταν και πολλές και εκτεταμένες. Μέσα στα πλαίσια της επιστολής βρήκε τότε ευκαιρία να εισχωρήσει ένα καινούριο λογοτεχνικό είδος, η επιστολογραφία. Το περιεχόμενο μπορεί να είναι περιγραφικό, φιλοσοφικό, θρησκευτικό, αισθητικό, κριτικό κλπ. ανάλογα με τις ιδιότητες του επιστολογράφου. Γνωστοί επιστολογράφοι είναι ο Δημήτριος ο φαληρεύς κατά την αρχαιότητα, ο Απόστολος Παύλος, ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός, ο Αδαμάντιος Κοραής κ.ά. Σήμερα το είδός αυτό δεν ευδοκιμεί.

Κριτική και Μελέτη
Μετά την εμφάνιση των δημιουργημάτων της λογοτεχνίας, προέκυψε η ανάγκη της κριτικής τους. Η διατύπωση δηλαδή γνωμών ως προς τα προτερήματα, τα ελαττώματα και γενικά την αξία ενός λογοτεχνικού κειμένου.

Μέ τoν όρο κριτική εννοούμε και τα μικρά σημειώματα η αρθρίδια, που γράφονται στις εφημερίδες και στα περιοδικά και αναλύουν κάθε καινούριο βιβλίο που κυκλοφορεί.

Εδώ όμως ο όρος είναι ευρύτερος. Η κριτική από πολλούς θεωρείται σαν ένας τρίτος κλάδος της λογοτεχνικής δημιουργίας, μαζί με την ποίηση και τον πεζό λόγο. Αντίθετα, άλλοι θεωρούν ότι ο ρόλος της κριτικής είναι βοηθητικός και ότι η κριτική δεν αποτελεί δημιουργία, αλλά έπιστήμη.

Και οι δυό απόψεις έχουν καθεμιά τα επιχειρήματά τους. Οταν ένας κριτικός διατυπώνει τη γνώμη του, δεν κάνει άλλο παρά να μας λέει την καθαρά προσωπική του γνώμη. Τίποτα όμως δεν πείθει ότι η γνώμη αυτή είναι σωστή. Ενας άλλος κριτικός η ένας άλλος αναγνώστης μπορεί γιά το ίδιο βιβλίο να έχει εντελώς αντίθετη γνώμη. Δεν υπάρχει δηλαδή στην κριτική εξασφαλισμένη αντικειμενικότητα. Υστερα η γνώμη του μπορεί να είναι σωστή σε ορισμένα σημεία και λανθασμένη στα υπόλοιπα.

Επί πλέον ο κριτικός, αν δεν είναι και ο ίδιος δημιουργός, δεν μπορεί να ξέρει τα αδίδακτα μυστικά, που καθοδηγούν έναν ποιητή η ένα μυθιστοριογράφο. Καί, τέλος, ο κριτικός, δεν μπορεί να υπάρξει, αν δεν προηγηθεί το δημιούργημα. Αντλεί δηλαδή το φως του, από την αΐγλη εκείνου, που θέλει να κρίνει.

Ολ’ αυτά ισχύουν στην περίmωση, που ο κριτικός είναι αντικειμενικός και αμερόληπτος. Γιατί υπάρχουν και περιπτώσεις που ο κριτικός, ηθελημένα, τα βρίσκει όλα στραβά και άσχημα, με,την πρόθεση να μειώσει το δημιουργό. Τα τέτοια κείμενα των κριτικών λέγονται λίβελοι.

Υπάρχει όμως και η αντίθετη άποψη, η οποία δικαιολογεί σε περιπτώσεις μεγαλόπνευστων κριτικών. Οπως υπάρχει ταλέντο και έμπνευση γιά τους ποιητές και τους πεζογράφους, έτσι υπάρχει και γιά τους κριτικούς. Και το αποδεικνύουν αυτό όχι μόνο με το ύφος τους (που είναι προσωπικό χάρισμα κάθε μεγάλου καλλιτέχνη), αλλά και με την ποιότητα των γραπτών τους. Δεν αντλούν δηλαδή, το θέμα τους από τα νέα βιβλία που κυκλοφορούν, αλλά από τις ανάγκες γενικά της εθνικης λογοτεχνίας. Δεν ακολουθούν τους λογοτέχνες, αλλά προηγούνται. Χαράζουν δρόμους’ ανοίγουν προοπτικές. Κι αντί να κρίνουν ό,τι υπάρχει, υποδεικνύουν τι πρέπει να υπάρξει. Τέτοιος κριτικός και ο πρώτος στον κόσμο υπήρξε ο διάσημος Ελληνας φιλόσοφος της αρχαιότητας Αριστοτέλης, με το περίλαμπρο κριτικό του έργο «Περί Ποιητικής», που δυστυχώς δεν σώθηκε ολόκληρο.

Το κριτικό κείμενο, ανάλογα με την έκτασή του, το αντικείμενο που μελετά, τα θέματα που πραγματεύεται κλπ., έχει διάφορα ονόματα, που όλα όμως σημαίνουν περίπου το ίδιο πράγμα: Δοκίμιο, πραγματεία, μελέτη, διατριβή, μονογραφία κλπ. Κατά κανόνα ανήκουν στη φιλολογική επιστήμη και σε λίγες, εξαιρετικές περιπτώσεις, μπορούν να θεωρηθούν ως λογοτεχνήματα.

Δοκίμιο
Ενα είδος που θεωρείται ότι ανήκει στη λογοτεχνία είναι το δοκίμιο, (γαλλικά essai, αγγλικά essay). Πρόκειται γιά μικρό μελέτημα που αναφέρεται σε γενικότητες, αλλά θαυμαστά τεκμηριωμένες και με πυκνότητα διατυπωμένες, σε τρόπο που να δείχνουν την πλήρη πνευματική συγκρότηση του δοκιμιογράφου, αλλά και να διεγείρουν γόνιμα τη σκέψη και το στοχασμό του αναγνώστη.

Το δοκίμιο, όπως το λέει και η ίδια η λέξη, είναι μιά δοκιμή, μιά προσπάθεια πάνω σε ένα θέμα, που δεν βρήκε ακόμα την οριστική λύση του. Ο δοκιμιογράφος, ανάλογα με την οξύτητα του πνεύματός του, προκαλεί έντονα ερωτήματα, απορίες και προβλήματα στην ψυχή του αναγνώστη και τον προκαλεί σε αυτενέργεια. Το δοκίμιο είναι αντάξιο του ονόματός του, όταν διεγείρει έντονα την όρεξη και την επιθυμία γιά περαιτέρω έρευνες μέσα από καινούριους δρόμους, που θα μας οδηγήσουν σε άγνωστους πνευματικούς ορίζοντες.

Τα δοκίμια είναι πολλών ειδών: φιλοσοφικά, ιστορικά, θεολογικά, φιλολογικά, κοινωνικά, ηθικά, επιστημονικά και τεχνοκριτικά.

Δοκίμια στη νεώτερη μετά το ’21 φιλολογία μας έγραψαν πολλοί. Τα σπουδαιότερα όμως γράφτηκαν στα τελευταία σαράντα χρόνια από τους : I.M.Παναγιωτόπουλο, Γ.Θεοτοκά, Αιμ.Χορμούζιο, Αγγελο Τερζάκη, Π.Χάρη, Μ.Δ.Στασινόπουλο, Κ.Τσάτσο, Π.Κανελλόπουλο, Γ.Αποστολάκη, Κ.Θ.Δημαρά, Μ.Αυγέρη, Ανδ.Καραντώνη, Γ.Κουμάντο κ.ά.

Πραγματεία
H πραγματεία, διαφέρει από το δοκίμιο, γιατί είναι μελέτη πιό συγκεκριμένη, που αναφέρεται σε κάποιο οντικείμενο ή αφορά την ύλη ορισμένης επιστήμης η πραγματεύεται αφηρημένες έννοιες και κρίσεις (περί είρήνης, περί ωραίου, περί πατρίδας, περί ευτυχίας, Π.χ.: «H δύναμη της χριστιανικής πίστης», ή εξετάζει συγκεκριμένες έννοιες και κρίσεις. Τέτοια θέματα μπορεί να είναι σαν τα παρακάτω. Π.χ.: «Η αξία της εργασίας», «ο ηλεκτρισμός γιά την πρόοδο της κοινωνίας», «Το αεροπλάνο ως μεταφορικό μέσο», «H τηλεόραση ως μέσο επηρεασμού της κοινής γνώμης». Ανάλογα με τη φύση της ύλης της η πραγματεία είναι: ιστορική, φιλοσοφική, φιλολογική, θεολογική, κοινωνιολογική, νομική, ιατρική, φυσική, μαθηματική, φαρμακολογική, στρατιωτική, ψυχολογική, παιδαγωγική.

Μελέτη ή Διατριβή
Είναι μιά σύντομη εργασία πάνω σε κάποιο επιστημονικό θέμα, που προσπαθεί να το αναπτύξει σε όλη την πληρότητα, από κάθε άποψη. Τα διάφορα επιστημονικά περιοδικά δημοσιεύουν πλήθoς τέτοιων διατριβών και μελετών, που σκοπός τους είναι να διευκρινίσουν κάποιο ζήτημα, το οποίο δεν ξεκαθαρίστηκε ίσαμε σήμερα τελειωτικά. Γνωστές σε όλους είναι οι «εναίσιμες διατριβές» που υποβάλλουν στα Πανεπιστήμια οι διάφοροι επιστήμονες, γιά να ανακηρυχθούν διδάκτορες. Οι διατριβές αυτές, πρέπει να είναι πρωτότυπες και να δίνουν κάποια λύση σ’ ένα άλυτο επιστημονικό πρόβλημα ή να προσφέρουν κάτι το νέο στην επιστήμη τους.

Μονογραφία
Τις περισσότερες φορές, θέλει να φωτίσει ιδιαίτερα κάποιο έξοχο πρόσωπο της Ιστορίας η κάποιο ζήτημα φιλολογικό ή νομικό ή φυσικό ή μαθηματικό, που είναι μέν γνωστό, αλλά δεν έχει εξεταστεί λεπτομερέστερα. H μονογραφία διαφέρει από το δοκίμιο και τη διατριβή σε τούτο κυρίως: Το θέμα της είναι ειδικευμένο και στενού κύκλου γνώσεων. Τα θέματα, που διαπραγματεύονται το δοκίμιο και η διατριβή, είναι θέματα πλατύτερα και ανάγονται στον ευρύτερο κύκλο των γνώσεων. H μονογραφία ακριβολογεί και αναλύει πλατιά ένα ειδικό θέμα, ελάχιστα συνδεμένο με τον γενικότερο κύκλο γνώσεων. Το δοκίμιο και η διατριβή, δεν δογματίζουν, δεν εξαντλούν το θέμα σε πλάτος και βάθος, αλλά αφήνουν στον αναγνώστη να λύσει με τη δύναμη της φαντασίας του και της σκέψης του, τις απορίες και τα προβλήματα, που του δημιούργησαν.

Ρητορικά είδη
Κατ’ αρχήν θα μπορούσε να απορήσει κανείς, γιατί περιλαβαίνομε εδώ ρητορικά είδη, μιά και ό,τι μας ενδιαφέρει είναι ο γραπτός λόγος και όχι ο προφορικός, όπως είναι η ρητορεία.

Δεν πρέπει όμως να ξεχνούμε, ότι οι περισσότεροι ρήτορες γράφουν πρώτα τους λόγους, που θα πουν. Ακόμα και γιά τον μεγάλο ρήτορα της αρχαιότητας, τον Δημοσθένη, οι σύγχρονοί του έλεγαν ότι οι λόγοι του, «όζουν λυχνίας» (επειδή τους επεξεργαζόταν το βράδυ στο σπίτι του, με το φως του λυχναριού).

Ανάλογα με τον τόπο όπου έκφωνούνται, οι λόγοι είναι πολιτικοί (ή κοινοβουλευτικοί), δικανικοί (ή δικαστικοί), πανηγυρικοί (ή εθνικοί), εκκλησιαστικοί (ή διδαχές).

Εδώ δεν πρόκειται γιά τους λόγους που εκφωνούνται «από στήθους», απ’ έξω, χωρίς χειρόγραφο. Οι λόγοι αυτοί προϋποθέτουν κατ’ αρχήν ρητορικό ταλέντο, που είναι ειδικό χάρισμα. Αλλά καθώς είναι «έπεα πτερόεντα», (λόγια που χάνονται) μόλις ειπωθούν, δεν μπορεί κανείς να ελέγξει εκ των υστέρων την ποιότητά τους. Ο,τι βαραίνει σ’ αυτούς, είναι η τελική εντύπωση που θ’ αφήσουν.

Σ’ αυτούς τους λόγους ακόμα και ο πολύς στόμφος, τα πολλά επίθετα, οι απανωτές φράσεις γιά την ίδια έννοια, αποτελούν προσόν. Ενώ τα ίδια αυτά χαρακτηριστικά, σ’ ένα γραπτό κείμενο, αποτελούν έλάττωμα. Το γραπτό κείμενο πρέπει να είναι απλό, λιτό, πυκνό, σαφές. Κι έτσι φροντίζουν να είναι τα κείμενά τους, όσοι γράφουν ρητορικούς λόγους. Πρέπει ακόμα να ξεδιπλώνουν τα επιχειρήματά τους με μεθοδική τάξη. Καί κρατώντας τόν ακροατή σε αγωνία, να τον κάνουν ν’ αναπνεύσει όταν, σαν συμπέρασμα, προτείνει μιά λύση, την οποία θα είναι ετοιμασμένος να την παραδεχτεί ως την μόνη πραγματικά ορθή.

Ο κανόνας αυτός ισχύει κυρίως προκειμένου γιά τους πολιτικούς και τους δικανικούς λόγους (στη Βουλή και στα δικαστήρια).

Ενας επικήδειος, όμως, δεν μπορεί παρά να πείσει γιά τις αρετές του μακαρίτη, και την απώλεια που έφερε ο θάνατός του.
Ενας πανηγυρικός λόγος θα δημιουργήσει εθνική έξαρση και συγκίνηση.
Μιά διδαχή θα συνετίσει τον ακροατή, ώστε ν’ ακολουθήσει το δρόμο της αρετής.

Η Διάλεξη
Στα ρητορικά είδη μπορούμε να περιλάβουμε και τη διάλεξη. Κατά βάση πρόκειται γιά μικρή μελέτη. Αλλά μελέτη που δεν διαβάζεται, αλλά ακούεται. Διάλεξη λέμε τη δημόσια ομιλία, που έχει σκοπό να εκλαϊκεύσει ένα θέμα: επιστημονικό, λογοτεχνικό, φιλολογικό, ιστορικό, κοινωνικό, πολιτικό, παιδαγωγικό, τεχνικό κλπ. Πρέπει, λοιπόν, η διάλεξη να λαβαίνει υπόψη της την ακουστική αντοχή του ακροατή. Να μην τον κουράζει. Να μην έχει τόση πυκνότητα, ώστε ο ακροατής να μην προλαβαίνει να σκεφτεί. H διάλεξη πρέπει ν’ αποτελεί έναν ξεκούραστο συνδυασμό γραπτού και ρητορικού λόγου.

Στη χώρα μας οι πρώτες διαλέξεις άρχισαν στην Αθήνα, στην αίθουσα του φιλολογικού συλλόγου «Παρνασσός» το 1865.

Η ποιητική ουσία στον πεζό λόγο
Εκτός από το ιδιαίτερο ύφος (στύλ), που χαρακτηρίζει τα πνευματικά δημιουργήματα του κάθε μεγάλου συγγραφέα, όταν αυτά τα διαποτίζει και το ποιητικό στοιχείο, αποκτούν ιδιαίτερη λάμψη. Ο πεζός λόγος τότε ανεβαίνει όλα τα σκαλοπάτια της αληθινής δημιουργίας και η ουσία του πεζού λόγου γίνεται ταυτόσημη της ποιητικής ουσίας. Ισως, μάλιστα, αυτό να είναι το κυριότερο συστατικό, που δικαιώνει τα μεγάλα, τα κλασικά έργα του πεζου λόγου της παγκόσμιας λογοτεχνίας.

H ποίηση, που διαχέεται σε όλα τα έργα του Πλάτωνα και προπάντων στο «Συμπόσιον», τον «φαίδωνα» και τον «Κρίτωνα», αποτελεί το κυριότερο στοιχείο της διαρκούς νεότητάς τους σε αντίθεση με την ψυχρή, λογική και άκρως επιστημονική γλώσσα των κειμένων του Αριστοτέλη.

H μετάγγιση της ποιητικής ουσίας στις υδρίες του πεζού λόγου, μπορεί κάποτε να είναι μιά ποίηση, σε κάπως τραχιά πρώτη ύλη’ δεν παύει όμως ποτέ να είναι μιά μορφοποίηση και μετουσίωση των τρόπων της ποιητικής τέχνης στους ιστούς του πεζου λόγου.

Ετσι, όταν το ιδιαίτερο ύφος, που στολίζει ένα έργο, διαποτίζεται και από την ποιητική ουσία, κατακτά ευκολότερα τα πολυδαίδαλα μονοπάτια της σύνθεσης και ανεβαίνει προς τις ιλιγγιώδεις κορυφές του καθάριου και αγνού πνεύματος. Βέβαια, φυσικός συνοδός πάντοτε ενός τέτοιου στοχασμού είναι η δημιουργική φαντασία, που περιβάλλει με περιαύγασμα ονείρου όλα τα πρόσωπα, τα πράγματα και τα γεγονότα, που αναπαρασταίνονται με τον πεζό λόγο.

Το βίωμα και η μορφή
Το δυσκολότερο πρόβλημα γιά το λογοτέχνη δημιουργό παραμένει πάντοτε η αναπαράσταση, το παρουσίασμα, του βιώματος με το λόγο. H μορφοποίηση του ψυχικού σαλέματος με τις λέξεις’ η δέσμευση του μεγάλου σκιρτήματος στα πλαίσια της μορφής. Αυτή είναι η πιό δύσκολη, η πιό οδυνηρή, η δραματικότερη στιγμή γιά τον καλλιτέχνη δημιουργό.

«Γιά το δημιουργό, πρώτο είναι το πρόβλημα το αιώνιο, της σχέσεως μεταξύ βιώματος και μορφής. Από το σκοτεινό μα και επιβλητικό εκείνο χάος, που σαλεύει βαθιά στην ψυχή την ώρα της δημιουργίας, τι μπορεί να περισώσει ο καλλιτέχνης κατά το στάδιο της μετάβασής του στα σαφή πλαίσια της μορφής και του λόγου; Κι εκείνο που χάθηκε, που ξέφυγε από τα δεσμά της μορφής και ξαναγύρισε αινιγματικά στη σιωπηλή πατρίδα του χάους, τι καημός γιά τον καλλιτέχνη που χάθηκε στο βάθος του ωκεανού»!
(Μιχ. Δ. Στασινόπουλος, «Σκέψη και ζωή», Δοκίμια και χρονικά 1970)

Το ίδιο παράπονο εκφράζει και ο Ι.Μ.Παναγιωτόπουλος στο βιβλίο του «Χειρόγραφα της Μοναξιάς»: «Η καρδιά μου είναι γεμάτη από αστροφεγγιά. Μα δεν βρήκε ίσαμε τούτη τη στιγμή, τη λέξη που θα με εκφράσει. Ολα τα μεγάλα πράγματα δεν φτάνουν στα χείλη… Ο,τι στοχάζεται ο άνθρωπος μπορεί να το πεί. Μα ό,τι νιώθει κι όταν επιχειρήσει να το πεί, το παραλλάζει….».

Τον ίδιο καημό εκφράζει κι ο Καζαντζάκης στο έργο του «Αναφορά στον Γκρέκο»: «… Ο δημιουργός παλεύει με ουσία σκληρή, αόρατη, ανώτερή του’ κι ο πιό μεγάλος νικητής βγαίνει νικημένος’ γιά πάντα το πιό βαθύ μας μυστικό, το μόνο που άξιζε να ειπωθεί, μένει ανείπωτο. Δεν υποτάζεται ποτέ αυτό στο υλικό περίγραμμα της τέχνης’ πλαντούμε στην κάθε λέξη’ βλέπουμε ένα δέντρο ανθισμένο, έναν ήρωα, μιά γυναίκα, το άστρο της αυγής και φωνάζουμε: “Αχ! και τίποτ’ άλλο δεν μπορεί να χωρέσει τη χαρά μας. Οταν το “Αχ! αυτό θελήσουμε, αναλύοντάς το, να το κάνουμε στοχασμό και τέχνη, να το μεταδώσουμε στους ανθρώπους, να το σώσουμε από την ίδια μας τη φθορά, πως εξευτελίζεται σε λόγια αδιάντροπα, βαμμένα, γεμάτα αέρα και φαντασία !…».

Ετσι το πρόβλημα της σχέσης βιώματος και μορφής καταντάει να είναι ο εφιάλτης του λογοτέχνη δημιουργού – όπως και κάθε καλλιτέχνη – αλλά σύγχρονα γίνεται και ο φωτοστέφανος της κάθε πραγματικής δημιουργίας. Τη στιγμή που η καλλιτεχνική αξία του βιώματος θα υλοποιηθεί στα πλαίσια της μορφής και του λόγου, με τη συνεργία των «μαγικών» λέξεων και των διάφορων εκφραστικών μέσων – κατά ιδανικό τρόπο – τότε και μόνο σταματάει και η αγωνία του καλλιτέχνη, και δικαιώνεται η προσπάθειά του.

Το πραγματικά καλλιτεχνικό δημιούργημα, που οι προεκτάσεις του αγγίζουν όλες τις καρδιές, ξεπερνάει το χώρο και το χρόνο, καταξιώνεται από την ανθρωπότητα και γίνεται παγκόσμιο απόκτημα.
 
Πηγές: Kείμενα του Θ.Ροδάνθη

Ορισμός πεζού έργου ανάλογα με τον αριθμό των σελίδων του
Με βάση τις τελευταίες ισχύουσες ρυθμίσεις από την ΠΕΛ ορίζεται ως εξής:

Μυθιστόρημα: έργο από 150 σελίδες τουλάχιστον και πάνω
Νουβέλα: έργο 75 σελίδων τουλάχιστον έως 149
Διήγημα: έργο μικρότερο των 75 σελίδων

Λυρική Ποίηση

Εντεχνη ποίηση – Λυρική ποίηση
Το λυρικό ποίημα δεν αποτελείται από εκατοντάδες στίχους. Είναι μικρό. Δεν αναφέρεται σε μεγάλα εξωτερικά, ιστορικά, μυθικά κλπ. γεγονότα. Αλλά τραγουδάει τους πόνους καί τις χαρές της ψυχής. Το λυρικό ποίημα εκφράζει την εσωτερική διάθεση του δημιουργού. Είναι ποίημα καθαυτό προσωπικό. Στην αρχαία Ελλάδα τα ποιήματα αυτά τα τραγουδούσαν συνοδεύοντάς τα με τη λύρα. Γι’ αυτό καί ονομάστηκαν λuρικά.

Ιστορικό
Στις αρχές του 7ου αι. π.X. το ενδιαφέρον για την επική ποίηση εξασθενεί και κάνει την εμφάνισή της η λυρική ποίηση, που καλλιεργείται μεταξύ των ετών 650-450 π.X.
Λυρική ποίηση είναι η ποίηση που τραγουδιόταν, είτε από ένα άτομο είτε από ομάδα τραγουδιστών, με συνοδεία λύρας αρχικά και στη συνέχεια με άλλα μουσικά όργανα, όπως ο αυλός, η κιθάρα, η φόρμιγγα, η βάρβιτος κ.ά. Γεννήθηκε από την ανάγκη του ανθρώπου να εκφράσει ελεύθερα τα συναισθήματα και τις ιδέες του.

Διαφορές έπους και λυρικής ποίησης
H ποίηση του Oμήρου εκφράζει μια συγκεκριμένη κοινωνία, την πολεμική αριστοκρατία, ενώ με τη λυρική ποίηση το άτομο χειραφετείται και αποδεσμεύεται από μια «δεδομένη» τάξη, αναζητώντας την προσωπική του φυσιογνωμία. Έτσι, από τον Όμηρο, ο οποίος είναι ανώνυμος στο έργο του, περνάμε στον επώνυμο ποιητή της λυρικής ποίησης, που αναδύεται ως πρόσωπο και διαλέγεται ακόμη και με τον εαυτό του. H λυρική ποίηση εμφανίζεται ως αντίλογος τόσο στον ηρωικό μύθο όσο και στη στερεότυπη μορφή του, την εξάμετρη αφήγηση.

Έπος:
1) μεγάλη έκταση
2) ίδια μορφή (γλώσσα και στιχουργία) και περιεχόμενο (αφήγηση άθλων)
3) αντικειμενική, περιγραφική ποίηση
4) αναφέρεται στο παρελθόν (εκεί – τότε – μακριά)
5) ηρωικό ιδεώδες

Λυρική ποίηση:
1) μικρή έκταση
2) ποικιλία στη μορφή (γλώσσα – μέτρο) και στο περιεχόμενο (πλούσια θεματική)
3) υποκειμενική (προσωπική) ποίηση
4) αναφέρεται στο παρόν (εδώ – τώρα – πλησίον)
5) διαφωνία, πολλές φορές, με τα ιδεώδη του έπους

Παράγοντες ανάπτυξης
Στην ανάπτυξη της λυρικής ποίησης ουσιαστικό ρόλο διαδραμάτισαν οι νέες συνθήκες που αρχίζουν να επικρατούν με τη δημιουργία της «πόλεως», η οποία αρχίζει να οργανώνεται συλλογικά με τη συμμετοχή των πολιτών στα κοινά. Ουσιαστικό, επίσης, ρόλο διαδραμάτισαν οι κοινωνικοί και πολιτικοί αγώνες που αμφισβήτησαν το θεσμό της βασιλείας και αρνήθηκαν τον παλαιό ομηρικό κόσμο. Oι πολιτειακές μεταβολές ανέτρεψαν τη βασιλεία και εγκαθίδρυσαν αριστοκρατικά και «τυραννικά» καθεστώτα και στη συνέχεια πολιτεύματα δημοκρατικά.

Παράγοντες που συντέλεσαν στην ανάπτυξή της ήταν ακόμη: ο αποικισμός, η οικονομική ανάπτυξη, οι κοινωνικοπολιτικές ανακατατάξεις και αλλαγές, καθώς και οι πνευματικές εξελίξεις (αφύπνιση του ατόμου και ανάγκη για προσωπική έκφραση και ελευθερία).

Tο άτομο αφοσιώνεται στην προσπάθεια βελτίωσης της ζωής και επιδιώκει να εκφράσει τις προσωπικές ή ομαδικές συγκινήσεις, οι ευκαιρίες εκδήλωσης των οποίων είναι πολλές. Τα πατριωτικά συναισθήματα ενισχύονται με τις πανελλήνιες γιορτές, τους μεγάλους αγώνες και τα πανηγύρια. Η κοινή ζωή συνεχώς επεκτείνεται και οδηγεί στις παντός είδους συγκεντρώσεις και στα συμπόσια. Μέσο έκφρασης όλων αυτών θα αποτελέσει η λυρική ποίηση, αφού τα ποιήματα τώρα δε γράφονται μόνο για να τα διαβάζουν ή για να τα ακούν, αλλά και για να τα τραγουδούν· ορισμένα μάλιστα από αυτά τα χορεύουν.

Πηγές
Mαρτυρίες και πρώιμες λυρικές αναφορές παρέχουν: η δημώδης ποίηση (όπως η Eἰρεσιώνη2 στη Σάμο και το Pοδιακό χελιδόνισμα, χαριτωμένα παιδικά τραγούδια), τα ομηρικά έπη (τραγούδι γάμου, χορευτικό τραγούδι, τραγούδι που συνοδεύει τη δουλειά, μοιρολόγια) και τα σχετικά με τη λατρεία (παιάνες, Nόμοι, τραγούδια με κιθάρα για τον Aπόλλωνα)· ακόμη, η μουσική παράδοση της Aνατολής (Aιγύπτου, Bαβυλώνας), που πέρασε στις μικρασιατικές αποικίες και στα νησιά του Aιγαίου.

Περιεχόμενο
Το περιεχόμενο των ποιημάτων της αρχαίας λυρικής ποίησης αναφέρεται σε όλους σχεδόν τους τομείς της αρχαίας κοινωνίας:
•Θρησκευτική ζωή: ύμνοι, παιάνες, διθύραμβοι.
•Εθνική ζωή: ελεγείες (με περιεχόμενο πολεμικό), εμβατήρια, επινίκια, εγκώμια.
•Πολιτική ζωή: ελεγείες, ίαμβοι, παρωδίες.
•Ιδιωτική ζωή: σκόλια (= συμποτικά αυτοσχέδια άσματα), ερωτικά, υμέναιοι (= τραγούδια γάμου, επιθαλάμια), θρήνοι, επικήδειοι, επιγράμματα.

Mουσική
Oι πληροφορίες μας για την αρχαία ελληνική μουσική είναι ελάχιστες. Σε ασφαλείς διαπιστώσεις μπορούμε να οδηγηθούμε μόνο για τη λογοτεχνική μορφή των λυρικών ποιημάτων. Πάντως, η αρχαία ελληνική λυρική ποίηση είναι ποίηση που άδεται και συνοδεύεται από μουσικά όργανα. Mερικές φορές άδεται όχι από έναν τραγουδιστή (μονωδία – μονωδιακή), αλλά από χορό (χορωδιακή), που άλλοτε είναι ακίνητος και άλλοτε κινείται με ρυθμικούς βηματισμούς.

Xαρακτηριστικά
H λυρική ποίηση είναι δυναμική και πολυδιάστατη παρά την αποσπασματικότητά της. Έχουν διασωθεί μερικά αποσπάσματα (fragmenta) από ολιγόστιχα ποιήματα, ή λίγοι μόνο στίχοι. Διακρίνεται για την ποικιλία των διαλέκτων, των μέτρων, του ρυθμού, της έκφρασης, των σκέψεων, των ιδεών και των διαθέσεων, την ποικίλη θεματική, καθώς και από την προσωπική στάση του ποιητή απέναντι στα πολεμικά ή πολιτικά προβλήματα. H πληθώρα των κέντρων ανάπτυξης αποτελεί ιδιαίτερο χαρακτηριστικό (Mικρά Aσία, νησιά, πόλεις κυρίως Eλλάδας, Mεγάλη Eλλάδα).

Σε περίοδο τριών αιώνων οι λυρικοί ποιητές μεταδίδουν το μήνυμά τους, ο καθένας με τον τρόπο του, που επικεντρώνεται στην ηθική σκέψη, η οποία διέπεται από την αντίληψη της θεϊκής τιμωρίας για την υπέρβαση του μέτρου.

Aξία
H λυρική ποίηση είναι καθαρά προσωπική ποίηση. Yπηρέτησε την πολιτική ελευθερία, που σχετίζεται με την απόρριψη της τυραννίας και της πολιτικής βίας. H απομάκρυνση από τον επικό μύθο και η προβολή των προσωπικών βιωμάτων και συγκινήσεων συνέβαλαν στην πνευματική ελευθερία.

H λυρική ποίηση σημαδεύει το πέρασμα από την επική αφήγηση των κατορθωμάτων στην πεζογραφία και το αττικό δράμα. H προώθηση της προσωπικής σκέψης και των προβληματισμών οδηγούν στο δρόμο του φιλοσοφικού στοχασμού και της επιστημονικής έρευνας. H επίδρασή της είναι μεγάλη και στην τέχνη, ιδιαίτερα την αγγειογραφία και τη γλυπτική. H επιβίωσή της συνεχίζεται, διαμέσου των αιώνων, έως τις μέρες μας.

Στον παρακάτω πίνακα παρουσιάζονται τα λυρικά είδη που διαμορφώθηκαν, ο τόπος στον οποίο καλλιεργήθηκαν κυρίως, καθώς και οι σπουδαιότεροι εκπρόσωποί τους.

1. Ελεγεία
Ιωνία: Καλλίνος ο Εφέσιος μέσα 7ου αι. π.Χ., Mίμνερμος ο Kολοφώνιος τελευταίο μισό 7ου αι. π.Χ., Φωκυλίδης ο Mιλήσιος αρχές 6ου αι. π.Χ.
Μέγαρα: Θέογνις ο Mεγαρεύς β’ μισό 6ου αι. π.Χ.
Αθήνα: Σόλων 640-560 π.Χ.
Σπάρτη : Tυρταίος μέσα 7ου αι. π.Χ.

2. Επίγραμμα
Κυκλάδες: Σιμωνίδης ο Κείος 556-468 π.Χ.

3. Ίαμβος
Κυκλάδες: Αρχίλοχος ο Πάριος α’ μισό 7ου αι. π.Χ., Σημωνίδης ο Αμοργίνος μέσα 7ου αι. π.Χ.
Ιωνία: Ιππώναξ ο Εφέσιος ακμή 540 π.Χ.

4. Μέλος
Λέσβος: Τέρπανδρος ακμή περ. 650 π.Χ., Αλκαίος 620-570 π.Χ περ., Σαπφώ 630-568 π.Χ. περ.
Ιωνία: Ανακρέων ο Τήιος 570-485 π.Χ. περ.

5. Χορική ποίηση
Σπάρτη: Αλκμάν μέσα 7ου αι. π.Χ.
Κάτω Ιταλία: Ίβυκος 640-555 π.Χ. περ.
Σικελία: Στησίχορος 636-556 π.Χ. περ.
Βοιωτία: Πίνδαρος 522-446 π.Χ. περ.
Κυκλάδες: Βακχυλίδης 510-450 π.Χ. περ.

Η λυρική ποίηση υπάρχει καί στις ημέρες μας. Οι περισσότεροι νεοέλληνες ποιητές είναι λυρικοί. Το κυριότερο γνώρισμα των ποιημάτων αυτών, είναι η μουσικότητα καί η αρμονία που πρέπει ν’ αναδίνουν. Τον βοηθητικό ρόλο που επαιζε στην αρχαιότητα η λύρα, πρέπει τώρα να τον παίζουν τα γλωσσικά στοιχεία του ίδιου του ποιήματος, οι κυματισμοί του μέτρου, ο εσωτερικός ρυθμός κλπ…
Καθώς οι αφορμές που κινητοποιούν την ψυχή είναι πολλές, πολλά είναι καί τα είδη που περιλαβαίνει η λυρική ποίηση.
Τα κυριότερα από αυτά είναι:

1. Ερωτική ποίηση
Η αγάπη καί o έρωτας είναι από τα ευγενέστερα συναισθήματα του ανθρώπου. Καί στάθηκαν μιά ακένωτη πηγή έμπνευσης γιά όλους τους ποιητές, από τους αρχαίους καιρούς ως τα σήμερα. Είναι αδύνατο να μη βρούμε ερωτικό ποίημα, ακόμα καί σε ποιητές αυστηρούς ή ποιητές που αφιέρωσαν τίς δυνάμεις τους αποκλειστικά σε άλλα είδη ποίησης.

Πολλές φορές το θέμα ενός ερωτικού ποιήματος είναι ολόϊδιο με κείνο που έγραψε άλλος ή άλλοι πολύ νωρίτερα. Ωστόσο δεν λένε τα ίδια πράγματα. Δεν αντιγράφουν ο ένας τον άλλο. Ανάμεσα στο θέμα καί στην εκτέλεση μπαίνει η ξεχωριστή προσωπικότητα του κάθε ποιητη καί το παραλλάζει.

2. Οικογενειακή ποίηση
Θα μπορούσε να θεωρηθεί σαν ένα ευρύτερο είδος της ερωτικής ποίησης. Τη θέση της αγαπημένης γυναίκας παίρνουν εδώ η μητέρα, η σύζυγος, η κόρη. Τα αισθήματα των γονιών προς τα παιδιά καί των παιδιών προς τους γονείς είναι θέμα της οικογενειακής ποίησης. Οσο γιά τις αφορμές, είναι ποικίλες, σαν τη ζωή. Χαρούμενες ή λυπημένες : η γέννηση, ο γάμος ο χωρισμός, ο θάνατος.

3. Ελεγειακή ποίηση
Εκείνο που διακρίνει την ελεγειακή ποίηση είναι ο λυπημένος τόνος, η βουβή απελπισία, ο ψυχικός σπαραγμός. Η ελεγειακή ποίηση αποτελεί έναν ποιητικό θρήνο, γιά κάτι αγαπημένο που χάσαμε ή που θυμούμαστε με συγκίνηση. Το είδος αυτό θα μπορούσε να θεωρηθεί σαν συμπλήρωμα των δύο προηγούμενων κατηγοριών, αφού, ένα ελεγειακό ποίημα, μπορεί ταυτόχρονα να είναι καί ερωτικό ή οικογενειακό.

4. Φυσιολατρική ποίηση
Είναι η ποίηση που υμνεί τη φύση σε όλες τις ώρες καί τις εποχές, με χαρούμενους ανοιξιάτικους τόνους η με μελαγχολικές φθινοπωρινές πινελιές. Τη φύση όπως τη ζούμε στο χειμωνιάτικο ύπαιθρο η όπως τη χαιρόμαστε στο φωτεινό καλοκαίρι. Σ’ εμάς, που έχουμε το δώρο μιάς θαυμάσιας Φύσης, η φυσιολατρική ποίηση είναι πλούσια, σε όλες τις περιόδους της λογοτεχνικής μας ίστορίας.
Υπάρχουν ποιήματα αυτοτελή, που είναι αποκλειστικά φυσιολατρικά. Υπάρχουν όμως κι ένα πλήθος ποιήματα, στα οποία το φυσιολατρικό στοιχείο αποτελεί απλώς τον περίγυρο, το πλαίσιο, όπου τοποθετούνται άλλες κεντρικές διαθέσεις. Π.χ., γιά να τονίσει κανείς εντονότερα την πένθιμη ψυχική κατάθλιψη που τον συνέχει, περιγράφει τη γύρω του μουντή φθινοπωρινή φύση ή συνδέει την ερωτική ευτυχία του μ’ ένα χαρούμενο ανοιξιάτικο τοπίο. Δηλαδή η φυσιολατρική ποίηση μοιάζει πολύ με άλλα είδη λυρικής ποίησης. Περισσότερο όμως απ’ όλα με την πατριωτική ποίηση.

5. Πατριωτική ποίηση
Οι πατριωτικοί στίχοι πιάνουν ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής ποίησης, από την αρχαιότητα ως τα σήμερα. Η πατριωτική ποίηση καθρεφτίζει όλη την πίστη, τη λεβεντιά καί την ανωτερότητα της φυλής μας, στις τόσες καί τόσες μεγάλες ιστορικές ώρες της. Νίκες, συμφορές, θρίαμβοι, δάφνες, σκλαβιά, μεγαλείο – όλα δίνονται με θαυμάσιους στίχους καί θερμές πατριωτικές εμπνεύσεις.
Η έμφυτη φιλοπατρία του Ελληνα, η μεγάλη ευαισθησία του, γιά ό,τι αφορά την τιμή καί τη δόξα της χώρας του, η κληρονομική του λατρεία προς το ιδανικό της ελευθερίας καί το αθάνατο μέλλον της Ελλάδας, έχουν ενσαρκωθεί σε πατριωτικά ποιήματα, από τα πιό φτερωμένα καί ενθουσιαστικά. Τα ίδια αισθήματα καί συναισθήματα θα τα βρούμε όχι μόνο στην έντεχνη ποίηση, αλλά, καί στη δημοτική.
Το πατριωτικό ποίημα μπορεί να γραφεί σε όλα τα είδη του στίχου’ υπάρχουν όμως μερικά είδη, που προτιμήθηκαν παλαιότερα, ειδικά γιά την πατριωτική ποίηση. Τέτοια είδη είναι: ο θούριος (ή εμβατήριο), ο ύ μνος, η ωδή καί ο παιάνας.

α) Ο θούριος. Είναι ενθουσιώδες πατριωτικό άσμα, που διεγείρει, εμψυχώνει καί φλογίζει. Εχει γοργό ρυθμό, σε τρόπο που να συναρπάζει λαό καί στρατιώτες καί να κυκλοφορεί εύκολα σε όλα τα στόματα, φέρνοντας ρίγος, συγκίνηση, ενθουσιασμό καί αποφασιστικότητα. Από την αρχαιότητα είναι γνωστός, ο «Θούριος» του Τυρταίου, που τον μετάφρασε κατά την Ελληνική Έπανάσταση, σε δημοτική γλώσσα, ο Σπυρίδων Τρικούπης:

– Τι τιμή στό παλικάρι, όταν πρώτο στη φωτιά
σκοτωθεί γιά την Πατρίδα με τη σπάθα στα δεξιά…

Επίσης το εγερτήριο σάλπισμα του Ρήγα, ο περίφημος «Θούριος», που δονούσε, πυρπολούσε καί συγκλόνιζε τις καρδιές των ραγιάδων Ελλήνων καί ο οποίος εμψύχωσε το σκλαβωμένο Γένος μας αρκετές δεκαετίες, ως τον ξεσηκωμό του ’21.

– Ως πότε παλικάρια, θα ζούμεν στα στενά
μονάχοι σαν λιοντάρια, στες ράχες στα βουνά;…

Ενα από τα πιό δημοφιλή θούρια, κατά τον περασμένο αιώνα, ήταν καί τό: – Μαύρη είναι η νύχτα στα βουνά… του Ραγκαβή.

β) Ο ύμνος. Ο ύμνος μοιάζει κι αυτός με το θούριο, έχει όμως περισσότερες λογοτεχνικές αξιώσεις. Το εμβατήριο μπορεί να μην έχει καί μεγάλη στιχουργική αξία’ με τη μουσική όμως, που το εμψυχώνει, επιτελεί ένα σημαντικό ρόλο. Αντίθετα, ο ύμνος, καί χωρίς να συνοδεύεται από μουσική, είναι από μόνος του, σαν γραπτό επίτευγμα, αυστηρός, σοβαρός καί μεγαλοπρεπής.
Οι αρχαίοι Ελληνες έψαλλαν ύμνους στους θεούς κατά την τέλεση διάφορων θυσιών καί εορτών. Υστερα ύμνοι άρχισαν να γράφονται γιά τους ηρωες. Στους Αλεξανδρινούς χρόνους αφιέρωναν ύμνους στους βασιλείς. Στη Βυζαντινή περίοδο η υμνογραφία μεταφέρθηκε στη χριστιανική ποίηση, γνωρίζοντας μεγάλη ακμή. Καί στους νεώτερους χρόνους ο ύμνος χρησιμοποιήθηκε στην πατριωτική ποίηση.
Ενα είδος ύμνου είναι καί ο Εθνικός ύμνος. Δηλαδή ύμνος που καθιερώνεται επίσημα από το λαό, να αποτελεί το σύμβολο της εθνικής του ενότητας. Ο Εθνικός ύμνος αναφέρεται συνήθως στο σημαντικότερο γεγονός της ιστορίας κάθε λαού (όπως η ανεξαρτησία του), ανακρούεται σε όλες τις επίσημες στιγμές καί αποτελεί ένα είδος συμβόλου (όπως είναι καί η σημαία). Ο Εθνικός ύμνος πρέπει να προκαλεί, όχι μόνο φλογερό ενθουσιασμό, αλλά καί συγκίνηση, υπερηφάνεια καί ευλάβεια προς τα ιδανικά του Εθνους. Εξαιρετικό τέτοιο δείγμα είναι ο Εθνικός μας ύμνος, που τον αποτελουν οι πρώτες στροφές από τον Υμνον εις την ελευθερίαν του Διονυσίου Σολωμού, με μουσική του κερκυραίου Ν. Μάντζαρου.

γ) Η ωδή. Η ώδή (που μπορεί επίσης να είναι καί θρησκευτική ή ερωτική) έχει ένα επιβλητικό τόνο καί μιά εμπνευσμένη μεγαλοπρέπεια, χωρίς να της λείπει κι ο ενθουσιασμός. Οι αρχαίοι έλεγαν ωδές όλα τα αδόμενα ποιήματα, τα ποιήματα δηλαδή που τα τραγουδούσαν. Είναι είδος που μοιάζει με τον ύμνο καί βρίσκεται σε άμεση επαφή με τη λυρική ποίηση. Γενικά, από τους νεώτερους ποιητές, ωδές έχει γράψει μόνο ο μεγάλος ποιητής μας Ανδρέας Κάλβος.

δ) Ο παιάνας. Οι παιάνες ήταν χορικά θρησκευτικά άσματα καί αποτελούσαν ευχαριστήριους ύμνους προς τον Απόλλωνα, όταν τους γλίτωνε από κάποια μεγάλη συμφορά. Κυρίως όμως οι παιάνες ήταν πολεμικοί: Θριαμβευτικά τραγούδια, πάλι προς τιμή του Απόλλωνα, ύστερα από κάποια πολεμική νίκη. Τους παιάνες τους τραγουδούσαν μόνο άντρες, με τη συνοδεία λύρας ή αυλού ή κιθάρας. Τα σημερινά εμβατήρια είναι ένα είδος παιάνων.

6. Θρησκευτική ποίηση
Οπως η πατρίδα, ετσι καί η θρησκεία είναι ζυμωμένη με την ψυχή του Ελληνα. Γι’ αυτό καί το θρησκευτικό στοιχείο δεν έλειψε ποτέ από την ελληνική ποίηση: αρχαία, αλεξανδρινή, βυζαντινή, μεσαιωνική καί νεώτερη.

Οί αρχαίοι Ελληνες χρησιμοποιούσαν στη θρησκευτική τους ποίηση τον παιάνα, γιά να ευχαριστήσουν το Θεό, τον ύμνο γιά να εγκωμιάσουν το μεγαλείο των Θεών, την ωδή γιά να εκφράσουν τη θρησκευτική τους ευλάβεια. Η μεγάλη ανάπτυξη της θρησκευτικής ποίησης σημειώθηκε την εποχή του Βυζαντίου. Ολα τα άλλα θέματα είχαν σχεδόν καταργηθεί. Δεν υπήρχε η λεγόμενη κοσμική ποίηση. Αλλά όλοι οι ποιητές, μικροί καί μεγάλοι, αντλούσαν τις εμπνεύσεις τους από τη θρησκευτική πίστη καί μόνο. Μετά την πτώση της Πόλης, οπότε η ποίηση πέρασε σε μιά περίοδο παρακμής, πάλι δεν έλειψε η θρησκευτική ποίηση. Τα ποιήματα αυτής της κατηγορίας δεν έχουν μεγάλη ποιητική αξία. Είναι συνήθως έμμετροι βίοι αγίων ή ακροστιχίδες ή αλφαβητάρια. Πότε κατεβαίνοντας τάχα στον Αδη ή πότε βλέποντας ένα μεγάλο όνειρο, ο ποιητής διηγείται σε εκατοντάδες στίχους τις περιπέτειές του, βρίσκοντας αφορμή να δώσει ηθικές συμβουλές, θρησκευτικές παραινέσεις καί γενικά ηθικο­θρησκευτικά διδάγματα.

Η νεώτερη ελληνική ποίηση έχει άφθονες θρησκευτικές εμπνεύσεις, που υμνούν το μεγαλείο του Θεού καί δοξάζουν τη γλυκύτητα του θείου Ναζωραίου. Αλλες αποτελούν ευλαβικές παρακλήσεις στην Παναγία καί τους αγίους. Αλλες αναφέρονται στις μεγάλες γιορτές της Χριστιανοσύνης (Πάσχα, Δεκαπενταύγουστο, Χριστούγεννα). Αλλες συνδυάζονται με τα γραφικά ελληνικά πανηγύρια καί την εξύμνηση της φύσης ή αποτελούν προσευχές, παρακλήσεις καί εξομολογήσεις.

7. Άλλα λυρικά είδη
Στη λυρική ποίηση περιλαβαίνονται μερικά ακόμα είδη, όπως η βακχική ποίηση, με ποιήματα που υμνούν το κρασί, την ευθυμία καί την ξενοιασιά της ζωής. Στην αρχαιότητα υπήρχαν αρκετά τέτοια ποιήματα, γιατί σχετίζονταν με τις διονυσιακές (βακχικές) γιορτές. Στα νεώτερα χρόνια βακχικά ποιήματα έγραψε ο Αθανάσιος Χριστόπουλος. Σήμερα το είδος δεν καλλιεργείται, παρά σποραδικά, καί σε χαμηλό επίπεδο, κυρίως από στιχοποιούς στα λαϊκά περιοδικά.

Μιά αλλη κατηγορία είναι η λεγόμενη φιλοσοφική ποίηση (ή διδακτική ή κοινωνική ή γνωμική). Πραγματεύεται με τη μορφή του στίχου γενικές απόψεις καί θεωρήσεις της ζωής. Μεταδίνει την πείρα σεβάσμιων ποιητών, που πολλά έχουν να πουν από τις πολύτιμες γνώσεις τους, ή περιλαβαίνουν παράπονα γιά τις κοινωνικές αδικίες.

Συχνά στο λυρικό είδος περιλαβαίνεται καί η σατιρική ποίηση. Δεν πρέπει όμως να εννοούμε την πρόχειρη σάτιρα, που διακωμωδεί ενα γεγονός της επικαιρότητας – γεγονός που αύριο θα ξεχαστεί. Αλλά την ποίηση που με αληθινή ποιητική διάθεση καυτηριάζει γενικότερες καί διαρκείς καταστάσεις (Λασκαράτος). Σατιρικά ποιήματα έχουν γράψει καί πολλοί καθαρά λυρικοί ποιητές, όπως ο Σολωμός, ο Παλαμάς, ο Βάρναλης κ.ά.

Ενα τελευταίο είδος που ανήκει στη λυρική ποίηση είναι ο διθύραμβος. Το είδος αυτό δεν υπάρχει σήμερα (ένα-δυό ποιήματα του Σικελιανού θα μπορούσαν μόνο να xαρκτηριστoύν έτσι). Είναι αρχαίο είδος, καί μάλιστα αρχαιότατο. Αποτελούσε ύμνο στον Διόνυσο καί τον Βάκχο. Είχε γοργό ρυθμό καί τον ενέπνεε ένα ζεστό κύμα ενθουσιασμού. Γι’ αυτό, με τον καιρό, κατάληξε να χρησιμοποιείται ως τραγούδι του χορού, του «κύκλιου χορού» των αρχαίων. Αντί γιά τον Διόνυσο, άρχισε να υμνεί τον Απόλλωνα. Υστερα άρχισε να αναφέρεται στους άλλους θεούς του Ολύμπου καί στο τέλος έπαιρνε τα θέματά του από μυθικά γεγονότα. Δηλαδή, λίγο­ λίγο ξέφευγε από τον αρχικό θρησκευτικό χαρακτήρα του καί γινόταν χορευτικό τραγούδι, με τη συνοδεία αυλού καί κιθάρας. Η μορφή αυτή του διθύραμβου, στην Αττική, στάθηκε ο πυρήνας, από τον οποίο, σιγά-σιγά δημιουργήθηκε, με τη συνεχή εξέλιξη, το αρχαίο δράμα, η δραματική ποίηση, όπως λέμε.

Πηγές: Θ.Ροδάνθης, Σχολικά εγχειρίδια

Επική Ποίηση

Εντεχνη ποίηση – Επική ποίηση

Η επική ποίηση περιλαμβάνει μεγαλόπνοα ποιήματα, που μας διηγούνται σε εκατοντάδες στίχους ηρωϊκές καί αξιοθαύμαστες πράξεις. Ο ήρωας, στον οποίο αναφέρεται το έπος, μπορεί να είναι ένας ή περισσότεροι. Γύρω του κινούνται πολλά άλλα πρόσωπα. Οι πράξεις καί τα γεγονότα, που συνθέτουν την ίστορία, ξετυλίγονται με φυσική σειρά, προκαλώντας μας το ενδιαφέρον να μάθουμε τι έγινε ως το τέλος. Με άλλα λόγια το έπος είναι σάν ένα μυθιστόρημα, αλλά γραμμένο σε στίχους. Τα επεισόδια μέσ’ από τα οποία προβάλλει η μορφή του ήρωα ξεπερνούν το κοινό μέτρο. Είναι πράξεις που κρατούν την ψυχή μας σε θαυμασμό, που κρατούν τη φαντασία μας σε διέγερση. Πράξεις, που εμπνέουν τη διάθεση να πράξουμε κι εμείς κάτι ανάλογο.

Σήμερα, λέγοντας έπος, δεν εννοούμε μόνο το επικό ποίημα. Η λέξη κατάληξε να σημαίνει κάτι το θαυμαστά μεγαλοπρεπές κάτι που κλείνει δύναμη καί επιβλητικότητα καί έχει ήθική αξία και αίγλη (έτσι λέμε, το έπος της Αλβανίας, γιά τη νίκη μας στα βορειοηπειρωτικά βουνά κατά τον τελευταίο πόλεμο).

Η Ιλιάδα καί η Οδύσσεια του Ομήρου είναι έπη. Θεωρούνται μάλιστα τα αριστουργήματα της παγκόσμιας φιλολογίας, όλων των αιώνων. Στη ρωμαϊκή εποχή γράφτηκε η Αινειάδα του Βιργίλιου. Στη βυζαντινή περίοδο επικό ποίημα αποτελεί ο κύκλος των Ακριτικών τραγουδιών που αναφέρονται στους άθλους του Διγενή Ακρίτα. Αργότερα στην Κρήτη που τελούσε κάτω από τους Βενετσάνους, γράφτηκε από τον Βιτσέντζο ή Βικέντιο Κορνάρο ο Eρωτόκριτος. Στα νεώτερα χρόνια, το 1938, εκδόθηκε από τον ποιητή Νίκο Καζαντζάκη το μεγαλύτερο επικό ποίημα όλων των εποχών, η Οδύσσειά του, που αποτελείται από 33.333 στίχους καί μάλιστα δεκαεπτασύλλαβους.

Σήμερα το επικό είδος της ποίησης έχει σχεδόν καταργηθεί τόσο στη δική μας, όσο καί στην παγκόσμια λογοτεχνία. Τη θέση του την πήρε το μυθιστόρημα.
Από κείμενα του Θ.Ροδάνθη

Η επική ποίηση

Αρχική σημασία της λέξης «έπος» = λόγος (τον 5ο αιώνα π.Χ. σήμαινε αφηγηματικό
ποίημα σε δακτυλικό εξάμετρο).
Βασικό σχήμα δακτυλικού εξαμέτρου (επικού μέτρου) = -υυ (δάκτυλος), —
(σπονδείος) [1.-υυ 2.-υυ 3.-υυ 4.-υυ 5.-υυ 6.-υυ].

Αρχαία ελληνικά έπη: α) μυθολογικά έπη (τα παλιότερα), β) διδακτικά έπη (πρβλ.
Ησίοδος), γ) φιλοσοφικά έπη, δ) ηρωικά έπη (μύθοι αρχαίων Ελλήνων για θεούς και ήρωες).

Ιστορική εξέλιξη της επικής ποίησης: αρχές = Μυκηναϊκά χρόνια (17ος – 12ος αιώνας
π.Χ.). Τραγουδοποιοί αυτοσχεδίαζαν και τραγουδούσαν επικά ποιήματα. Ονομάζονταν αοιδοί.

Ακμή = Γεωμετρικά χρόνια (11ος – 8ος αιώνας π.Χ.). Χαρακτηριστικό της εποχής ο αποικισμός
των νησιών και της Μικράς Ασίας.
Το κύριο θέμα των ηρωικών επών των γεωμετρικών χρόνων είναι μύθοι και
κατορθώματα ηρώων, με την ενεργό συμμετοχή των θεών («έργα ανδρών τε θεών τε»).

Τα κύρια γνωρίσματα της επικής ποίησης

1) Τα έπη αναφέρονταν στο μακρινό παρελθόν, το οποίο παρουσιάζεται ιδανικό και
ανώτερο από την εποχή του ποιητή.
2) Τα έπη εκφράζουν αντιλήψεις της κοινωνίας ολόκληρης και είναι δημιουργήματα
συλλογικά.
3) Τα έπη είναι συνθέσεις ανωνύμων ποιητών.
4) Τα έπη θεωρούνταν δημιουργήματα της Μούσας, της θεάς δηλαδή που ενέπνεε
τον ποιητή στη σύνθεσή του.
5) Τα έπη είναι γραμμένα σε ιωνική διάλεκτο, ανάμεικτη με πολλά αιολικά στοιχεία.
6) Τα έπη δεν τα απάγγελλαν, αλλά τα τραγουδούσαν οι αοιδοί με τη συνοδεία
φόρμιγγας (κιθάρας).
7) Τα έπη παρουσιάζονταν σε δημόσιους χώρους, σε συμπόσια, σε ανάκτορα
βασιλέων, στα σπίτια ευγενών, στην αγορά, με αφορμή κάποιας γιορτής ή αγώνων.
Η σύνθεση και η εκτέλεση των επών: ένα μεγάλο ερώτημα, το οποίο προκύπτει από
την τεράστια έκταση των επών, είναι το πως οι αοιδοί μπορούσαν να θυμούνται τόσο μεγάλα
ποιήματα. Σίγουρα θα είχαν α) ιδιαίτερο ταλέντο (απομνημόνευση, ανασύνθεση,
αυτοσχεδιασμός) και β) ειδικές τεχνικές.
Στις ειδικές αυτές τεχνικές εντάσσονται οι λεγόμενες τυπικές φόρμες:
α) Φράσεις, ονοματικές ή ρηματικές, που επαναλαμβάνονταν αυτούσιες.
β) Ετοιμοι στίχοι που εμφανίζονταν αυτούσιοι.
γ) Τυπικές σκηνές για συγκεκριμένα θέματα, ενέργειες, δραστηριότητες.

Ο επικός κύκλος

Θεματική των επών: τα περισσότερα επικά ποιήματα αναφέρονταν σε κάποιον από
τους τρεις (3) επικούς κύκλους:
α) Αργοναυτικός κύκλος: αναφέρεται στην αργοναυτική εκστρατεία.
β) Θηβαϊκός κύκλος: αναφέρεται στους αγώνες για την κατάκτηση των Θηβών.
γ) Τρωικός κύκλος: αναφέρεται στον Τρωικό πόλεμο και σε όσα συνέβησαν μετά απ’
αυτόν.
Επικός κύκλος: Κύκλια έπη (10 βιβλία). Σε χρονογραφική σειρά – όχι χωρίς χάσματα
– τα μυθικά γεγονότα από την ένωση Ουρανού και Γης ως το θάνατο του Οδυσσέα.

Οι τίτλοι των κύκλιων επών έχουν ως εξής:
1. «Τιτανομαχία»: αρχαιότατες συγκρούσεις θεών για την κυριαρχία τους στον
κόσμο.
2. «Οιδιπόδεια»: ανήκει στο Θηβαϊκό κύκλο.
3. «Θηβαΐς»: ανήκει στο Θηβαϊκό κύκλο.
4. «Επίγονοι»: ανήκει στο Θηβαϊκό κύκλο.
5. «Κύπρια»: αφορμές του Τρωικού πολέμου και γεγονότα των πρώτων χρόνων της
εκστρατείας. Ανήκει στον Τρωικό κύκλο.
6. «Αιθιοπίς»: τελευταία κατορθώματα του Αχιλλέα και ο θάνατός του. Ανήκει στον
Τρωικό κύκλο.
7. «Μικρά Ιλιάς»: τα γεγονότα ύστερα από το θάνατο του Αχιλλέα. Ανήκει στον
Τρωικό κύκλο.
8. «Ιλίου Πέρσις»: η άλωση της Τροίας. Ανήκει στον Τρωικό κύκλο.
9. «Νόστοι»: η επιστροφή των νικητών Αχαιών στην πατρίδα και οι περιπέτειες του
καθενός. Ανήκει στον Τρωικό κύκλο.
10. «Τηλεγονία»: οι περιπέτειες του Οδυσσέα μετά την επιστροφή του στην Ιθάκη
και μέχρι το θάνατό του. Η τύχη των 2 γιων του: Τηλέμαχος (από Πηνελόπη) και
Τηλέγονος (από Κίρκη). Ανήκει στον Τρωικό κύκλο.
Ανάμεσα στα «Κύπρια» και την «Αιθιοπίδα» μεσολαβεί χρονολογικά το έπος
«Ιλιάδα» του Ομήρου.
Ανάμεσα στους «Νόστους» και την «Τηλεγονία» μεσολαβεί χρονολογικά το έπος
«Οδύσσεια» του Ομήρου.

Τα Ομηρικά έπη και η Ιστορία

Επικά ποιήματα που σώθηκαν ολόκληρα:
α) «Ιλιάδα» (15.693 στίχοι): ονομάστηκε έτσι από το άλλο όνομα της Τροίας
(Ιλιον). Αφηγείται ένα επεισόδιο του 10ου έτους του Τρωικού πολέμου.
β) «Οδύσσεια» (12.110 στίχοι): ο νόστος του Οδυσσέα (νόστος = η επιστροφή ενός
ανθρώπου στην πατρίδα του).
Η παράδοση θέλει τον Ομηρο δημιουργό της «Ιλιάδας» και της «Οδύσσειας».
Η «Οδύσσεια» θεωρείται έργο ωριμότητας και έπεται της «Ιλιάδας».
Τα ομηρικά έπη θεωρούνται έργα του 2ου μισού του 8ου αιώνα π.Χ., αν και
αναφέρονται σε γεγονότα του 12ου αιώνα π.Χ. Δεν είναι ιστορικές ούτε γεωγραφικές πηγές.
Σκοπός τους ήταν να τέρψουν.
ΒΑΣΙΚΗ ΣΗΜΕΙΩΣΗ: συχνά στα ομηρικά κείμενα («Ιλιάδα», «Οδύσσεια»)
παρουσιάζεται το φαινόμενο του αναχρονισμού. Υλικά, έθιμα, θεσμοί και αντιλήψεις,
άγνωστα στα Μυκηναϊκά χρόνια, μεταφέρονται από την εποχή του Ομήρου (Γεωμετρικά
χρόνια) στο παρόν της ιστορίας των έργων. Επομένως, τα ομηρικά έπη προσφέρονται ως
πηγή πληροφόρησης για την εποχή της σύνθεσής τους, δηλαδή τη Γεωμετρική.

Το Ομηρικό ζήτημα

Το Ομηρικό Ζήτημα είναι ποικίλοι προβληματισμοί, που γεννήθηκαν από τη μελέτη
των ομηρικών επών, καθώς και από την τεράστια έκτασή τους.
Είναι ο Ομηρος δημιουργός και των δύο επών ή μήπως μόνο της «Ιλιάδας»;
Και της «Οδύσσειας» κάποιος μαθητής του;
Υπήρξε πραγματικά ο Ομηρος ή είναι πρόσωπο πλαστό, το οποίο δημιούργησε η παράδοση;
Τα ομηρικά έπη συντέθηκαν με βάση ένα ενιαίο σχέδιο ή είναι συνένωση μικρότερων
επικών ποιημάτων;

Σήμερα πιστεύεται:
Η «Ιλιάδα» και η «Οδύσσεια» είχαν από πίσω τους μία αρκετά πλούσια επική
παράδοση και άντλησαν από εκεί στοιχεία. Είναι λοιπόν αποκυήματα μιας μεγάλης
παράδοσης.
Κάθε ένα από τα 2 έπη είναι προσωπική δημιουργία ενός προικισμένου ποιητή, όχι
απαραίτητα του ίδιου και για τα δύο.
Ο ποιητής είχε στη διάθεσή του το φωνητικό αλφάβητο και κάποια μικρή βοήθεια
από τη γραφή.
Τα ομηρικά έπη προορίζονταν να ακουστούν από ακροατήριο κι όχι να διαβαστούν
από αναγνώστες.

Οι ραψωδοί και ο Όμηρος

Ραψωδοί: ονομάζονταν έτσι οι νεότερες γενιές επικών ποιητών. Συνήθως, δεν
παρήγαγαν καινούρια έργα, αλλά απομνημόνευαν τα παλιά.
α) Δεν τραγουδούσαν τα έπη, αλλά τα απάγγελλαν ρυθμικά.
β) Δεν είχαν μουσική υπόκρουση στην απαγγελία τους.
γ) Κρατούσαν ένα ραβδί, σύμβολο δοσμένης από το θεό εξουσίας.
δ) Ηταν οργανωμένοι σε συντεχνίες και ταξίδευαν από τόπο σε τόπο, για να
απαγγείλουν έπη.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: εφτά (7) πόλεις της αρχαιότητα διεκδικούσαν την τιμή της καταγωγής
του Ομήρου. Η Σμύρνη και η Χίος είχαν τα περισσότερα επιχειρήματα σε σχέση με τις
υπόλοιπες (Αθήνα, Κολοφών, Ιθάκη, Πύλος, Αργος).

Η ΚΑΤΑΓΡΑΦΗ ΤΩΝ ΟΜΗΡΙΚΩΝ ΕΠΩΝ:
1η γνωστή καταγραφή των ομηρικών επών κατά τον 6ο αιώνα π.Χ. στην Αθήνα, την εποχή του Πεισίστρατου ή του γιου του Ιππαρχου ή και την εποχή του Σόλωνα.

ΑΛΛΑ ΟΜΗΡΙΚΑ ΕΡΓΑ: στον Ομηρο, εκτός της «Ιλιάδας» και της «Οδύσσειας», αποδίδονται:
α) Από τα Κύκλια έπη: η «Θηβαΐς»και τα «Κύπρια».
β) 33 Ομηρικοί Υμνοι: προοίμια επικών διηγήσεων, προς εξύμνηση διαφόρων θεών.
γ) «Μαργίτης»: κωμικό έργο για έναν αντιήρωα που όλα τα κάνει στραβά.
δ) «Βατραχομυομαχία»: κωμικό έργο, παρωδία της «Ιλιάδας». Περιγράφει έναν
πόλεμο βατράχων και ποντικών (303 στίχοι).

Η αξία των Ομηρικών επών

Η «Ιλιάδα» και η «Οδύσσεια» έγιναν τα πιο αγαπητά ακούσματα των Ελλήνων. Τα
δύο αυτά έργα έχουν λογοτεχνική και παιδαγωγική αξία. Γι’ αυτό οι αρχαίοι Ελληνες
στήριζαν την εκπαίδευση των παιδιών τους και γενικότερα των νέων στα ομηρικά έπη.
Πλήθος αριστουργήματα της τέχνης από την αρχαιότητα ως τις μέρες μας
εμπνεύστηκαν από τα ομηρικά έπη. Καλλιτέχνες όλων των ειδών υποκλίθηκαν
εκστασιασμένοι στο μεγαλείο και τη ρωμαλέα πνοή της επικής ποίησης, καθώς και στο
ταλέντο του «Ποιητή των Ελλήνων» (δηλαδή του Ομήρου).

Η Οδύσσεια

Κεντρικό θέμα της «Οδύσσειας»: ο νόστος του Οδυσσέα στην πατρίδα του, την
Ιθάκη, και ο αγώνας του να ξανακερδίσει το θρόνο του και την Πηνελόπη από τους
μνηστήρες. Επίσης, το έργο αναφέρεται και στην αναζήτηση του Οδυσσέα από το γιο του, τον
Τηλέμαχο.

Πηγές της «Οδύσσειας»: η ηρωική παράδοση, οι λαϊκές μυθιστορίες, παραμύθια
ναυτικών και φανταστικές ιστορίες ξενιτεμένων (όλα κατάλληλα επεξεργασμένα, ώστε να
υπηρετήσουν το κεντρικό θέμα).

Θεματογραφία της «Οδύσσειας»: παρουσιάζεται ο απλός άνθρωπος, η καθημερινή
ζωή, η αγάπη για την πατρίδα, η ερωτική πίστη, η φιλία, η αγάπη για τη ζωή, η ανθρωπιά, η
ευγένεια, η ομορφιά κ.α.

Διαίρεση των ομηρικών επών: ο Ζηνόδοτος ο Εφέσιος (4ος /3ος αιώνας π.Χ.), ένας
από τους μεγάλους Αλεξανδρινούς φιλολόγους, είναι μάλλον εκείνος που χώρισε το καθένα
από τα δύο ομηρικά έπη σε 24 άνισες ραψωδίες. Οι ραψωδίες συμβολίζονται με τα γράμματα
του ελληνικού αλφαβήτου. Κεφαλαία για την «Ιλιάδα» και μικρά για την «Οδύσσεια». Οι
Αλεξανδρινοί έδωσαν κι έναν τίτλο περιεχομένου σε κάθε μία από τις ραψωδίες.

Χρονογραφική αφήγηση του περιεχομένου της Οδύσσειας

Ο Οδυσσέας φεύγει από την Τροία με δώδεκα πλοία. Πρώτος σταθμός του η χώρα
των Κικόνων, όπου τους παρασύρει ο άνεμος. Εκεί λεηλατούν την πόλη Ισμαρο και φεύγουν
κυνηγημένοι. Φτάνοντας στα παράλια της Πελοποννήσου, μια θύελλα τους ρίχνει έξω από τα
ελληνικά νερά, στη χώρα των Λωτοφάγων, που ο καρπός της φέρνει λήθη. Από εκεί ο
Οδυσσέας βρίσκεται στη χώρα των Κυκλώπων. Τυφλώνει έναν απ’ αυτούς, τον Πολύφημο,
που συμβαίνει να είναι γιος του Ποσειδώνα. Ο θεός οργίζεται τόσο πολύ, που θα κατατρέχει
από ΄δω και μπρος τον ήρωα, ώσπου να φτάσει στην Ιθάκη. Έπειτα ακολουθεί η χώρα των
Λαιστρυγόνων. Εκεί ο Οδυσσέας χάνει τα 11 καράβια του και τα πληρώματά τους. Μόνος
λοιπόν στο καράβι του, με όσους συντρόφους του έχουν απομείνει, φτάνει στο νησί της
μάγισσας Κίρκης. Εκεί ο ήρωας καθυστερεί ένα χρόνο. κατεβαίνει στον Άδη. Παίρνει χρησμό
από το μάντη Τειρεσία για τη συνέχεια του ταξιδιού του και για το τέλος της ζωής του.
Κατόπιν, αποπλέει από το νησί της Κίρκης. Γλιτώνει από τις Σειρήνες, τη Χάρυβδη και τη
Σκύλλα, στη Θρινακία όμως οι σύντροφοί του δαμασμένοι από την πείνα τρώνε τα βόδια του
Ήλιου. Ο Δίας οργισμένος βυθίζει το πλοίο του Οδυσσέα. Όλοι χάνονται στη θάλασσα εκτός
από τον Ιθακήσιο βασιλιά που βγαίνει σώος στην Ωγυγία, στο νησί της νύμφης Καλυψώ. Εκεί
ο Οδυσσέας μένει εφτά ολόκληρα χρόνια. Τελικά, οι θεοί αποφασίζουν να τον στείλουν πίσω
στην Ιθάκη. Μέσω της Σχερίας, της νήσου των Φαιάκων, ο Οδυσσέας βρίσκεται πια πίσω στην
πατρίδα του μετά από 20 ολόκληρα χρόνια.
Στην Ιθάκη εκδικείται τους μνηστήρες που σφετερίζονταν για χρόνια το θρόνο του
και σπαταλούσαν ασύστολα την περιουσία του. Ξανακερδίζει τη θέση του δίπλα στη σύζυγό
του, την Πηνελόπη, αναγνωρίζεται με το γιο του Τηλέμαχο και τον πατέρα του Λαέρτη και
παίρνει στα χέρια του τη βασιλική εξουσία, η οποία δικαιωματικά του ανήκει.
Σε όλη αυτή του τη διαδρομή και σε κάθε αδιέξοδο και δύσκολη στιγμή είχε
συμπαραστάτη και ακλόνητο αρωγό τη θεά Αθηνά.

Τα γεγονότα έγιναν με τη σειρά που καταγράφηκαν παραπάνω. Ο ποιητής όμως τα
αφηγείται με άλλη σειρά.

Έννοια, γλώσσα και μέτρο του έπους

Η γλώσσα του έπους είναι μια επινοημένη – τεχνητή γλώσσα ως προς το λεξιλόγιο
και τους γραμματικούς τύπους. Η διάλεκτος είναι ιωνική, ανάμεικτη με πολλά αιολικά
στοιχεία.

Χαρακτηριστικά της επικής ποίησης

Κύριο χαρακτηριστικό της είναι ο ηρωικός χαρακτήρας. Περιγράφει κατορθώματα
ηρώων στον πόλεμο και επεμβάσεις θεών στη ζωή των ανθρώπων («έργα ανδρών τε θεών
τε»).
Η εποχή των επών χαρακτηρίζεται για την «ηρωολατρεία» της, βασικό συστατικό του
μυκηναϊκού πολιτισμού.
Οι θεοί συμπεριφέρονται σαν άνθρωποι, έχουν τα ίδια ελαττώματα ή επιθυμίες με
τους ανθρώπους (είδος ανθρωπομορφισμού) και επεμβαίνουν στα ανθρώπινα έργα.

Ιλιάδα και Ιστορία

Ο Τρωικός πόλεμος ιστορικά τοποθετείται γύρω στα 1100 π.Χ. (12ος αιώνας π.Χ.),
μετά τις συγκρούσεις και την καταστροφή των αχαϊκών βασιλείων στην κυρίως Ελλάδα, σε
συνδυασμό με την κάθοδο των δωρικών φύλων και την έναρξη της εποχής του σιδήρου.
Ο Τρωικός πόλεμος περιγράφει την εκστρατεία των Αχαιών στα δυτικά παράλια της
Μικράς Ασίας. Με την εκστρατεία αυτή υποδηλώνεται ο αποικισμός της ανατολικής λεκάνης
της Μεσογείου.
Μυκηναϊκά χρόνια (17ος – 12ος αιώνας π.Χ.) – Εποχή του χαλκού.
Τρωικός πόλεμος (1100 π.Χ.) – 12ος αιώνας π.Χ. Ο σίδηρος στα ομηρικά έπη αναφέρεται
μόνο ως υλικό ανταλλακτικού εμπορίου.
Γεωμετρικά χρόνια (11ος – 8ος αιώνας π.Χ.) – Εποχή του σιδήρου (8ος αιώνας π.Χ. – Εποχή
του Ομήρου).

Τι είδους πόλεμο περιγράφει η Ιλιάδα

Ο πόλεμος που περιγράφεται στην Ιλιάδα έχει σαφώς χαρακτήρα κατακτητικό.

Το περιεχόμενο και το θέμα της Ιλιάδας

Η Ιλιάδα περιγράφει ένα περιστατικό του 10ου έτους του Τρωικού πολέμου. Και αυτό
είναι ο θυμός (μάνητα) και η σύγκρουση του Αχιλλέα με τον Αγαμέμνονα, που είχε ως
αποτέλεσμα την αποχώρηση του πρώτου από τον πόλεμο. Το έργο καλύπτει 51 μέρες
διήγησης, αλλά στο περιεχόμενό του περιλαμβάνονται οι αγώνες και των 10 χρόνων της
πολιορκίας του Ιλίου (=Τροίας). Το έπος τελειώνει με το θάνατο και την ταφή του Έκτορα,
πολέμαρχου των Τρώων.
Ο Αχιλλέας στις ραψωδίες Β έως Σ είναι εκτός μάχης. Μόνο στη ραψωδία Τ
επανέρχεται στην ενεργό δράση, προκειμένου να εκδικηθεί τον Εκτορα, ο οποίος στέρησε τη
ζωή από τον αγαπημένο του φίλο Πάτροκλο. Και η εκδίκηση αυτή, τελικά, πραγματοποιείται.
Στις ενδιάμεσες ραψωδίες (Β – Σ) αναδεικνύονται πολλοί άλλοι ήρωες, ιδίως ο Διομήδης.

Σημειώσεις:

1. Η άλωση της Τροίας επιτεύχθηκε χάρη στην πονηριά του Οδυσσέα (πρβλ. Δούρειος
Ιππος). Τα γεγονότα αυτά τα αφηγείται η «Ιλίου Πέρσις».
2. Ο Αχιλλεύς Τάτιος, Ρωμαίος επικός ποιητής, έγραψε τη λεγόμενη «Αχιλληίς», έργο
ειδικά για τη ζωή και τις πράξεις του Αχιλλέα.
3. Το κεντρικό θέμα της Ιλιάδας (ο θυμός του Αχιλλέα) μεταφέρθηκε από έναν άλλο
μύθο, αυτόν του Μελέαγρου, που είναι το αρχέτυπο της ιλιαδικής μήνιος.
Ο ΜΥΘΟΣ ΤΟΥ ΜΕΛΕΑΓΡΟΥ:
Ο Μελέαγρος είναι γιος του Οινέα, του βασιλιά των Αιτωλών της Καλυδώνας και της
Αλθαίας, αδελφής της Λήδας. Το όνομά του είναι συνδεδεμένο με τη γνωστή περιπέτεια που
φέρει τον τίτλο: «το κυνήγι του Καλυδώνιου κάπρου». Επίσης, ο ήρωας έμεινε γνωστός για
την πεισματάρικη στάση που κράτησε, όταν κινδύνευε η πατρίδα του, και λίγο έλειψε να την
οδηγήσει στην καταστροφή. Στάση που συνάδει απόλυτα με την τακτική του Αχιλλέα στην
«Ιλιάδα».
Στη ραψωδία Ι (στ. 527 κ.ε. σε μτφρ. Καζαντζάκη – Κακριδή) ο Φοίνικας, για να
συγκινήσει τον Αχιλλέα και να τον κάμει ν’ αλλάξει γνώμη και να μπει στη μάχη, του διηγείται
τη θλιβερή περιπέτεια του Μελέαγρου. Η ιστορία έχει περίπου ως εξής:
Ο Οινέας, μετά τη συγκομιδή, θυσίασε σε όλους τους θεούς, αλλά ξέχασε την Άρτεμη.
Η θεά, επειδή προσβλήθηκε, έστειλε στη χώρα έναν κάπρο τεραστίων διαστάσεων, που
κατάστρεφε τους αγρούς. Ο Μελέαγρος συγκέντρωσε πολλούς κυνηγούς και τελικά σκότωσε
το θηρίο. Ο θυμός όμως της Άρτεμης δεν είχε ακόμη κοπάσει. Η θεά προκάλεσε διαμάχη
ανάμεσα σε Αιτωλούς και Κουρήτες για το δέρμα και το κεφάλι του κάπρου. Ο Μελέαγρος και
οι συμπατριώτες του νικούσαν, αλλά πάνω στη μάχη ο ήρωας σκότωσε τα αδέλφια της
μητέρας του, η οποία τον καταράστηκε για το λόγο αυτό. Ο Μελέαγρος από φόβο
αποσύρθηκε από τη μάχη και οι συμπατριώτες του άρχισαν σταδιακά να ηττώνται, ώσπου ο
εχθρός απείλησε στο τέλος να λεηλατήσει την πόλη και το σπίτι του Μελέαγρου. Τον ήρωα
είχαν παρακαλέσει οι πάντες (ακόμη και η μητέρα του!!!), προκειμένου να ξαναβγεί στη
μάχη, αλλά εκείνος ήταν πεισματικά αμετάπειστος. Μόνο την ύστατη στιγμή και κάτω από την
πίεση της γυναίκας του άλλαξε γνώμη. Δε δυσκολεύτηκε να αποκαταστήσει την τάξη, αλλά
πέθανε στη μάχη.
Η παραπάνω ιστορία παρουσιάζει σαφείς παραλληλισμούς με τη στάση του Αχιλλέα
και γι’ αυτό χρησιμοποιείται από το Φοίνικα, το σύμβουλο του γενναίου ήρωα.
Το θέμα του θυμού του Αχιλλέα για τον Αγαμέμνονα διατρέχει ολόκληρη την
«Ιλιάδα». Είναι ο κεντρικός πυρήνας του έπους και γενεσιουργός αιτία πολλών δεινών για
τους Αχαιούς. Η «μήνις» αυτή επιμήκυνε τον πόλεμο και η απουσία του Αχιλλέα από τη μάχη
άφησε τον Εκτορα, χωρίς ουσιαστικό αντίπαλο. Βέβαια, πολλοί Ελληνες αρχηγοί
διακρίνονται όσο ο Αχιλλέα λείπει, πραγματοποιώντας αριστείες (π.χ. ο Διομήδης, ο Τεύκρος,
ο Αγαμέμνονας, ο Ιδομενέας, ο Πάτροκλος, ο Μενέλαος κ.α.). Ομως σε κάθε περίπτωση, η
απουσία του Αχιλλέα είναι αισθητή και μόνο η εμφάνισή του στη μάχη (ραψωδία Τ) θα γείρει
την πλάστιγγα του πολέμου υπέρ των Αχαιών.
Αιτία του θυμού του Αχιλλέα ήταν μια παράλογη απαίτηση του Αγαμέμνονα, η οποία
έγινε τελικά πραγματικότητα, αλλά είχε σαν αποτέλεσμα ο προσβεβλημένος ήρωας να
αποσυρθεί από τον πόλεμο μαζί με τους Μυρμιδόνες του. Μετά από κάποιο διάστημα επήλθε
συμφιλίωση, μπροστά και στο ενδεχόμενο οι Τρώες να κάψουν ολόκληρο το ελληνικό
στρατόπεδο και τα πλοία των Αχαιών, καθώς και υπό το βάρος του χαμού του Πάτροκλου. Το
θάνατο αυτό, με κανέναν τρόπο δε θα άφηνε ο Αχιλλέας ατιμώρητο.
Ας επανέλθουμε όμως στο θυμό. Σε μια μοιρασιά λαφύρων, ο Αγαμέμνονας είχε
πάρει ως γέρας (=έπαθλο) τη Χρυσηίδα, κόρη του ιερέα του Απόλλωνα Χρύση και ο Αχιλλέας
τη Βρισηίδα, ως αντίστοιχο δικό του λάφυρο. Ο Χρύσης παρακάλεσε τον Απόλλωνα να
εκδικηθεί την αρπαγή της κόρης του. Πράγματι, ο θεός έστειλε θανατηφόρο λοιμό στο
ελληνικό στρατόπεδο. Ο Αγαμέμνονας, υπακούοντας στους χρησμούς και για να κατευνάσει
τον οργισμένο θεό, αναγκάστηκε να επιστρέψει την κοπέλα πίσω στον πατέρα της. Απαίτησε
όμως αυθαίρετα να λάβει ως αντάλλαγμα τη Βρισηίδα, δηλαδή το έπαθλο του Αχιλλέα,
εκμεταλλευόμενος τον τίτλο του Αρχιστρατήγου, τον οποίο είχε ανάμεσα στις τάξεις των
Αχαιών. Ο Αχιλλέας ένιωσε φοβερά ταπεινωμένος και σε μία έκρηξη θυμού παραλίγο να
σκοτώσει τον Αγαμέμνονα, αν δεν παρενέβαινε η θεά Αθηνά να τον συγκρατήσει («Ιλιάδος»
Α). Τελικά, ο ήρωας αναγκάστηκε να υποχωρήσει δίνοντας τη Βρισηίδα, αλλά αποφάσισε
αυτός και ο στρατός του να κρατηθούν μακριά από τη μάχη.

Χρονολόγηση

Η «Ιλιάδα» είναι το αρχαιότερο έπος της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας. Η σύνθεσή της
τοποθετείται στο 2ο μισό του 8ου αιώνα π.Χ., δηλαδή γύρω στα 750 π.Χ. Υπήρξαν, βέβαια, κι
άλλα προγενέστερα έπη, αλλά αυτά δε σώζονται.

Δομή

Χρονικό παρόν του έπους της «Ιλιάδας» είναι 51 μέρες του 10ου έτους της
πολιορκίας των Αχαιών εναντίον των Τρώων. Μέσα σ’ αυτό το σύντομο χρονικό διάστημα
γίνονται αναφορές στο παρελθόν, με χρονικές συντμήσεις, αναδρομές στα περασμένα και
ένθετες διηγήσεις (εγκιβωτισμούς) παλαιών γεγονότων, όπως και προαναγγελίες για το
μέλλον.

Ομοιότητες και διαφορές «Ιλιάδας» και «Οδύσσειας

Υπάρχουν ομοιότητες και διαφορές ανάμεσα στα δύο έπη σε δύο επίπεδα:
στη ΔΟΜΗ και στη ΓΛΩΣΣΑ.

ΓΛΩΣΣΑ:

Και τα 2 έπη χρησιμοποιούν την ίδια ιδιότυπη γλώσσα, αλλά με κάποιες διαφορές. Η
γλώσσα της «Ιλιάδας» είναι αρχαϊκότερη. Η «Οδύσσεια» εμφανίζει μια εξελιγμένη μορφή,
με απλούστευση τύπων, καθώς είναι νεότερο έπος.

ΔΟΜΗ – ΘΕΜΑΤΟΓΡΑΦΙΑ:

Η «Ιλιάδα» είναι ένα κατ’ εξοχήν πολεμικό έπος, το οποίο περιγράφει τη μετακίνηση
πληθυσμών έξω από τα όρια του Ελλαδικού χώρου, με αντικειμενικό (δηλαδή εν προκειμένω
ιστορικό) σκοπό την ίδρυση νέων αποικιών. Άλλωστε, το έπος τοποθετείται χρονικά (χρόνος
ιστορίας) στην εποχή του αποικισμού των Ελλήνων στα δυτικά μικρασιατικά παράλια. Οι
ντόπιοι πληθυσμοί των Αχαϊκών βασιλείων της κυρίως Ελλάδας, διωγμένοι από τα δωρικά
φύλλα, αναζητούν καλύτερη τύχη στην ίδρυση νέων αποικιών, αφού πιέζονται πάνω απ’ όλα
στην Ελλάδα από στενότητα χώρου. Δεν ξεχνούμε, βέβαια, και το πλαίσιο μύθου της
«Ιλιάδας», με τη «γοητευτική» ιστορία της αρπαγής της ωραίας Ελένης του Μενελάου της
Σπάρτης από τον αγνώμονα πρίγκιπα της Τροίας Πάρη.
Η «Ιλιάδα», λοιπόν, και συγκεκριμένα η τρωική εκστρατεία ήταν στην
πραγματικότητα μια μεταναστευτική κίνηση των Ελλήνων προς ανατολάς.
Στο Ιλιαδικό έπος η κοινωνία του ελληνικού στρατοπέδου είναι οργανωμένη
στρατιωτικά. Οι Τρώες βρίσκονται σε μία πολιτικά οργανωμένη κοινότητα πόλης, που
αναπνέει όμως στο ρυθμό της απόλυτης εξουσίας της βασιλικής οικογένειας του Πριάμου.
Εντούτοις, ο ποιητής έχει την τάση να δημιουργήσει έναν ενιαίο πολιτισμό στα πλαίσια του
έπους του, δηλαδή αποκρυσταλλωμένες κοινωνικές και πολιτικές συνήθειες και για τις δύο
αντιμαχόμενες πλευρές. Αν και δείχνει τελικά την προτίμησή του στους Αχαιούς και
συγκεκριμένα στον Αχιλλέα, τον οποίο περιγράφει ικανότερο πολεμικά από τον Έκτορα, την
εν λόγω μειονεξία του τελευταίου ο ποιητής φροντίζει να την αποκαταστήσει με τον ευγενικό
και συνετό του χαρακτήρα. Τελικά, φαίνεται ότι ο Όμηρος δεν παίρνει το μέρος κανενός από τους 2 αντιπάλους.
Ο ποιητής φροντίζει να τονίσει την άθλια μοίρα του πολέμου, που είναι κοινή για τις αντιμαχόμενες πλευρές.
Η «Οδύσσεια», έργο μεταγενέστερο της «Ιλιάδας», είναι ένα ναυτικό παραμύθι σε
παράξενους τόπους με εξωπραγματικά όντα (π.χ. Κύκλωπες, Σειρήνες κ.α.). Αντίθετα, το
παραμυθικό στοιχείο λείπει από την «Ιλιάδα». Οι μύθοι του Ιλιαδικού έπους έχουν ηρωικό
περιεχόμενο, αλλά η δράση εντοπίζεται σε ένα πραγματικό κόσμο (τουλάχιστον εφικτό ως
προς την ύπαρξη), απαλλαγμένο από τέρατα και φανταστικές περιπέτειες.
Η «Οδύσσεια», θεματικά, περιγράφει την επιστροφή των αποίκων στο χώρο
αφετηρίας τους, δηλαδή στην αγαπημένη πατρίδα. Είναι λοιπόν μια ιστορία νόστου,
εστιασμένη σε ένα μόνο πρόσωπο, τον Οδυσσέα. Το έπος αυτό έχει έντονο το χαρακτήρα της
επιστροφής, αν και δε λείπουν περιπλανήσεις, οι οποίες περιγράφουν ταξίδια αναζήτησης
νέων χωρών προς εγκατάσταση.
Η «Οδύσσεια» είναι ένα έργο που καθρεφτίζει μία κοινωνική συγκρότηση πόλεων
σαφώς ανώτερη από εκείνη της «Ιλιάδας». Στο περιθώριο λοιπόν των φαντασιακών
στοιχείων, αχνά διαφαίνονται οι πρώτες εμβρυακές δομές της πόλης – κράτους, η οποία θα
αρχίσει να επικρατεί στην αρχαϊκή εποχή (7ος – 6ος αιώνας π.Χ.) ως νέα μορφή κοινωνικής
συγκρότησης. Το βασικό χαρακτηριστικό που εντοπίζεται στην «Οδύσσεια», σε σχέση με τα
προηγούμενα, είναι η δημιουργία αντιπροσωπευτικών πολιτικών σωμάτων και η σταδιακή
απαξίωση της απόλυτης βασιλικής εξουσίας. Αντιθέτως, αυτή η τελευταία δεσπόζει στην
«Ιλιάδα» και είναι αλάνθαστη και απαραβίαστη.

Πηγές: Σχολικά εγχειρίδια

Δραματική Ποίηση

H Δραματική ποίηση συνθέτει στοιχεία από το έπος και τη λυρική ποίηση, αλλά ξεχωρίζει από αυτά γιατί προορίζεται για παράσταση· αναπαριστάνει, δηλαδή, και ζωντανεύει ένα γεγονός που εξελίσσεται μπροστά στους θεατές, όπως δηλώνει και το όνομά της (δράμα < δράω –ῶ = πράττω).
Γένεση

Το δράμα προήλθε από τις θρησκευτικές τελετές, τὰ δρώμενα (= ιερές συμβολικές πράξεις) και συνδέθηκε από την αρχή με τις τελετουργικές γιορτές για τη γονιμότητα και τη βλάστηση που γίνονταν στην αρχαιότητα προς τιμήν του θεού Διονύσου. O Διόνυσος κατείχε κεντρική θέση στο αθηναϊκό εορτολόγιο. H λατρεία του ήταν εξαιρετικά δημοφιλής, ιδιαίτερα στις λαϊκές τάξεις και τους αγρότες, και υποστηρίχθηκε πολύ από τους τοπικούς άρχοντες που αναζητούσαν λαϊκά ερείσματα. Χαρακτηριστικά της λατρείας του Διονύσου ήταν:η ιερή μανία, που προκαλεί την έκστασιν (εξίσταμαι = βγαίνω από τον εαυτό μου και επικοινωνώ με το θείο)

η θεοληψία (θεός + λαμβάνω), η κατάσταση δηλαδή κατά την οποία ο πιστός ένιωθε ότι κατέχεται από το πνεύμα του λατρευόμενου θεού / θεία έμπνευση·

ο έξαλλος ενθουσιασμός των οπαδών
(ἔνθεος, < ἐν-θεός· ενθουσιάζω = εμπνέομαι)

το μιμητικό στοιχείο στις κινήσεις και στη φωνή των πιστών, για να εκφράσουν συναισθηματικές καταστάσεις·

η μεταμφίεση των πιστών σε Σατύρους, ζωόμορφους ακόλουθους του θεού. Οι Σάτυροι είχαν κυρίαρχο ρόλο στις διονυσιακές γιορτές.

Στις μεταμφιέσεις αυτές των πιστών, καθώς και στο τραγούδι (διθύραμβος) που έψαλλαν χορεύοντας προς τιμήν του θεού, βρίσκονται οι απαρχές του δράματος.

Διθύραμβος
Ο διθύραμβος ήταν θρησκευτικό και λατρευτικό άσμα που τραγουδούσε ο ιερός θίασος των πιστών του Διονύσου, με συνοδεία αυλού, χορεύοντας γύρω από το βωμό του θεού. Ο ύμνος αυτός είναι πολύ πιθανό ότι περιείχε επιπρόσθετα μια αφήγηση σχετική με τη ζωή και τα παθήματα του θεού. Την απόδοση της αφήγησης αναλάμβανε ο πρώτος των χορευτών, ο ἐξάρχων, που έκανε την αρχή στο τραγούδι, ενώ Χορός 50 χορευτών, μεταμφιεσμένων ίσως σε τράγους, εκτελούσε κυκλικά (κύκλιοι χοροί) το διθύραμβο.Στην αρχή ο διθύραμβος ήταν αυτοσχέδιος και άτεχνος. Από την αυτοσχέδια αυτή μορφή των λαϊκών λατρευτικών εκδηλώσεων παράγονται τα τρία είδη της δραματικής ποίησης: η τραγωδία, η κωμωδία και το σατυρικό δράμα.

 
Η ΤΡΑΓΩΔΙΑ
1. Η προέλευση της τραγωδίας από τη διονυσιακή λατρεία στο δραματικό είδος
O Αριστοτέλης θεωρεί ότι η τραγωδία γεννήθηκε από τους αυτοσχεδιασμούς των πρωτοτραγουδιστών, «τῶν ἐξαρχόντων τὸν διθύραμβον», και το διθύραμβο (Περὶ Ποιητικῆς, IV, 1449α).
Αρίων

Στην εξέλιξη του διθύραμβου από τον αρχέγονο αυτοσχεδιασμό σε έντεχνη μορφή συνέβαλε ένας σημαντικός ποιητής και μουσικός, ο Αρίων, που καταγόταν από τη Μήθυμνα της Λέσβου (6ος αι. π.Χ.). Σύμφωνα με μαρτυρία του Hρόδοτου (I, 23), ο Αρίων πρώτος συνέθεσε διθύραμβο, του έδωσε λυρική μορφή και αφηγηματικό περιεχόμενο και τον παρουσίασε στην αυλή του φιλότεχνου τυράννου Περίανδρου, στην Κόρινθο. O Αρίων παρουσίασε τους χορευτές μεταμφιεσμένους σε Σατύρους, δηλαδή με χαρακτηριστικά τράγων, γι’ αυτό και ονομάστηκε «ευρετής του τραγικού τρόπου». Οι Σάτυροι, που έως τότε ενεργούσαν ως δαίμονες των δασών, εντάχθηκαν στη λατρεία του Διονύσου και αποτέλεσαν μόνιμη ομάδα που ακολουθούσε παντού το θεό. Οι τραγόμορφοι αυτοί τραγουδιστές ονομάζονταν τραγωδοί (τράγων ωδή 1), δηλαδή άσμα Χορού που είναι μεταμφιεσμένος σε Σατύρους.
 
Θέσπις
Το μεγάλο βήμα για τη μετάβαση από το διθύραμβο στην τραγωδία έγινε στις αμπελόφυτες περιοχές της Αττικής, όταν, στα μέσα του 6ου αι. π.Χ., ο ποιητής Θέσπης από την Ικαρία (σημ. Διόνυσο), στάθηκε απέναντι από το Χορό και συνδιαλέχθηκε με στίχους, δηλαδή αντί να τραγουδήσει μια ιστορία άρχισε να την αφηγείται. Στη θέση του ἐξάρχοντος ο Θέσπης εισήγαγε άλλο πρόσωπο, εκτός Χορού, τον υποκριτή (υποκρίνομαι = αποκρίνομαι) ηθοποιό, ο οποίος έκανε διάλογο με το Χορό, συνδυάζοντας το επικό στοιχείο (λόγος) με το αντίστοιχο λυρικό (μουσική)· συνέπεια αυτής της καινοτομίας ήταν η γέννηση της τραγωδίας στην Αττική.Η πρώτη επίσημη «διδασκαλία» (παράσταση) τραγωδίας έγινε από το Θέσπη το 534 π.Χ., στα Μεγάλα Διονύσια. Ήταν η εποχή που την Αθήνα κυβερνούσε ο τύραννος Πεισίστρατος, ο οποίος ασκώντας φιλολαϊκή πολιτική ενίσχυσε τη λατρεία του θεού Διονύσου, καθιέρωσε τα «Μεγάλα ἤ ἐν ἄστει Διονύσια» και η τραγωδία εντάχθηκε στο επίσημο πλαίσιο της διονυσιακής γιορτής.

Στην αττική γη οι μιμικές λατρευτικές τελετές -απομίμηση σκηνών καθημερινής ζωής, οι κλιματολογικές συνθήκες, αλλά, κυρίως, οι κοινωνικές συνθήκες (άμβλυνση συγκρούσεων) και η πολιτειακή οργάνωση με τους δημοκρατικούς θεσμούς οδήγησαν στη διαμόρφωση αυτού του λογοτεχνικού είδους.

Σε λίγες δεκαετίες, με τη γόνιμη επίδραση της επικής και της λυρικής ποίησης, την ανάπτυξη της ρητορείας, την εμφάνιση του φιλοσοφικού λόγου καθώς και την ατομική συμβολή προικισμένων ατόμων, η τραγωδία εξελίχθηκε ταχύτατα και διαμορφώθηκε σε ένα εντελώς νέο είδος με δικούς του κανόνες, δικά του γνωρίσματα και δικούς του στόχους.

Η προέλευση του είδους είναι καθαρά θρησκευτική. Στην πορεία της η τραγωδία διατήρησε πολλά διονυσιακά στοιχεία [Χορός, μεταμφίεση, σκευή (= ενδυμασία) ηθοποιών], τα θέματά της όμως δεν είχαν σχέση με το Διόνυσο [το «οὐδὲν πρὸς τὸν Διόνυσον» (= καμιά σχέση με το Διόνυσο) ήταν ήδη από την αρχαιότητα παροιμιακή φράση]. Ωστόσο, στα εξωτερικά της χαρακτηριστικά η τραγωδία ποτέ δεν απαρνήθηκε τη διονυσιακή της προέλευση (αποτελούσε μέρος της λατρείας του θεού, κατά τη διάρκεια των εορτών του, οι παραστάσεις γίνονταν στον ιερό χώρο του Ελευθερέως Διονύσου, οι ιερείς του κατείχαν τιμητική θέση στην πρώτη σειρά των επισήμων, οι νικητές των δραματικών αγώνων στεφανώνονταν με κισσό, ιερό φυτό του Διονύσου). Τη σύνδεση της τραγωδίας με τη λατρεία του Διονύσου μαρτυρεί και το θέατρο προς τιμήν του (Διονυσιακό), στη νότια πλευρά της Ακρόπολης, που σώζεται μέχρι σήμερα και η δομή του αποτέλεσε το πρότυπο για όλα τα μεταγενέστερα αρχαία θέατρα.

2. Η ακμή της τραγωδίας: η εποχή και το κλίμα της
Συνθήκες ανάπτυξης

H απαρχή της τραγωδίας είναι στενά συνδεδεμένη με την οργάνωση της πολιτικής ζωής και την ανάπτυξη της δράσης του πολίτη. Οι διδασκαλίες δραμάτων στην Αθήνα, όπως και οι αθλητικοί αγώνες, απέκτησαν μεγαλύτερη σημασία για τους θεατές, γιατί ήταν διαγωνισμοί κατορθωμάτων μπροστά στα μάτια της κοινότητας και εξέφραζαν το αγωνιστικό πνεύμα της αρχαίας ελληνικής κοινωνίας και τον πολιτικό χαρακτήρα της δημοκρατικής πόλης των Αθηνών. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι το είδος ανθεί ταυτόχρονα με τη δημοκρατική οργάνωση της πόλης-κράτους της Αθήνας (άμεση συμμετοχή των πολιτών στα κοινά ζητήματα – Εκκλησία του Δήμου, όπου γίνεται αντιπαράθεση απόψεων, διάλογος, σε κλίμα ελευθερίας, ισοτιμίας και ισηγορίας). Αναπτύσσεται κυρίως κατά τη διάρκεια του χρυσού αιώνα, όταν η Αθήνα, μετά τη νικηφόρα έκβαση των Μηδικών πολέμων, διαθέτει μεγάλη ισχύ και δόξα και συγχρόνως αποτελεί σπουδαίο πνευματικό και πολιτιστικό κέντρο. Η δημοκρατική αυτή οργάνωση, που άρχισε με τον Κλεισθένη (508 π.Χ.), σηματοδοτεί όλους τους τομείς της ανθρώπινης δράσης (επιστήμη, τέχνη, οικονομία), δίνοντάς τους μια νέα ώθηση και εξέλιξη.
 
Θεματική
Στην Αθήνα της κλασικής εποχής, που χαρακτηρίζεται από έξαρση ηρωικού πνεύματος, οι τραγωδίες είναι σκηνικές παραστάσεις όπου εξυμνείται ο ηρωικός άνθρωπος, που συγκρούεται με τη Μοίρα, την Ανάγκη, τη θεία δικαιοσύνη. Το τριαδικό σχήμα (ὕβρις – ἄτη – δίκη), που παρουσιάζεται ολοκληρωμένο στο Σόλωνα (6ος αι. π.Χ.), αποτελεί το ηθικό υπόβαθρο της τραγωδίας. Σύμφωνα με αυτό, η ύβρη, που οδηγεί στον όλεθρο, προκαλεί τη θεϊκή τιμωρία (τίσις) και έτσι επανέρχεται η τάξη με το θρίαμβο της δικαιοσύνης.Οι συγγραφείς τραγωδιών αντλούν τα θέματά τους συνήθως από την ανεξάντλητη πηγή των μύθων —μοναδική εξαίρεση (από τα σωζόμενα έργα) οι Πέρσαι του Αισχύλου και οι Βάκχαι του Ευριπίδη—, τους οποίους όμως συνδέουν με τη σύγχρονη επικαιρότητα και τους καθιστούν φορείς των προβληματισμών τους. Οι ποιητές απευθύνονται σε ένα ευρύ κοινό που συγκεντρωνόταν στο χώρο του θεάτρου για μια επίσημη εκδήλωση και προσπαθούσαν να προσελκύσουν το ενδιαφέρον του πολίτη, ενός πολίτη συν-μέτοχου που βίωνε τις περίλαμπρες νίκες κατά των Περσών, την αμφισβήτηση και τις νέες ιδέες των σοφιστών, την οδύνη ενός μακροχρόνιου εμφύλιου πολέμου, ζούσε δηλαδή ένα κλίμα γόνιμο σε έργα και στοχασμούς. Το κλίμα αυτό αντανακλάται στην τραγωδία, η οποία επηρεάζεται από τις καταστάσεις και τρέφεται με τις μεταβολές. Έτσι εξηγείται η θέση που κατέχουν στις ελληνικές τραγωδίες τα μεγάλα ανθρωπολογικά προβλήματα του πολέμου και της ειρήνης, της δικαιοσύνης και της φιλοπατρίας.

H τραγωδία είναι δημιούργημα καθαρά ελληνικό. Γεννήθηκε στην πόλη της Παλλάδας Αθηνάς, κατά την εποχή της αθηναϊκής δημοκρατίας, και γνώρισε ως πνευματικό και καλλιτεχνικό επίτευγμα μεγάλη επιτυχία, που διήρκεσε ογδόντα περίπου χρόνια.

Όταν σήμερα μιλάμε για τραγωδία, αναφερόμαστε αποκλειστικά στα 32 σωζόμενα έργα των τριών μεγάλων τραγικών, 7 του Αισχύλου, 7 του Σοφοκλή και 18 του Ευριπίδη. Έχουν διασωθεί, δυστυχώς, ελάχιστα έργα, ενώ είχαν γραφτεί περισσότερα από 1.000, από 270 περίπου δραματουργούς, των οποίων ξέρουμε τα ονόματα μόνο ή τους τίτλους των έργων τους. Οπωσδήποτε, θα είχαν γραφτεί και τραγωδίες ενδεχομένως ανώτερες από αυτές που διασώθηκαν. Είναι, άλλωστε, γνωστό ότι ο Αισχύλος, ο Σοφοκλής και ο Ευριπίδης δεν ήταν πάντοτε οι νικητές στους ετήσιους δραματικούς αγώνες. Στις τραγωδίες όμως που σώθηκαν οι συλλογισμοί για τον άνθρωπο ξεχωρίζουν με την πρωταρχική τους δύναμη και τροφοδοτούν δυναμικά την ευαισθησία και τη σκέψη κάθε αναγνώστη σε κάθε εποχή.

3. Δραματικοί αγώνες
Διαδικασία

H παράσταση των τραγωδιών στο θέατρο γινόταν:
στα Μεγάλα ἤ ἔν ἄστει Διονύσια το μήνα Ελαφηβολιώνα (τέλη Μαρτίου έως μέσα Απριλίου), όπου διαγωνίζονταν οι τραγικοί ποιητές.
στα Μικρά ἤ κατ’ ἀγροὺς Διονύσια, κατά το μήνα Ποσειδεώνα (τέλη Δεκεμβρίου έως αρχές Ιανουαρίου), γίνονταν μόνο επαναλήψεις έργων,
στα Λήναια, το μήνα Γαμηλιώνα (τέλη Ιανουαρίου-αρχές Φεβρουαρίου), γίνονταν κυρίως τραγικοί και κωμικοί αγώνες, ενώ
στα Ανθεστήρια, το μήνα Ανθεστηριώνα (τέλη Φεβρουαρίου-αρχές Μαρτίου), αρχικά δε διδάσκονταν δράματα, αλλά αργότερα προστέθηκαν δραματικοί αγώνες.Νέες τραγωδίες διδάσκονταν:
στα Λήναια (από το 433 π.Χ.) και στα Μεγάλα Διονύσια (από το 534 π.Χ.). Οι δραματικοί αγώνες αποτελούσαν υπόθεση της πόλης-κράτους και οργανώνονταν με κρατική φροντίδα, υπό την επίβλεψη του «επωνύμου άρχοντος».

Η κρατική αυτή μέριμνα, εκτός από τη διοργάνωση των δραματικών αγώνων, περιλάμβανε:

Επιλογή των ποιητών από τον άρχοντα, από τον κατάλογο εκείνων που είχαν υποβάλει αίτηση (διαγωνίζονταν τελικά τρεις ποιητές με μια τετραλογία ο καθένας: τρεις τραγωδίες και ένα σατυρικό δράμα). Πριν από τις ημέρες των παραστάσεων, ο ποιητής «ἤτει χορόν» (έκανε αίτηση) από τον επώνυμο άρχοντα, ο οποίος «ἐδίδου (= έδινε) χορόν» και του υποδείκνυε το χορηγό που είχε ορίσει η φυλή.

Επιλογή των χορηγών, πλούσιων πολιτών που αναλάμβαναν τα έξοδα της παράστασης: για το Χορό, το χοροδιδάσκαλο, τον αυλητή, τη σκευή (= μάσκες, ενδυμασία).

Επιλογή των δέκα κριτών (ένας από κάθε φυλή) με κλήρωση. Οι κριτές των έργων έγραφαν σε πινακίδα την κρίση τους. Οι πινακίδες ρίχνονταν σε κάλπη, από την οποία ανασύρονταν πέντε και από αυτές προέκυπτε, ανάλογα με τις ψήφους, το τελικό αποτέλεσμα. Πριν από τη διδασκαλία της τραγωδίας, γινόταν στο Ωδείο (στεγασμένο θέατρο) ὁ προαγών (πρὸ τοῦ ἀγῶνος = δοκιμή), κατά τον οποίο ο ποιητής παρουσίαζε τους χορευτές και τους υποκριτές στους θεατές χωρίς προσωπεία.

Απονομή από την Εκκλησία του Δήμου, σε πανηγυρική τελετή, των βραβείων (στέφανος κισσού) στους νικητές ποιητές (πρωτεία, δευτερεία, τριτεία) και στους χορηγούς (χάλκινος τρίπους).

Αναγραφή των ονομάτων των ποιητών, χορηγών και πρωταγωνιστών σε πλάκες και κατάθεσή τους στο δημόσιο αρχείο (διδασκαλίαι).

Tο χορηγικό μνημείο του Λυσικράτους (σήμερα «Φανάρι του Διογένη»)
Βρίσκεται στην Αθήνα (Πλάκα), απέναντι από την Πύλη του Αδριανού, και οικοδομήθηκε το 334 π.Χ. Αποτελείται από ορθογώνιο βάθρο στο οποίο υψώνεται το κυρίως μνημείο: κυκλικός ναΐσκος με έξι κορινθιακούς κίονες, στη στέγη του οποίου ήταν τοποθετημένος τρίποδας υπερφυσικού μεγέθους στον οποίο αναγράφονταν οι συντελεστές της παράστασης. Τους χορηγικούς τρίποδες, που ήταν χάλκινα έπαθλα των νικητών στους διθυραμβικούς χορούς, αφιέρωνε ο χορηγός στο ναό του θεού ή τους έστηνε πάνω σε βάθρο. Χορηγικά μνημεία υπήρχαν στην οδό Τριπόδων — τη σημαντικότερη, μετά την οδό Παναθηναίων, αρχαία οδό στην Αθήνα, που ξεκινούσε από τους βόρειους πρόποδες της Ακρόπολης και έφτανε έως το θέατρο του Διονύσου.

Το κοινό
Χιλιάδες Αθηναίοι, μέτοικοι και ξένοι, κατέκλυζαν κάθε χρόνο το θέατρο του Διονύσου και ζούσαν, επί τρεις μέρες, την ένταση των δραματικών αγώνων. Το κοινό, στο οποίο συμπεριλαμβάνονταν και οι γυναίκες, χειροκροτούσε, επευφημούσε, αλλά μερικές φορές αποδοκίμαζε. H παροχή χρηματικού βοηθήματος, των θεωρικών (από τον Περικλή), στους άπορους πολίτες, για να παρακολουθήσουν δωρεάν τις παραστάσεις, χωρίς εισιτήριο (σύμβολον) —μέγιστο μάθημα παιδείας και δημοκρατίας— διευκόλυνε την ακώλυτη προσέλευση του κόσμου. Το όλο θέαμα είχε χαρακτήρα παλλαϊκής γιορτής και ήταν υπόθεση συλλογική.Η τραγωδία, λοιπόν, συνυφασμένη από την αρχή με τη ανάπτυξη της δημοκρατίας και της δραστηριότητας των πολιτών, εισβάλλει στην αθηναϊκή ζωή με επίσημη απόφαση της πολιτείας και αποτελεί συμπληρωματικό μέσο παίδευσης του Αθηναίου πολίτη.

Το θέατρο
Ο χώρος των παραστάσεων ήταν το θέατρο, ένας κυκλικός χώρος που περιλάμβανε:Το θέατρον, που ονομαζόταν και κοίλον, εξαιτίας του σχήματος του, χώρο του θεᾶσθαι (θεάομαι, -ώμαι = βλέπω), όπου κάθονταν οι θεατές ημικυκλικά, απέναντι από τη σκηνή. Τα καθίσματα (ἑδώλια) των θεατών, που ήταν κτισμένα αμφιθεατρικά, διέκοπταν κλίμακες (βαθμίδες) από τις οποίες οι θεατές ανέβαιναν στις υψηλότερες θέσεις. Δύο μεγάλοι διάδρομοι (διαζώματα) χώριζαν το κοίλον σε τρεις ζώνες, για να διευκολύνουν την κυκλοφορία των θεατών. Τα σφηνοειδή τμήματα των εδωλίων, ανάμεσα στις κλίμακες, ονομάζονταν κερκίδες. Οι θέσεις των θεατών ήταν αριθμημένες.

Την ορχήστρα (ὀρχέομαι, -οῦμαι = χορεύω), κυκλικό ή ημικυκλικό μέρος για το Χορό, με τη θυμέλη (< θύω), είδος βωμού, στο κέντρο. Το κυκλικό σχήμα σχετίζεται με τους κυκλικούς χορούς των λαϊκών γιορτών.

Τη σκηνή, ξύλινη επιμήκη κατασκευή προς την ελεύθερη πλευρά της ορχήστρας, με ειδικό χώρο στο πίσω μέρος για τη σκηνογραφία και την αλλαγή ενδυμασίας των υποκριτών. Η πλευρά της σκηνής προς τους θεατές εικόνιζε συνήθως την πρόσοψη ανακτόρου ή ναού, με τρεις θύρες· η μεσαία (βασίλειος θύρα) χρησίμευε για την έξοδο του βασιλιά.
Δεξιά και αριστερά της σκηνής υπήρχαν δύο διάδρομοι, οι πάροδοι: Από τη δεξιά για τους θεατές πάροδο έμπαιναν όσα πρόσωπα του έργου έρχονταν (υποτίθεται) από την πόλη ή από το λιμάνι, και από την αριστερή όσα έρχονταν από τους αγρούς ή από άλλη πόλη. Κατά τη διάρκεια της παράστασης έμπαινε από την πάροδο ο Χορός, γι’ αυτό και το πρώτο τραγούδι ονομαζόταν επίσης πάροδος. Ο στενός χώρος ανάμεσα στη σκηνή και την ορχήστρα αποτελούσε τον κύριο χώρο δράσης των υποκριτών, το χώρο των ομιλητών: το λογείον, που ήταν ένα υπερυψωμένο δάπεδο ξύλινο και αργότερα πέτρινο ή μαρμάρινο. Το σκηνικό οικοδόμημα διέθετε υπερυψωμένη εξέδρα για την εμφάνιση (επιφάνεια) των θεών: το θεολογείον.

Σκηνογραφικά και μηχανικά μέσα, τα θεατρικά μηχανήματα, συνεπικουρούσαν το έργο των ηθοποιών και την απρόσκοπτη εξέλιξη της δραματικής πλοκής. Τέτοια ήταν: το ἐκκύκλημα (< ἐκ-κυκλέω, τροχοφόρο δάπεδο πάνω στο οποίο παρουσίαζαν στους θεατές ομοιώματα νεκρών), ο γερανός ή αἰώρημα (< αἰωρέω, ανυψωτική μηχανή για τον ἀπὸ μηχανῆς θεόν), το βροντεῖον και κεραυνοσκοπεῖον (για τη μηχανική αναπαραγωγή της βροντής και της αστραπής), οι περίακτοι (περὶ + ἄγω), δύο ξύλινοι στύλοι για εναλλαγή του σκηνικού.

4. Συντελεστές της παράστασης
O Χορός

Aποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της τραγωδίας και με το πέρασμα του χρόνου δέχτηκε πολλές μεταβολές. Ο αριθμός των μελών του, από 50 ερασιτέχνες χορευτές που ήταν αρχικά στο διθύραμβο, έγινε 12 και με το Σοφοκλή 15, κατανεμόμενοι σε δύο ημιχόρια. O Χορός, με επικεφαλής τον αυλητή, έμπαινε από τη δεξιά πάροδο κατά ζυγά (μέτωπο 5, βάθος 3) ή κατά στοίχους (μέτωπο 3, βάθος 5). Ήταν ντυμένος απλούστερα από τους υποκριτές και εκτελούσε, υπό τον ήχο του αυλού, την κίνηση και την όρχηση εκφράζοντας τα συναισθήματά του. Στη διάρκεια της παράστασης είχε τα νώτα στραμμένα προς τους θεατές και διαλεγόταν με τους υποκριτές μέσω του κορυφαίου χωρίς να τάσσεται ανοιχτά με το μέρος κάποιου από τους ήρωες, αντιπροσώπευε την κοινή γνώμη. Αρχικά, η τραγωδία άρχιζε με την είσοδο του Χορού και τα χορικά κατείχαν μεγάλο μέρος της έκτασης του έργου.Πολλοί τίτλοι έργων μαρτυρούν τη σημασία του Χορού (π.χ. Ἱκέτιδες, Χοηφόροι, Εὐμενίδες, Τρωάδες, Βάκχαι), ο οποίος αποτελείται συνήθως ή από γυναίκες (Ἱκέτιδες, Φοίνισσαι, Τραχίνιαι κ.ά.) ή από γέροντες (Πέρσαι, Αγαμέμνων, Οιδίπους Τύραννος, Οἰδίπους ἐπὶ Κολωνῷ κ.ά.).

H πορεία της τραγωδίας καθορίζεται σταδιακά από τη μείωση του λυρικού-χορικού στοιχείου και την αύξηση του δραματικού.

Τα πρόσωπα
Πριν από το Σοφοκλή, ο ποιητής ήταν ταυτόχρονα και υποκριτής, επειδή επικρατούσε η άποψη ότι ήταν ο πλέον κατάλληλος να υποκριθεί όσα περιέχονταν στην τραγωδία. Ο Σοφοκλής κατήργησε τη συνήθεια αυτή και πρόσθεσε τον τρίτο υποκριτή (το δεύτερο τον εισήγαγε ο Αισχύλος, ενώ τον πρώτο ο Θέσπις).Όλα τα πρόσωπα του δράματος μοιράζονταν στους τρεις υποκριτές, που έπρεπε σε λίγο χρόνο να αλλάζουν ενδυμασία· ήταν επαγγελματίες, έπαιρναν μισθό και ήταν κυρίως Αθηναίοι πολίτες. Τα γυναικεία πρόσωπα υποδύονταν άνδρες, οι οποίοι φορούσαν προσωπεία (μάσκες). Για τον εξωραϊσμό του προσώπου (μακιγιάζ) χρησιμοποιούσαν μια λευκή σκόνη από ανθρακικό μόλυβδο, το ψιμύθιον. Oι υποκριτές εμφανίζονταν στη σκηνή με επιβλητικότητα και μεγαλοπρέπεια· ήταν ντυμένοι με πολυτέλεια, με ενδυμασία ανάλογη προς το πρόσωπο που υποδύονταν και με παράδοξη μεταμφίεση που παρέπεμπε στο μυθικό κόσμο της τραγωδίας.

Ως θεράποντες του Διονύσου, είχαν εξασφαλίσει σημαντικά προνόμια (π.χ. απαλλαγή από στρατιωτικές υπηρεσίες-συμμετοχή σε διπλωματικές αποστολές) και η κοινωνική τους θέση ήταν επίζηλη. Παράλληλα, είχαν ενωθεί σε μια συντεχνία, στο λεγόμενο «κοινὸν τῶν περὶ τὸν Διόνυσον τεχνιτῶν». Την προεδρία της συντεχνίας είχε συνήθως ο ιερέας του Διονύσου· έτσι, διατηρήθηκε ο θρησκευτικός χαρακτήρας των παραστάσεων.

5. Δομή της τραγωδίας
Ορισμός

Ο Αριστοτέλης, στο έργο του ΠερΙ Ποιητικής (VI, 1449 β), δίνει τον εξής ορισμό για την τραγωδία:«Ἔστιν οὖν τραγωδία μίμησις πράξεως σπουδαίας καὶ τελείας, μέγεθος ἐχούσης, ἡδυσμένῳ λόγῳ, χωρίς ἑκάστῳ τῶν εἰδῶν ἐν τοῖς μορίοις, δρώντων καὶ οὐ δι’ ἀπαγγελίας, δι’ ἐλέου καὶ φόβου περαίνουσα τὴν τῶν τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν».

H τραγωδία, δηλαδή, είναι μίμηση πράξης εξαιρετικής και τέλειας (: με αρχή, μέση και τέλος), η οποία έχει ευσύνοπτο μέγεθος, με λόγο που τέρπει, διαφορετική για τα δύο μέρη της (διαλογικό και χορικό), με πρόσωπα που δρουν και δεν απαγγέλλουν απλώς, και η οποία με τη συμπάθεια του θεατή (προς τον πάσχοντα ήρωα) και το φόβο (μήπως βρεθεί σε παρόμοια θέση) επιφέρει στο τέλος τη λύτρωση από παρόμοια πάθη (κάθαρση).

Η τραγωδία, επομένως, είναι η θεατρική παρουσίαση ενός μύθου (δράση) με εκφραστικό όργανο τον ποιητικό λόγο. Η λειτουργία της είναι ανθρωπογνωστική και ο ρόλος της παιδευτικός (διδασκαλία): η αναπαράσταση ανθρώπινων καταστάσεων και αντιδράσεων (αγάπη, πόνος, μίσος, εκδίκηση κ.ά.) διευρύνει τις γνώσεις του θεατή για την ανθρώπινη φύση και συμπληρώνει την εμπειρία του. Η συναισθηματική συμμετοχή των θεατών στα διαδραματιζόμενα γεγονότα, με τη δικαίωση του τραγικού ήρωα ή την αποκατάσταση της κοινωνικής ισορροπίας και της ηθικής τάξης, οδηγεί στη λύτρωση, στον εξαγνισμό τους· οι θεατές «καθαίρονται», γίνονται πνευματικά και ηθικά καλύτεροι, έχοντας κατανοήσει βαθύτερα τα ανθρώπινα. Διαπιστώνουν, μέσω του οίκτου και του φόβου που νιώθουν για τον πάσχοντα ήρωα, ότι ο αγώνας και ο ηρωισμός (αν και η έκβαση είναι συχνά τραγική) συνδέονται αναπόσπαστα με την ανθρώπινη κατάσταση.

Τα μέρη της τραγωδίας
Η τραγωδία είναι σύνθεση επικών και λυρικών στοιχείων· απαρτίζεται από το δωρικό χορικό και τον ιωνικό διάλογο, όπως ο Παρθενώνας συνδυάζει τον ιωνικό με το δωρικό ρυθμό. Ο Αριστοτέλης περιγράφει την τυπική διάρθρωσή της ως εξής:α. Τα κατά ποσόν μέρη: αφορούν την έκταση του έργου. Ήταν συνήθως εννέα: πέντε διαλογικά και τέσσερα χορικά.

I. Διαλογικά-Επικά (διάλογος-αφήγηση, κυρίως σε αττική διάλεκτο και ιαμβικό τρίμετρο).

Πρόλογος: πρόκειται για τον πρώτο λόγο του υποκριτή, που προηγείται της εισόδου του Χορού. Μπορεί να είναι μονόλογος, μια διαλογική σκηνή ή και τα δύο. Με τον πρόλογο οι θεατές εισάγονται στην υπόθεση της τραγωδίας. Δεν υπήρχε στα παλαιότερα έργα, τα οποία άρχιζαν με την πάροδο.

Ἐπεισόδια: αντίστοιχα με τις σημερινές πράξεις, που αναφέρονται στη δράση των ηρώων. Διακόπτονται από τα στάσιμα και ο αριθμός τους ποικίλλει από 2 έως 5. Με αυτά προωθείται η υπόθεση και η σκηνική δράση με τις συγκρούσεις των προσώπων.

Ἔξοδος: επισφραγίζει τη λύση της τραγωδίας. Αρχίζει αμέσως μετά το τελευταίο στάσιμο και ακολουθείται από το εξόδιο άσμα του Χορού.

II. Λυρικά-Χορικά (με συνοδεία μουσικής και χορού σε δωρική διάλεκτο και σε διάφορα λυρικά μέτρα).

Τα χορικά άσματα ήταν πολύστιχα, αποτελούνταν από ζεύγη στροφών και αντιστροφών, που χωρίζονταν από τις επωδούς και ψάλλονται από όλους τους χορευτές με
επικεφαλής τον κορυφαίον.

Πάροδος: είναι το άσμα που έψαλλε ο Χορός στην πρώτη του είσοδο, καθώς έμπαινε στην ορχήστρα με ρυθμικό βηματισμό.

Στάσιμα: άσματα που έψαλλε ο Χορός όταν πια είχε λάβει τη θέση του (στάσιν)· ήταν εμπνευσμένα από το επεισόδιο που προηγήθηκε, χωρίς να προωθούν την εξωτερική δράση. Συνοδεύονταν από μικρές κινήσεις του Χορού.

Υπήρχαν και άλλα λυρικά στοιχεία που, κατά περίπτωση, παρεμβάλλονταν στα διαλογικά μέρη: οι μονωδίες και οι διωδίες, άσματα που έψαλλαν ένας ή δύο υποκριτές, και οι κομμοί (κοπετός < κόπτομαι = οδύρομαι), θρηνητικά άσματα που έψαλλαν ο Χορός και ένας ή δύο υποκριτές, εναλλάξ («Θρῆνος κοινὸς ἀπὸ χοροῦ καὶ ἀπὸ σκηνῆς», Αριστοτέλης, Περὶ Ποιητικῆς, ΧΙΙ, 2-3).

β. Τα κατά ποιόν μέρη αφορούν την ανάλυση, την ποιότητα του έργου.

Μῦθος: η υπόθεση της τραγωδίας, το σενάριο. Οι μύθοι, αρχικά, είχαν σχέση με τη διονυσιακή παράδοση. Αργότερα, οι υποθέσεις αντλήθηκαν από τους μύθους που είχαν πραγματευτεί οι επικοί ποιητές, και κυρίως από τον Αργοναυτικό, το Θηβαϊκό και τον Τρωικό, οι οποίοι ήταν γνωστοί στο λαό και αποτελούσαν πολύ ζωντανό κομμάτι της παράδοσής του. Τους μύθους αυτούς ο ποιητής τους τροποποιούσε ανάλογα με τους στόχους του. Θέματα στις τραγωδίες έδιναν επίσης τα ιστορικά γεγονότα.

Ἦθος: ο χαρακτήρας των δρώντων προσώπων και το ποιόν της συμπεριφοράς τους.

Λέξις: η γλώσσα της τραγωδίας, η ποικιλία των εκφραστικών μέσων και το ύφος.

Διάνοια: οι ιδέες, οι σκέψεις των προσώπων και η επιχειρηματολογία τους. Οι ιδέες αυτές συνήθως έχουν διαχρονικό χαρακτήρα.

Μέλος: η μελωδία, η μουσική επένδυση των λυρικών μερών και η οργανική συνοδεία (ενόργανη μουσική).

Ὄψις: η σκηνογραφία και η σκευή, δηλαδή όλα όσα φορούσε ή κρατούσε ο ηθοποιός: ενδυμασία (χιτώνας —ένδυμα της κλασικής εποχής— που έφτανε συνήθως ως τα πόδια: ποδήρης), προσωπεία (μάσκες), κόθορνοι (ψηλοτάκουνα παπούτσια που έδιναν ύψος και επιβλητικότητα στους ηθοποιούς).

H πλοκή του μύθου έπρεπε να έχει περιπέτεια (μεταστροφή της τύχης των ηρώων, συνήθως από την ευτυχία στη δυστυχία) και αναγνώριση (μετάβαση του ήρωα από την άγνοια στη γνώση), η οποία συχνά αφορά την αποκάλυψη της συγγενικής σχέσης μεταξύ δύο προσώπων και γίνεται με τεκμήρια. O συνδυασμός και των δύο, περιπέτειας και αναγνώρισης, θεωρείται ιδανική περίπτωση, οπότε ο μύθος γίνεται πιο δραματικός. H δραματικότητα επιτείνεται με την τραγική ειρωνεία, την οποία έχουμε όταν ο θεατής γνωρίζει την πραγματικότητα, την αλήθεια, την οποία αγνοούν τα πρόσωπα της τραγωδίας.

6. Η επιβίωση της τραγωδίας
Η διαδρομή της έως τη σημερινή εποχή
Αρχαιότητα

Από τον 4ο αιώνα π.Χ. υπάρχει ήδη το ενδιαφέρον των τραγικών ηθοποιών να ανεβάσουν πάλι έργα της κλασικής περιόδου (επαναλήψεις παλαιών). Το 386 π.Χ., με επίσημη απόφαση των Αθηναίων, καθιερώθηκε ο διαγωνισμός των ηθοποιών στην αναβίωση παλαιών έργων στα Μεγάλα Διονύσια. Στις παραστάσεις αυτές υπεύθυνοι ήταν οι τραγικοί υποκριτές, οι οποίοι και πρόβαλαν τη δική τους παρουσία. Οι τίτλοι των νέων τραγωδιών του 4ου αιώνα δείχνουν ότι οι γνωστοί μύθοι συνεχίζουν να προμηθεύουν το υλικό, που όμως έχει διασωθεί αποσπασματικά.Με την αλλαγή των πολιτικών συνθηκών, τον 1ο αι. π.Χ., ατονεί και η αντίστοιχη θεατρική παράδοση. Το ενδιαφέρον όμως του κοινού το κέρδιζαν πάντα μορφές σκηνικής παρουσίασης που είχαν δραματικό χαρακτήρα. Οι δραματικές παραστάσεις επέζησαν και συνέχισαν να εξελίσσονται, εκφράζοντας κάθε φορά τη συγκεκριμένη πραγματικότητα μέσα στην οποία λειτουργούν. Ίσως, όμως, ο καθοριστικότερος παράγοντας για τη μετάδοση ολόκληρων έργων και τη διατήρησή τους στο χρόνο υπήρξε η αδιάλειπτη παρέμβαση των μελετητών, οι οποίοι, από τον Αριστοτέλη έως τους Αλεξανδρινούς γραμματικούς, συγκέντρωσαν και ανέλυσαν τα κείμενα της τραγωδίας διασφαλίζοντας έτσι την επιβίωσή τους.

Στο λατινόφωνο κόσμο η αρχαία τραγωδία έγινε γνωστή μέσα από τη μετάφραση και την προσαρμογή των θεμάτων της στα έργα των Ρωμαίων ποιητών, του επικού Έννιου (3ος-2ος αι. π.Χ.), του τραγικού Άκκιου (2ος αι. π.Χ.) και του φιλόσοφου Σενέκα (1ος αι. μ.Χ).

Αναβίωση
Οι πολυάριθμες επεξεργασίες των θεμάτων της αρχαίας τραγωδίας που επιχειρήθηκαν ως σήμερα αποδεικνύουν τη δυναμικότητά τους. Πρόκειται για θέματα διαχρονικά, σχετικά με βασικά προβλήματα και συγκινήσεις του ανθρώπου. Σπουδαίοι στοχαστές, όπως ο Γκαίτε (1749-1832), ο Έγελος (1770-1831), ο Νίτσε (1844-1900) κ.ά., έβρισκαν στις αρχαίες τραγωδίες αστείρευτη πηγή σκέψεων για τη μοίρα του ανθρώπου, τη φύση της τέχνης, τη σύγκρουση των αντιθέτων.Θεατρικές προσαρμογές ή μεταγραφές των τραγικών έργων σε νέα έργα ή όπερες έχουμε από το 16ο και 17ο αι., ενώ το 19ο και τον 20ό αι. αναβιώνει η τραγωδία σε συνδυασμό με τη φιλολογική έρευνα σε πανεπιστημιακούς κύκλους (Πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ, της Oξφόρδης, του Εδιμβούργου κ.ά.).

Παραστάσεις κλασικών τραγωδιών δίνονται με επιτυχία στα σύγχρονα θέατρα από αξιόλογους σκηνοθέτες, όπως ο Πίτερ Χολ (Αγγλία), ο Πέτερ Στάιν (Γερμανία), ο Ρόμπερτ Γουίλσον (Αμερική), ο Ταντάσι Σουζούκι (Ιαπωνία), ενώ στην Ελλάδα την αρχαία τραγωδία ανέδειξαν ο Δημήτρης Ροντήρης και ο Κάρολος Κουν.

Βέβαια, σε κάθε εποχή οι σκηνοθέτες προβάλλουν κάποια χαρακτηριστικά σε βάρος κάποιων άλλων και οι διασκευές των έργων διαφέρουν ως προς το πνεύμα και την έμπνευση, ανάλογα πάντοτε με το κλίμα, τη χρονική στιγμή, τις συνθήκες και τη συγκεκριμένη πνευματική ομάδα που δραστηριοποιείται. Κάτι ανάλογο, εξάλλου, συνέβη και στην αρχαιότητα: η τραγωδία ανανεώθηκε από τους μεγάλους τραγικούς, ακριβώς γιατί άλλαξαν οι συνθήκες και η θεώρηση του κόσμου.

Προσπάθειες αναβίωσης της τραγωδίας από το Μεσοπόλεμο και μετά έγιναν και γίνονται ακόμη: στο Φεστιβάλ Θεάτρου των Συρακουσών (ξεκίνησε το 1914), στις Δελφικές Γιορτές (το 1927 από τον Άγγελο Σικελιανό και τη γυναίκα του Εύα Πάλμερ), ενώ από το 1954 καθιερώθηκε το αρχαίο δράμα στο Φεστιβάλ της Επιδαύρου και τον επόμενο χρόνο στο Φεστιβάλ Αθηνών.

Σε όλες τις περιπτώσεις η λογοτεχνική μορφή του τραγικού είδους έμεινε σε γενικές γραμμές ίδια, όπως ακριβώς και το πνεύμα που τη ζωντάνευε. Σήμερα, σε όλο σχεδόν τον κόσμο, παίζονται τα έργα του Αισχύλου, του Σοφοκλή και του Ευριπίδη. Είκοσι πέντε αιώνες μετά, αξιόλογοι δημιουργοί εμπνέονται από την αρχαία τραγωδία, συνεχίζουν να γράφουν τραγωδίες και να δανείζονται από τους Έλληνες τους τίτλους, τα θέματα, τις υποθέσεις και τα πρόσωπα. Γράφονται Ηλέκτρες και Αντιγόνες ή δημιουργούνται έργα νεότερα, με σύγχρονη μορφή, εμπνευσμένα από τους μύθους της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας (π.χ. Το πένθος ταιριάζει στην Ηλέκτρα του Ευγένιου Ο’ Νιλ, Η Οικογενειακή Συγκέντρωση του Τ.Σ. Έλιοτ, Οι Μύγες του Ζαν-Πολ Σαρτρ, δημιουργήματα εμπνευσμένα από το μύθο των Ατρειδών). Στα έργα όμως αυτά δε βρίσκουμε τους εκφραστικούς τρόπους και την ιδιότυπη δομή της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας.

Ωστόσο, η αναβίωση της τραγωδίας με οποιαδήποτε μορφή και η αναμφισβήτητη επικαιρότητά της αποδεικνύουν ότι αυτή αποτελεί εξαίρετο δημιούργημα του ανθρώπινου πνεύματος.

Αρχαίοι Έλληνες τραγικοί ποιητές
Αισχύλος – Ευρπίδης – Σοφοκλής
Αγάθων, Αντιφών, Απολλωνίδης, Αρίστων, Αρίσταρχος ο Τεγεάτης, Αστυδάμας, Αφαρέας, Αχαιός ο Ερετριεύς, Αχαιός ο Συρακούσιος
Δικαιογένης, Διογένης ο τραγικός
Εμπεδοκλής ο Ακραγαντινός, Επιγένης ο Σικυώνιος, Ευριπίδης ο νεότερος, Ευφορίων του Αισχύλου
Θέογνις ο Αθηναίος, Θεοδέκτης
Ίων ο Χίος
Κριτίας
Λυκόφρων ο Χαλκιδεύς
Ξενοκλής
Όμηρος ο Βυζάντιος
Πολυφράσμων, Πρατίνας
Σωσίθεος
Φρύνιχος
Χαιρήμων, Χοιρίλος
Τραγωδίες του Αισχύλου
Αγαμέμνων
Επτά επί Θήβας‎
Ευμενίδες
Ικέτιδες
Ορέστεια
Πέρσες
Προμηθεύς Δεσμώτης
Χοηφόροι
Τραγωδίες του Ευριπίδη
Άλκηστις
Ανδρομάχη
Βάκχαι
Βελλεροφών
Εκάβη
Ελένη
Ηλέκτρα
Ηρακλείδαι
Ηρακλής μαινόμενος
Ικέτιδες
Ιππόλυτος
Ιφιγένεια εν Αυλίδι
Ιφιγένεια εν Ταύροις
Ίων
Κύκλωψ
Μήδεια
Ορέστης
Ρήσος
Τρωάδες
Φοίνισσαι
Τραγωδίες του Σοφοκλή
Αίας
Αντιγόνη
Ηλέκτρα
Ιχνευταί
Οιδίπους επί Κολωνώ
Οιδίπους Τύραννος
Τραχίνιαι
Φιλοκτήτης

 
Πηγές: Σχολικά εγχειρίδια

Δημοτική Ποίηση

Δημοτική ποίηση είναι η ποίηση της οποίας δεν γνωρίζουμε το όνομα του δημιουργού της, αφού τα έργα της πέρασαν μέσα από τους αιώνες από στόμα σε στόμα, εκφράζοντας τον λαό.

Δημοτικό τραγούδι
Οσες φορές επιχειρήθηκαν δημοψηφίσματα γιά το ποιός είναι ο καλύτερος ποιητής, η νίκη έστεψε το λαό στο σύνολό του: τον ποιητή των δημοτικών μας τραγουδιών.

Βέβαια, στην αρχική σύνθεση ενός τραγουδιού, ο ποιητής είναι ένας. Ενας άγνωστος και ανώνυμος, βουνίσιος η θαλασσινός, συνήθως αγράμματος, προικισμένος όμως με το έμφυτο χάρισμα της στιχοποιΐας. Ο εμπνευστής αυτός, του καινούριου τραγουδιού, οσο κι αν βάζει προσωπικό αίσθημα, στηρίζεται σε άλλα τραγούδια, που προηγήθηκαν, αρχίζοντας με ένα γνωστό δημοτικό στίχο η παραλλάζοντας γνωστούς στίχους, γιά να τους φέρει στο θέμα του.

Αλλά και πάλι η προσφορά του δεν του ανήκει. Αν στο τραγούδι του υπάρχουν στοιχεία, που να απηχούν τη γενική συγκίνηση και να ανταποκρίνονται, στο γενικό αίσθημα, το δημιούργημά του θα κάνει φτερά. Θα περάσει σε άλλο στόμα, ύστερα σε άλλο. Από το ένα χωριό, στο γειτονικό χωριό. Από μιά περιφέρεια στην άλλη. Καθένας θα προσθέτει, θα αφαιρεί, θα διορθώνει. Ο αρχικός ποιητής θα έχει λησμονηθεί. Οι ενδιάμεσοι ποιητές θα είναι κι αυτοί άγνωστοι. Το τραγούδι, ολοκληρωμένο, κατεργασμένο, οριστικό, θα είναι δημιούργημα όλου του λαού και θα εκφράζει τα αισθήματα όλων.

Καμιά φορά, από τόπο σε τόπο, το ίδιο τραγούδι παρουσιάζει μερικές διαφορές σε ορισμένους στίχους η σε ορισμένες λέξεις. Λέμε τότε οτι έχομε παραλλαγές του τραγουδιού αυτού. Η παραλλαγή δεν πρέπει να συγχέεται με την παραλογή, γιά την οποία θα μιλήσουμε παρακάτω.

Είναι καταπληκτική η τεχνική τελειότητα την οποία παρουσιάζουν τα δημοτικά μας τραγούδια. Δεν υπάρχει πουθενά χασμωδία, πουθενά κενό. Ο στίχος είναι μουσικότατος, καθαρός, σαφής. Η πυκνότητα της περιγραφής του θυμίζει Ομηρο’ μπορεί με ένα στίχο μόνο, να σου δώσει την εικόνα μιας μάχης. Κι όπως στον Ομηρο, οι παρομοιώσεις του είναι κι εδώ παρμένες από τη φύση. Κάθε στίχος τελειώνει με ένα πλήρες νόημα. Το δρασκέλισμα του νοήματος στον επόμενο στίχο είναι άγνωστο. Πολύ συχνά, επίσης έχει διάλογο, που δίνει στο ποίημα ενάργεια, παραστατικότητα και δραματικότητα. Πολύ συχνά μιλούν τα πουλιά, τα βουνά κλπ., γιά να δοθεί εντονότερα ο θαυμασμός μπροστά στο ιστορούμενο περιστατικό.

Συνηθισμένος στίχος του δημοτικού τραγουδιού είναι ο ιαμβικός δεκαπεντασύλλαβος, που έχει πάντοτε σταθερή τομή, ύστερα από την όγδοη συλλαβή. Μικρότερους στίχους (εντεκασύλλαβους, οχτασύλλαβους) μπορούμε να βρούμε στα παιδικά και στα εργατικά τραγούδια.

Οσο θαυμασμό μας προκαλεί η τεχνική κατεργασία του δημοτικού στίχου, άλλο τόσο μας θέλγει η ποιότητα του περιεχομένου. Καθώς το τραγούδι αποτελεί έκφραση όλου του λαού, τα αισθήματα που περιέχει εκφράζουν τον γενικό χαρακτήρα του έθνους. Είναι δηλ. το δημοτικό μας τραγούδι το κάτοπτρο της εθνικής ψυχής. Η δε σύγκριση των δημοτικών μας τραγουδιών με τα όμοια τραγούδια άλλων λαών, μας κάνει ιδιαίτερα υπερήφανους. Γιατί, τα ελληνικά δημοτικά τραγούδια, περιέχουν ψυχική ευγένεια, ανωτερότητα, πνευματική ωριμότητα. Μας δείχνουν τη λεβεντιά του λαού σε δύσκολες και χαρούμενες ώρες, τη λεπτότητά του στις αισθηματικές περιπτώσεις, τη βαθιά πίστη του, την έμφυτη φιλοπατρία του, την εξαίρετη φαντασία του, το δημιουργικό πάθος του. Καθώς μάλιστα ο λαός μας είναι ευσυγκίνητος στο εθνικό του φιλότιμο, και εκδηλώνεται αυθόρμητα με το τραγούδι, σε κάθε σημαντική περίσταση, μπορούμε μέσ’ από τα τραγούδια του να δούμε και τη γραμμή της εθνικής ιστορίας του.

Δεν είναι παράξενο, ύστερα απ’ αυτό, γιατί τόσοι ξένοι τα μελέτησαν, τα αγάπησαν και τα μετάφρασαν. Στους μεγάλους θαυμαστές του ελληνικού δημοτικού τραγουδιού (Φωριέλ κ.ά.) περιλαβαίνεται και ο ίδιος ο Γκαίτε, ο οποίος μετάφρασε κάμποσα από τα καλύτερα δημοτικά μας τραγούδια.

Yπολογίζεται οτι τα δημοτικά μας τραγούδια ανέρχονται περίπου σε είκοσι πέντε χιλιάδες. Μαζί με το στίχο, ο ποιητής βάζει συνήθως και μελωδία. Γιατί δεν είναι τραγούδια που γράφονται γιά να διαβάζονται, αλλά να τραγουδιούνται και να χορεύονται, καθένα σε ορισμένη περίσταση.

Το τραγούδι προέρχεται ετυμολογικά από την τραγωδία και το τραγώδιον, τραγούδι. Εχει δηλαδή τις ρίζες του πολύ βαθιά, στην αρχαία Ελλάδα, όπου επίσης υπήρχαν δημοτικά τραγούδια. Τέτοια ήταν τα χελιδονίσματα, που τα τραγουδούσαν τα παιδιά, γιά να γιορτάσουν τον ερχομό της άνοιξης.

Αν θέλαμε να κατατάξουμε τα δημοτικά μας τραγούδια, θα μπορούσαμε να τα χωρίσουμε στις ίδιες κατηγορίες, που χωρίζονται και τα ποιήματα της έντεχνης ποίησης:
α) επικά (π.χ. τα Ακριτικά τραγούδια)
β) λυρικά (π.χ. της αγάπης και του χορού) και
γ) δραματικά (π.χ. οι παραλογές).
Μερικά τραγούδια κλείνουν τόσο δραματικό στοιχείο, ώστε διασκευάστηκαν και σε δράματα, όπως το τραγούδι «Του νεκρού αδερφού», που διασκευάστηκε γιά το θέατρο από τον Ζαχαρία Παπαντωνίου.

Γενικά όμως είναι προτιμότερη η κατάταξη σε δυό μεγάλες ενότητες: στα διηγηματικά άσματα και στα λυρικά τραγούδια.

Διηγηματικά άσματα
Είναι τραγούδια που διηγούνται μιά ιστορία, επική, δραματική, ερωτική, κλπ. Στην κατηγορία αυτή υπάγονται:

1. Τα ακριτικά
Διηγούνται τις περιπέτειες και τους άθλους του Διγενή Ακρίτα και των ακριτών εναντίον των Απελατών και των Σαρακηνών. Ακρίτες ήταν οι φρουροί, που φύλαγαν τα εκτεταμένα σύνορα του Βυζαντίου. Ο Διγενής Ακρίτας είναι ο ιδεώδης αρχηγός, δυνατός σαν τον Ηρακλή, νεαρός σαν τον Αχιλλέα και ένδοξος σαν τον Μέγα Αλέξανδρο. ‘Η πάλη του Διγενή προς τους εχθρούς, συμβολίζει την αέναη πάλη του ελληνικού έθνους γιά να επιβιώσει. Τα περιστατικά και τα ονόματα που αναφέρονται στα ακριτικά τραγούδια, εικάζεται οτι ανάγονται στον δέκατο μ.χ. αιώνα. Είναι βυζαντινά δημοτικά τραγούδια, στα οποία όμως κυριαρχεί το δημοτικό χρώμα. Η διάδοσή τους είναι καταπληκτική και ευρύτατη σε όλες τις ελληνικές χώρες, από τον Πόντο και την Κύπρο, ως τη Μακεδονία και τα Ιόνια νησιά. Τα ακριτικά τραγούδια ανήκουν στο έπος, αλλά έπος μικρής έκτασης, δηλ. «επύλλιον».

2. Οι παραλογές
Λέγονται και περιλοές, παρακαταλογές, καταλόγια. Είναι το είδος που αντιστοιχεί πρός την μπαλάντα της έντεχνης ποίησης. Μας διηγείται σε τόνο επικό η δραματικό (άνάλογα με το θέμα) μιά ιστορία, αληθινή η πλαστή. Στις παραλογές ανήκουν το τραγούδι, «Τού νεκρού αδερφού», «του γιοφυριού της Αρτας», «του Μαυριανού και της αδερφής του», κλπ. ή αναφέρεται σε θρύλους, παραδόσεις και μυθικές ίστορίες. Το «Τραγούδι του Mενoύση» είναι ολόκληρο δράμα μέσα σε λίγους στίχους. Τις παραλογές, σε παλιούς καιρούς, τις τραγουδούσαν στους δρόμους, τυφλοί συνήθως τραγουδιστές, με τη συνοδεία φλογέρας.

3. Οι ριμάτες
Είναι κι αυτές διηγηματικά τραγούδια, σαν τις παραλογές. Αλλά έχουν ομοιοκαταληξία (ρίμα), η οποία μάλιστα πηγαίνει ανά δυό στίχους. Είναι δηλαδή η ριμάτα σαν άθροισμα ομοιοκατάληκτων διστίχων. Το είδος αυτό χρησιμοποιήθηκε στη μεταβυζαντίνή περίοδο και από την έντεχνη ποίηση. Αλλά, και στη δημοτική ποίηση δεν πήρε μεγάλη διάδοση. Δεν δουλεύτηκε από στόμα σε στόμα. Δεν πλουτίστηκε γλωσσικά και συναισθηματικά. Ο αρχικός κατασκευαστής της ριμάτας έμεινε μόνος του, συχνά μάλιστα αναφέρει και τ’ όνομά του.

Τις ριμάτες τις έγραφαν αυτοσχέδιοι ποιητές με στιχουργική διάθεση, γιά να διηγηθούν ένα προσωπικό τους πάθημα η να διασώσουν ένα τοπικό γεγονός (π.χ. οτι λεηλάτησαν πειρατές τον τόπο τους). Υπάρχουν στις ριμάτες πολλή φλυαρία, πολλές συμβουλές, πολλά παραγεμίσματα. Κάποτε οί πληροφορίες που διασώζουν, μπορεί να έχουν ιστορική σημασία. Η ποιητική όμως αξία είναι περιορισμένη η ανύπαρκτη. Πρέπει με επιφύλαξη να περιλαβαίνομε αυτά τα τραγούδια στα δημοτικά.

Λυρικά τραγούδια
Με τα λυρικά τραγούδια ο λαός εκφράζει τα ποικίλα συναισθήματά του. Ανήκουν σε τόσες υποδιαιρέσεις, όσες και η προσωπική λυρική ποίηση (θρησκευτικά, ερωτικά, γνωμικά κλπ.). Η κατάταξη ομως είναι ευχερέστερη ανάλογα με το σκοπό στον οποίο αποβλέπουν. Ετσι, έχομε: λυρικά τραγούδια:

1. Ιστορικά
Αναφέρονται σε ιστορικά γεγονότα, αλώσεις, πολιορκίες, μάχες, σφαγές, ήρωες. Απ’ αυτά άλλα είναι εγκωμιαστικά, γιατί υμνούν νίκες κλπ., κι άλλα θρηνητικά, γιατί κλαίνε σφαγές, εκπορθήσεις, λεηλασίες, καταστροφές και συμφορές.

Από τη δεύτερη αυτή κατηγορία, όσα αναφέρονται σε καπετανέους κλπ. γνωστά πρόσωπα, μοιάζουν με τα μοιρολόγια. Οσα αναφέρονται σε πτώσεις πόλεων και κάστρων λέγονται θρήνοι. Θρήνους έγραψαν πολλούς και οι προσωπικοί ποιητές. Οι θρήνοι γιά την «Αλωση της Πόλης» είναι οι περισσότεροι και οι θαυμασιότεροι. Υπάρχει όμως και θρήνος δημοτικός πολύ παλιότερος, «Το κούρσος της Αντριανόπολης», γραμμένος στα 1361. Τέτοια ιστορικά τραγούδια γράφονται ως τις μέρες μας, όπως γιά τον τελευταίο πόλεμο (βλ. Ανθολογία Περάνθη, Γ τόμος, Δημοτικό τραγούδι).

2. Κλέφτικα
Αναφέρονται στη ζωή των κλεφτών και των αρματολών, γενικά όμως και απρόσωπα, και μας διασώζουν πολύτιμα στοιχεία γιά τον ιστορικό βίο της νεώτερης Ελλάδας, κατά την Τουρκοκρατία και την Επανάσταση. Το είδος αυτών των τραγουδιών άνθισε από το τέλος του 16ου αιώνα και ύστερα.

3. Ερωτική ή της αγάπης
Υπάρχουν άφθονα σε μεγάλη ποικιλία και διακρίνονται γιά τη θέρμη της φαντασίας τους, τη λεπτότητα των αισθημάτων τους, την ειλικρίνεια και την αφέλειά τους.

4. Της ξενιτιάς
Ο ξενιτεμός των φτωχών ορεσίβιων, είτε στις πόλεις όπου θα μπορούσαν να βρούν δουλειά, είτε στα βόρεια Βαλκάνια, και την Πόλη, κυρίως όμως πέρα από τον Ατλαντικό, στην Αμερική, αποτέλεσε το θέμα ολόκληρου κύκλου τραγουδιών της ξενιτιάς, που είναι από τα καλύτερα της δημοτικής ποίησης, εφάμιλλα προς τα μοιρολόγια. Ο ξενιτεμένος έφευγε γιά να «καζαντήσει», να πλουτίσει, στα ξένα, και πάλι να επιστρέψει στον γενέθλιο τόπο του. Η περιπλάνηση αυτή έγινε γιά τον Ελληνα ανάγκη και φυσική συνήθεια. Πριν φύγει, παντρευόταν. Στο χωριό έμενε μιά σύζυγος δυό-τριών ημερών, ολομόναχη, περιμένοντας παιδί, υποχρεωμένη να το αναστήσει και αναγκασμένη να περιμένει τον καλό της χρόνια και χρόνια ώσπου να «πιαστεί» και να επιστρέψει, υποφέροντας από τη νοσταλγία γιά τον τόπο του και από τις κάθε είδους δυσκολίες, που συνεπαγόταν η ξενιτιά. Η έλλειψη εύκολης επικοινωνίας, ακόμα και αλληλογραφίας, έκανε πιό δραματική την κατάσταση, την οποία η λαϊκή μούσα περιέγραψε με τα ζωηρότερα χρώματα.

5. Μοιρολόγια
Ο σπαραγμός γιά το χαμό των αγαπημένων προσώπων βρήκε στα δημοτικά μοιρολόγια την ιδεώδη του ποιητική έκφραση. Ο πόνος, το άλγος, η θλίψη, η οδύνη, ντύθηκαν τις ποιητικότερες εκφράσεις, μέσα στις οποίες σπαράζει όλη η γυναικεία συναισθηματικότητα. Γιατί τα μοιρολόγια είναι κατά κανόνα δημιουργήματα των γυναικών. Από τα καλύτερα ελληνικά μοιρολόγια θεωρούνται της Μάνης.

6. Γαμήλια ή νυφιάτικα
Είναι τα τραγούδια που σχετίζονται με το γάμο, αναφέρονται στη νύφη ή στο γαμπρό και τραγουδιούνται κατά τις διάφορες φάσεις, από τον αρραβώνα ως την τέλεση του γάμου, σύμφωνα με τις διάφορες γιορτές και τελετές που επιβάλλουν τα λαϊκά έθιμα. Περιλαβαίνουν εγκώμια γιά τους μελλόνυμφους, έμμεσες υποδείξεις γιά τα καθήκοντά τους, συμβολισμούς διάφορους. Ο αποχωρισμός των νεόνυμφων από τις πατρικές τους οικογένειες ποτίζει τα τραγούδια αυτά, που γενικά διακρίνονται γιά το μεγαλείο και το πάθος τους, με κάποια δόση πίκρας και παράπονου.

7. Νανουρίσματα ή ναναρίσματα ή ταχταρίσματα
Είναι τα τραγούδια με τα οποία αποκοιμίζουν τα μωρά στην κούνια τους ή τα χορεύουν στην αγκαλιά. Είναι πανάρχαια τραγούδια, από την κλασική εποχή. Ο Πλάτων μας λέει, πως οι μητέρες, όταν ήθελαν «κατακοιμίζειν» τα μωρά τους, τα κουνούσαν «εν ταις αγκάλαις αεί σείουσαι». Και όχι σιωπηλά, αλλά τραγουδώντας «μελωδίαν τινά». Το ίδιο κάνουν από τότε όλες οι μητέρες. Είναι τραγούδια δημιουργημένα κι αυτά από γυναίκες και ποτισμένα με όλη τη γυναικεία τρυφερότητα και τη γλύκα της μητρικης στοργής.

8. Θρησκευτικά
Ονομάζονται, γενικά, έτσι, γιατί το περιεχόμενό τους είναι θρησκευτικό. Λέγονται επίσης εορταστικά, γιατί καθένα συνδέεται και με κάποια γιορτή της χριστιανοσύνης: Χριστούγεννα, Πρωτοχρονιά, των Φώτων, του Λαζάρου, της Μεγάλης Παρασκευής κλπ. Επειδή τα τραγούδια αυτά ψάλλονται από ομίλους παιδιών, που γυρνούν από πόρτα σε πόρτα, λέγονται και παιδικά.

Τα παιδιά, γιά τον κόπο τους η γιά το γούρι που φέρνουν στα σπίτια, εισπράττουν φιλοδωρήματα, είτε σε χρήμα, είτε σε είδη (αύγά, ξηροί καρποί κλπ.). Γιά να έχουν εξασφαλισμένο γενναίο φιλοδώρημα, συνοδεύουν τα τραγούδια τους και με ειδικές ευχές, ανάλογα με την περίσταση και το πρόσωπο. Π.χ. γιά τον ξενιτεμένο γιό κλπ. Τα συμπληρωματικά αυτά ευχολόγια λέγονται καλημερίσματα.

9. Εργατικά
Υπάρχουν πολλές δουλειές που στηρίζονται στην κίνηση. Π.χ. το κουπί, ο τρύγος, ο αργαλειός κλπ. Τα εργατικά τραγούδια σχετίζονται, σαν θέμα με κάποιο επάγγελμα. Κυρίως όμως ενδιαφέρει ο ρυθμός τους. Είναι τέτοιος που να συμφωνεί με τις ανάλογες κινήσεις του εργαζόμενου. Ετσι υπάρχει πάντα σωστά ρυθμισμένη κίνηση, αποφυγή της άσκοπης σπατάλης μυϊκής δύναμης και ταυτόχρονα ευχάριστη ψυχική διάθεση. Τέτοια τραγούδια υπάρχουν: θερισtικά, αλωνιστικά, υφαντικά, μυλικά, ερετικά (κωπηλατικά) κ.ά.

10. Δίστιχα
Λέγονται έτσι γιατί αποτελούνται από δυό στίχους, οι οποίοι ομοιοκαταληκτούν μεταξύ τους. Λέγονται επίσης γνωμικά, γιατί εκφράζουν επιγραμματικά γνώμες και λαϊκές αντιλήψεις απάνω σε ποικίλα θέματα και ζητήματα.

Πολλές παροιμίες είναι διατυπωμένες σε μορφή δίστιχου. Μυριάδες αλλα δίστιχα αναφέρονται στον έρωτα, στο φιλί, στα μάτια κλπ., ή εκφράζουν πόθους, παράπονα, πείσματα και καημούς. Στην Κρήτη τα δίστιχα λέγονται μαντινάδες. Πολύ ευδοκιμούν επίσης στην Ηπειρο και τη Νάξο. Λέγονται ακόμα και λιανοτράγουδα η στιχοπλάκια.

11. Κοινωνικά
Είναι τα τραγούδια που καλλιεργούν το πνεύμα της συνεργασίας και αλληλεγγύης μεταξύ των ανθρώπων. Το κοινωνικό συναίσθημα κατέχει μιά σοβαρή θέση στην ψυχή του ατόμου. Με κοινωνικό περιεχόμενο γράφτηκαν πολλά ποιήματα, που εκφράζουν την πικρία και τον πόνο γιά την ανθρώπινη δυστυχία και την κοινωνική αδικία. Αλλα από αυτά είναι ήπια και άλλα έντονα επαναστατικά.

12. Καλλιτεχνικά
Τέτοια είναι τα ποιήματα, που δεν αναφέρονται σε κάτι συγκεκριμένο, αλλά αποτελούν ενα κρυφομίλημα του ποιητή με την ίδια την ψυχή του και με την τέχνη του. Τα διαποτίζει μιά ακαθόριστη αισθητική συγκίνηση προς την ιδεατή ομορφιά (έξω τόπου και χρόνου), προς την ιδέα του καλού, του ωραίου και του αληθινού. Με τα ποιήματά του αυτά ο ποιητής μιλεί γιά την τέχνη του, τους στίχους του, τις μουσικές νότες της ψυχής του (συμβολισμός).

13. Παθητικά
Είναι τα λυρικά ποιήματα, που είναι γεμάτα πόνο, παράπονο, απελπισία και μελαγχολία. Τα διαποτίζει ο πεσιμισμός δηλ. η άκρα απαισιοδοξία. Χαρακτηριστικός αντιπρόσωπος της ποίησης αυτής στα νεώτερα χρόνια υπήρξε ο Κ.Καρυωτάκης. Σε όλα σχεδόν τα ποιήματά του κυριαρχεί η απαισιοδοξία γιά τη ζωή και την ανθρώπινη τύχη. Και άλλοι όμως ποιητές (Παλαμάς, Πορφύρας, Μαβίλης, Βασιλειάδης, κ.ά.) τραγούδησαν με πάθος τον ανθρώπινο πόνο.

14. Παρακλητικά – Εγκωμιαστικά
Στα παρακλητικά ο ποιητής μιλεί με όλα τα γύρω του έμψυχα και άψυχα πράγματα, τα εγκόσμια και τα υπερκόσμια και τα παρακαλεί γιά κάποιο σκοπό. Μιλεί με τα πουλιά, τα βουνά, τα δάση, τ’ αστέρια, τον ήλιο, το φεγγάρι, τα στοιχειά και τις νεράϊδες. Τέτοια ποιήματα υπάρχουν πολλά και στην έντεχνη και στη δημοτική ποίηση. Ο λαϊκός ποιητής παρακαλεί τα πουλιά να χαμηλώσουν, να τους δώσει μήνυμα γιά το αγαπημένο του πρόσωπο, που βρίσκεται στην ξενιτιά η αν είναι ο ίδιος στα ξένα να τα ρωτήσει, τι κάνουν οι δικοί του και οι αγαπημένοι του.
Στα εγκωμιαστικά ο ποιητής επαινεί και εγκωμιάζει ένα πρόσωπο, ενα χωριό, μιά πόλη, μιά χώρα, την πατρίδα του. Ακόμα ένα ζώο, ένα πουλί, ένα δέντρο, ένα λουλούδι.

15. Εύθυμα κι αστεία
Τέτοια είναι τα ποιήματα, που διακωμωδούν με αστείο και ευτράπελο τρόπο τα στραβά και ανάποδα, που συμβαίνουν στην κοινωνική και πολιτική ζωή ενός τόπου. Στην ποίησή μας δεν υπάρχουν πολλά τέτοια, γιατί η Φυλή μας θρεμμένη με τη σκλαβιά, τον πόνο και τη συνεχή μιζέρια, έχει χάσει την εύθυμη όψη της ζωής και αγνοεί το γνήσιο χιούμορ και το λεπτό και πνευματώδες αστείο. Οι περασμένες γενεές του τόπου μας παρουσίασαν αρκετούς ευθυμΟγράφους. Σήμερα το είδος αυτό της ποίησης είναι σχεδόν ανύπαρκτο.

Πηγές: Από κείμενα του Θ.Ροδάνθη, Σχολικά εγχειρίδια

Γραμματολογία

Η Γραμματολογία της Νεοελληνικής λογοτεχνίας είναι κλάδος των φιλολογικών και ιστορικών επιστημών και κλάδος συγγενής των πολιτισμικών σπουδών. Ασχολείται με την ιστορία της νεοελληνικής γραμματείας από τον 10ο έως τον 20ό αιώνα και με τις πολιτισμικές μεταφορές που καθορίζουν τη διαμόρφωσή της.
Προνομιακό πεδίο της Γραμματολογίας αποτελεί βέβαια η μελέτη των λογοτεχνικών κειμένων, όσων δηλαδή ανήκουν στον έντεχνο και αισθητικά επεξεργασμένο λόγο. Ωστόσο, δεν περιορίζεται σε φιλολογικές αναλύσεις λογοτεχνικών κειμένων, αλλά μέσα από τη μελέτη γενικότερα της λόγιας και μη λόγιας γραμματείας στοχεύει στην ιστορία των ιδεών για την πληρέστερη κατανόηση φαινομένων παιδείας και πολιτισμού.

Νεοελληνική λογοτεχνία – Περίοδοι
Αρχές Νεοελληνικής λογοτεχνίας

10ος αιώνας μ.Χ.
Κύρια χαρακτηριστικά :
α) Η γλώσσα,
β) η θεματική ανανέωση,
γ) η στιχουργική ,
δ) τα κοινά εκφραστικά μέσα,
ε) η δημιουργία εθνικής συνείδησης.

1) Από τον 10ο αιώνα μέχρι το 1453. Χρόνια πριν την άλωση.
– Από τις αρχές ,μέχρι το 1204 ,χρονιά κατάληψης της Κων/πολης
– Από το 1204 μέχρι το 1453

2) Από το 1453 μέχρι το 1669 . Χρόνια μετά την άλωση.

3) Από το 1669 μέχρι το 1830 .Έτος ίδρυσης του νέου ελληνικού κράτους.
– Από το 1669 μέχρι το 1774 (συνθήκη του Κιουτζούκ-Καϊναρτζή ). Θρησκευτικός Ουμανισμός.
– Από το 1774 μέχρι το 1830. Ακμή του Ν.Ε Διαφωτισμού.

4) Από το 1830 μέχρι σήμερα. Νέα Ελληνική Λογοτεχνία.
– Επτανησιακή Σχολή
– Αθηναϊκή ή Ρομαντική Σχολή , 1830-1880
– Νέα Αθηναϊκή Σχολή , 1880-1920
– Νεότερη Ποίηση.
– Α’ δεκαετία του Μεσοπολέμου, 1920-1930
– Η γενιά του ’30. Από το 1930-1940.
– Η α’ Μεταπολεμική Γενιά , 1945-1965
– Η β’ Μεταπολεμική Γενιά.
– Η Δεκαετιά του ’70

Επιδράσεις:
α) Ευρωπαϊκή Αναγέννηση,
β) Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός

1. Πρώτη περίοδος 10ος αι. – 1204
Α. Δημοτικά Τραγούδια

Χαρακτηριστικά:
α.Λιτός και πυκνός λόγος,
β. Αρχή της ισομετρίας,
γ. Επανάληψη και ολοκλήρωση του πρώτου στο δεύτερο ημιστίχιο,
δ. Το θέμα των άσκοπων ερωτήσεων,
ε. Το θέματου αδύνατου,
στ.Προσωποποιήσεις

Είδη:
– Παραλογές
– Ακριτικά τραγούδια
– Του κάτω κόσμου ή του Χάροντα
– Κλέφτικα Τραγούδια
– Ιστορικά τραγούδια

Β. Λόγια παραγωγή

1.”Διγενής Ακρίτας” 11ος αιώνας, 5000 στίχοι, 10 Λόγοι
α. Του Εσκοριάλ,
β. της Ανδρου και της Αθήνας,
γ. της Οξφόρδης,
δ. της Τραπεζούντας,
ε. της Κρυπτοφέρρης,
στ.της Ανδρου (πεζό).

2. “Προδρομικά ” ή “Πτωχοπροδρομικά”
(Τα βάσανα :
α) του μοναχού,
β) του πολύτεκνου οικογενειάρχη,
γ) του φτωχού συζύγου με την αρχοντοθρεμένη γυναίκα,
δ) του φτωχού λόγιου)

3. Σπανέας [Πρότυπο : «Προς Δημόνικον», Ισοκράτη]

4. Στίχοι Μιχαήλ Γλυκά [Λαογραφικό ενδιαφέρον]

5. Ιπποτικά Μυθιστορήματα 13ος -15ος αιώνας.
α. “Καλλίμαχος και Χρυσορρόη”
β. “Βέλθανδρος και Χρυσάντζα”
γ. “Ιμπέριος και Μαργαρώνα”
δ. “Φλώριος και Παντζιαφλώρα”
ε. “Λίβιστρος και Ροδάμνη”
(Θέμα : Δυο ερωτευμένοι νέοι χωρίζουν βίαια κι έπειτα από πολλές περιπέτειες ξανασμίγουν)

6. “Το Χρονικό” του Γεώργιου Φραντζή [15ος αιώνας], «Χρονικόν του Μορέως», «Χρονικόν των Τόκκων»

7. Θρήνοι

8. Διηγήσεις (Βίος Αλεξάνδρου, Πουλολόγος, Συναξάριον τιμημένου γαδάρου κ.ά)

2. Δεύτερη περίοδος 1453-1669
1. Καταλόγια (Δωδεκάνησα 15ος -16ος αι. Ερωτικά – όχι δημοτικά)

2. Κυπριακά (16ος αιώνας .Γλώσσα ιδιωματική- Ερωτικά- Χρήση ομοιοκαταληξίας)
-Χρονικά : Λ.Μαχαιρά, «Εξήγησις της γλυκείας χώρας Κύπρου», Βουστρώνιου

3. Κρητική λογοτεχνία
Α. Πρώτη περίοδος β’ μισό 14ου αι -τέλη του 16ου αι.
Σαχλίκης[ομοικοκαταληξία], Φαλλιέρος, Ντελαπόρτας, Μπεργαδής[Τυπ. 1519], Ι.Πικατόρος,
«Ρίμα Θρηνητική εις τον πικρόν και ακόρεστον Aδην»
Θέματα : ιστορικά, θρησκευτικά, ηθικοδιδακτικά, σατιρικά

Β. Δεύτερη περίοδος ακμής. Τέλη 16ου – 1669

α “Βοσκοπούλα”, 1590
β. Τραγωδίες:
-“Ερωφίλη” του Γ. Χορτάτση
– “Βασιλέυς Ροδολίνος” του Τρωίλου
-“Ζήνων” αγνώστου
γ. Κωμωδίες:
-“Κατζούρμπος” του Γ. Χορτάτση
-“Στάθης” Αγνώστου
-“Φορτουνάτος” του Φώσκολου
δ. Θρησκευτικό δράμα:
-“Η Θυσία του Αβραάμ” του Β.Κορνάρου
ε. Ποιμενικό δράμα:
-“Πανώρια” ή “Γύπαρης ” του Γ. Χορτάτση
στ. “Ερωτόκριτος” του Β. Κορνάρου (έμμετρο μυθιστόρημα)

Ελληνισμός της διασποράς : Ν.Σοφιανός (Βενετία, Γραμματική Τέχνη,1670)
– Πνευματική αφύπνιση: β’ μισό 16ου αι.
– Θρησκευτικός Ουμανισμός [Κύριλλος Λούκαρις(μετφρ. Κανής Διαθήκης, Α’ τυπογραφείο 1627, Κοσμάς Αιτωλός, Μελέτιος Πηγάς]

3. Τρίτη περίοδος 1669-1830
Νεοελληνικός Διαφωτισμός
Α. Πρώτη περίοδος (1669-1774): Κυριαρχεί η μορφή του Βολταίρου
Εκπρόσωποι: Ευγένιος Βούλγαρης, Ιώσηπος Μοισιόδακας, Θ.Μανδαράσης

Β. Δεύτερη περίοδος
Κυριαρχούν οι Γάλλοι Εγκυκλοπαιδιστές (Ντιντερό)
Εκπρόσωποι : Δημ. Καταρτζής, Ρήγας Βελεστινλής ,Γρηγόριος Κωνσταντάς
Γ. Τρίτη Περίοδος – 1830
Κυριαρχούν οι Γάλλοι Διανοούμενοι / Κλασικισμός – Ανακρεοντισμός – Αρκαδισμός
Εκπρόσωποι : Αδ. Κοραής

Ποίηση:
Καισάριος Δαπόντες [ηθικοδιδακτική],
Ρήγας Βελεστινλής [«Aνθη Ευλαβείας» (1708), Φλαγγινιανού Φροντιστηρίου Βενετίας],
Ιωάννης Βηλαράς, Αθανάσιος Χριστόπουλος

Πεζογραφία:
α. Εκκλησιαστική Ρητορική [Φ.Σκούφος «Τέχνη Ρητορική», Η. Μηνιάτης «Διδαχές», Ε. Βούλγαρης, Ν. Θεοτόκης] β. Επιστολογραφία
γ. Αφηγηματική Πεζογραφία [Ανώνυμος του 1789, «Σχολείον Ντελικάτων Εραστών», «Eρωτος Αποτελέσματα»],
δ. Λαϊκή Πεζογραφία : «Φυλλάδα του Μεγαλέξανδρου»,
ε. Χρονικά : «Χρονικό του Γαλαξιδίου»
στ. Απομνημονεύματα [Κασομούλης, Κολοκοτρώνης, Μακρυγιάννης] ζ. «Ελληνική Νομαρχία», 1806

Θέατρο: “Κορακιστικά ” του Ι.Ρ. Νερουλού,1813, «Εξηνταβελώνης» Κ. Οικονόμου [Διασκευή «Φιλάργυρου» του Μολιέρου]

Επτανησιακή σχολή
Ποίηση λυρική και σατιρική/Κριτικό Δοκίμιο/Μεταφράσεις/Θέατρο
Επιδράσεις:
α) Κρητική Λογοτεχνία,
β) Ιταλική κι ευρωπαϊκή γενικότερα λογοτεχνία,
γ) Δημοτικά τραγούδια,
δ) Χριστόπουλος και Βηλαράς

Χαρακτηριστικά:
α) Λατρεία της φύσης,
β) Πατρίδα,
γ) Γυναίκα,
δ) Θρησκεία,
ε) Δημοτική γλώσσα

Εκπρόσωποι Ποίησης:
Α.Μαρτελάος, Ν.Κουτούζης, Θ.Δανελάκης, Α.Σιγούρος, Ν.Κούρτσολας [Προσολωμικοί] Δ.Σολωμός (1798-1857),
Α. Κάλβος [20 ωδές](1792-1869), Ι.Πολυλάς, Γ. Τερτσέτης, Ι. Τυπάλδος, Γ.Μαρκοράς, Α. Καλοσγούρος,
Σ. Μελισσηνός, Α. Μανούσος, Α. Βαλαωρίτης, Α. Λασκαράτος, Λ.Μαβίλης, Μ. Aβλιχος,

Εκπρόσωποι Θεάτρου: Α. Μάτεσης (“Βασιλικός”), Δ. Γουζέλης («Χάσης»)

Αυτοβιογραφικό αφήγημα: Ελισάβετ Μαρτινέγκου- Μουζάν

Φαναριώτες και Ρομαντική Αθηναϊκή σχολή 1830-1880
Φαναριώτες
Χαρακτηριστικά:
α. λόγια γλώσσα,
β. γαλλική παιδεία,
γ. ρομαντισμός

Ευρωπαϊκός Ρομαντισμός: (19ος αιώνας)
– Στροφή στην αδέσμευτη φαντασία, στο συναίσθημα
– επιστροφή στο παρελθόν και στη φύση
– ελευθερία στη μορφή
– αντίθεση στον Κλασικισμό που στηρίζεται σε αυστηρούς μορφολογικούς κανόνες και ισορροπία λόγου και αισθήματος.

Ελληνικός Ρομαντισμός:
– Πρόσφορο έδαφος λόγω μίζερης πραγματικότητας, οξύτατων κοινωνικών, οικονομικών, πολιτικών προβλημάτων,
κατάλληλες συνθήκες για φυγή στο παρελθόν και στη φαντασία.

Χαρακτηριστικά Ελληνικού Ρομαντισμού:
α) Στροφή προς το ένδοξο παρελθόν,
β) Χρήση καθαρεύουσας,
γ) μελαγχολική διάθεση που φτάνει στην απαισιοδοξία και στο θάνατο,
δ) χαλαρή έκφραση – προχειρολογία,
ε) πομπώδες ύφος

Εκπρόσωποι ποίησης: Α. Σούτσος «Επιστολή προς το βασιλέα της Ελλάδος Οθωνα» 1833, Π.Σούτσος «Οδοιπόρος»,
Α.Ρ. Ραγκαβής «Διονύσου Πλους»,
Κ.Παράσχος, Θ.Ορφανίδης, Δ.Βαλαβάνης, Δ.Παπαρρηγόπουλος , Σ.Βασιλειάδης

Εκπρόσωποι πεζογραφίας
Ρομαντικά μυθιστορήματα:
Π.Σούτσος “Λέανδρος” [επιστολικό μυθιστόρημα, 1834] , Α.Ρ.Ραγκαβής “Ο Αυθέντης του Μορέως” ,
Στ. Ξένου «Ηρωίς της Ελληνικής Επαναστάσεως».

Αστικά μυθιστορήματα:
Γρ. Παλαιολόγου «Ο Πολυπαθής» και «Ο Ζωγράφος», Ι. Πισιπιού “Ο πίθηκος Ξουθ ή τα ήθη του αιώνα”

Ρεαλιστικά μυθιστορήματα:
“Θάνος Βλέκας “του Π.Καλλιγά, «Η Στρατιωτική ζωή εν Ελλάδι» του Χ. Δημόπουλου,
“Λουκής Λάρας” (1879) του Δ. Βικέλα , «Η Πάπισσα Ιωάννα» του Ε. Ροϊδη

Εκπρόσωποι Θεάτρου:
Δ.Βυζάντιος «Βαβυλωνία», Γουζέλης «Χάσης», Μάτεσης «Βασιλικός» ,
άλλα σε καθαρεύουσα : «Μαρία Δοξαπατρή», «Μερόπη», «Φαύστα» του Δ. Βερναρδάκη

Νεοκλασικισμός:
Κυρίως εκδηλώνεται στο χώρο της αρχιτεκτονικής. Στη Λογοτεχνία εκδηλώνεται με την
αρχαϊζουσα γλώσσα και τη χρήση αρχαίων θεμάτων.

Νέα Αθηναική σχολή 1880-1920
Συνθήκες:
α) Εκβιομηχάνιση της χώρας
β) ενίσχυση της οικονομίας
γ) ανάπτυξη εμπορίου και ναυτιλίας
δ) αστυφιλία
ε) Λαϊκός πολιτισμός – ανάπτυξη Λαογραφίας
στ) Δημοτική Γλώσσα (μετά το 1888 :έκδ. του «Ταξιδιού» του Ψυχάρη)
ζ) Iδρυση σχολείων, έκδοση εφημερίδων και περιοδικών.


Εκπρόσωποι ποίησης:
Γ. Βιζυηνός, Αρ. Προβελέγγιος, Κ. Παλαμάς, Γ.Δροσίνης , Ι.Πολέμης, Ι .Παπαδιαμαντόπουλος (Jean Moreas),
Μ.Μαλακάσης ,Λ. Πορφύρας, Γ. Σουρής, Ι.Γρυπάρης, Κ. Χατζόπουλος, Α.Σικελιανός, Κ.Π.Καβάφης,
Κ.Βάρναλης, Απ. Μελαχρινός, Ν. Καζαντζάκης, Ρώμος Φιλύρας, Ν. Λαπαθιώτης, Κ. Ουράνης

Παρνασσισμός:
Χαρακτηριστικά
α) έμπνευση από κλασική παράδοση αρχαία ελληνική και ρωμαϊκή
β) απάθεια
γ) άψογη μορφική εμφάνιση
δ) ηχηρός και ρωμαλέος στίχος
ε) πλαστική επεξεργασία στίχου
στ) πλούσια ομοιοκαταληξία
ζ) αναζήτηση της μοναδικής λέξης
η) έντονες και εκρηκτικές εικόνες
θ) επίδειξη ικανότητας
ι) απουσία τρυφερότητας και ζωής.

(Ωστόσο,) οι Eλληνες Παρνασσιστές:
α) δεν έφτασαν στην απάθεια
β) διατήρησαν την αισθηματολογία
γ) εισήγαγαν την απλότητα και την καθημερινή ζωή στην έκφραση και στην ομιλία.

Περιοδικά: «Ραμπαγάς», «Η Εστία» (1876-1895), «Η Τέχνη» (1898-1899), «Ο Διόνυσος» (1901-1902), «Ο Νουμάς» (1903 κ.ε.)

Πεζογραφία
Ηθογραφία:
α) Στροφή στην ύπαιθρο
β) Περιγραφή και απεικόνιση ηθών και εθίμων του ελληνικού λαού.

Επιδράσεις:
α) Λαογραφία
β) «Η Νανά» του Ε. Ζολά

Εκπρόσωποι πεζογραφίας:
Γ.Ξενόπουλος, Ν.Καζαντζάκης, Γ.Ψυχάρης, Γ.Βιζυηνός, Α.Παπαδιαμάντης, Κ.Κρυστάλλης, Γ.Βλαχογιάννης,
Κ.Θεοτόκης, Κ.Χατζόπουλος, Α.Καρκαβίτσας, Ι.Κονδυλάκης, Δ.Βουτυράς (αστική ηθογραφία), Μ.Μητσάκης,
Κ.Παρορίτης, Π.Πικρός, Π.Δέλτα, Ι.Δραγούμης, Π.Γιαννόπουλος

Θέατρο
“Η τύχη της Μαρούλας” και “Ο αγαπητικός της Βοσκοπούλας ” του Δ. Κορομηλά
“Το Φυντανάκι” του Π.Χορν , Γ. Ξενόπουλος , «Το κόκκινο πουκάμισο» του Σπ. Μελά
«Τα αρραβωνιάσματα» του Μπόγρη, «Τρία φιλιά» του Χρηστομάνου, «Η Βεγγέρα» του Η. Καπετανάκη

Κριτική
Εκπρόσωποι: Κ.Παλαμάς, Κ.Βάρναλης, Γ.Αποστολάκης, Φ.Πολίτης, Γ.Ξενόπουλος, Μ.Αυγέρης,
[Βουτιερίδης, Καμπάνης γράφουν την Ιστορία Ν.Ε. Λογοτεχνίας] Περιοδικά Κριτικής:
«Εστία», «Η Τέχνη», «Ο Νουμάς», «Τα Παναθήναια», «Νέα Ζωή» [Αλεξάνδρεια] κ.ά

Το μυθιστόρημα
Χαρακτηριστικά
α) ιστορία -περιπέτειες ενός ατόμου σε μια κοινωνία
β) ύπαρξη ενός μύθου με πλοκή
γ) ύπαρξη κι άλλων προσώπων εκτός από το βασικό ήρωα
δ) ολοκληρωμένοι χαρακτήρες
ε) ποικιλία τύπων που ζουν σε μια κοινωνία
στ) ποικιλία καταστάσεων.

Διαφορές από το διήγημα:
α) έκταση αφηγηματικής ύλης
β) πλοκή και πλάτος σύνθεσης
γ) ποικιλία προσώπων και καταστάσεων.

Αφηγηματικοί τρόποι
Α) Διήγηση:
α) ακούμε την ιστορία από μια απρόσωπη φωνή με δική του φωνή
β) τριτοπρόσωπη αφήγηση από έναν αφηγητή – παντογνώστη, θεό
γ) υποκειμενική παράσταση της ιστορίας

Β) Μίμηση:
α) αφηγείται ένα πρόσωπο πλαστό, φανταστικό σε α’ πρόσωπο
β) μεικτός τρόπος: ένας αφηγητής αλλά και παρεμβολή άλλων προσώπων που διαλέγονται μεταξύ τους σε ευθύ λόγο
γ) διάλογος: απουσιάζει εντελώς ο αφηγητής (π.χ. θέατρο)

Αφηγητής – Εστίαση
Ανάλογα με τη συμμετοχή του αφηγητή:
α) δραματοποιημένος αφηγητής, είναι ένα από τα πρόσωπα της ιστορίας, α’ πρόσωπο
β) απρόσωπος αφηγητής, γ’ πρόσωπο

Εστίαση:
α) μηδενική εστίαση: παντογνώστης αφηγητής
β) αφήγηση με εσωτερική εστίαση: ο αφηγητής είναι ένα από τα πρόσωπα της ιστορίας και γνωρίζει μέρος της πραγματικότητας
γ) αφήγηση με εξωτερική εστίαση: ο αφηγητής γνωρίζει λιγότερα από τα πρόσωπα της ιστορίας
(π.χ. ιστορίες μυστηρίου ,αστυνομικές ,ταινίες τρόμου κ.ά)

Ρεαλισμός
Χαρακτηριστικά
1) Πιστή απόδοση της πραγματικότητας
2) Τήρηση αντικειμενικής στάσης από το συγγραφέα. Αποφεύγει τις κρίσεις και την ερμηνεία των γεγονότων
3) Ο ρεαλιστής μυθιστοριογράφος επιδιώκει να δώσει μια φωτογραφική αναπαράσταση της
πραγματικότητας με πληρότητα, ζωντάνια και πειστικότητα
4) Το πλαστό πρόσωπο πρέπει να δίνει την εντύπωση ότι είναι αληθινό

Βασικά χαρακτηριστικά
α) δείχνει μια τάση προς την αντικειμενικότητα
β) αφήνουν τα γεγονότα να μιλήσουν μόνα τους
γ) παρουσιάζει κοινές εμπειρίες
δ) επιλέγει κοινά θέματα
ε) κριτική στάση απέναντι στην κοινωνία
στ) ενδιαφέρον για τις καθημερινές πράξεις και όχι για τα ηρωικά του κατορθώματα
ζ) τοποθετεί τους ήρωές του στα θύματα της κοινωνίας.

Νατουραλισμός
Χαρακτηριστικά
1) Εξέλιξη του ρεαλισμού
2) Μελέτη της ηθικής συμπεριφοράς του ατόμου ως θύματος εξωτερικών δυνάμεων κι εσωτερικών παρορμήσεων (ενστίκτων)
3) Περιορισμός της ελευθερίας του ατόμου από εξωτερικές δυνάμεις
4) Γενετήσιες ορμές ,πείνα ,σκληρότητα,φτώχεια, μοχθηρία, υποβιβάζουν τον άνθρωπο σε ζώο
5) Η συμπεριφορά των ανθρώπων καθορίζεται από διαθέσεις τις στιγμής ή κληρονομικές παρορμήσεις.
6) Προκλητικά θέματα
7) Εξονυχιστική περιγραφή και φωτογραφική λεπτομέρεια.

Νεότερη λογοτεχνία: Η περίοδος του μεσοπολέμου 1922-1930
Χαρακτηριστικά
α) ψυχικός κάματος
β) δυσκολία προσαρμογής στην πραγματικότητα

Εκπρόσωποι:
Κ.Καρυωτάκης, Ρ.Φιλύρας, Κ.Ουράνης , Μ.Πολυδούρη, Ν.Λαπαθιώτης, Μ.Παπανικολάου, Τ.Αγρας, Τ.Παπατσώνης

Συμβολισμός
Χαρακτηριστικά
1) Το εννοιολογικό περιεχόμενο περιορίζεται στο ελάχιστο
2) Μουσικότητα και υποβλητικότητα, κατάλληλη τοποθέτηση των λέξεων
3) Συσχέτιση αντικειμένων και ψυχικών καταστάσεων. Αντικείμενα – Σύμβολα.

Υπερρεαλισμός
Επίδραση: «Μανιφέστο του Υπερρεαλισμού» του Α. Μπρετόν, 1924
Χαρακτηριστικά
1) Σύνδεση του ονείρου και της πραγματικότητας με σκοπό τη δημιουργία μιας νέας υπερ-πραγματικότητας
2) Αυτόματη γραφή: Οι λέξεις είναι αυτόνομες κι ελεύθερες, ξεφεύγουν από το επιβεβλημένο νόημά τους
και συνδυασμένες δεν υπακούουν σε ορθολογικούς κανόνες
3) Καταγραφή του υποσυνείδητου και των ονείρων χωρίς επέμβαση της λογικής
4) Διακήρυξη της παντοδυναμίας του ονείρου ,του ενστίκτου και της επανάστασης
5) Εναντίωση σε κάθε μορφή λογικής,ηθικής ή κοινωνικής τάξης
6) Απέβλεπε στην ανανέωση όλων των ηθικών αξιών ,της φιλοσοφίας και της επιστήμης.

Η γενιά του ’30
Επιδράσεις
Διαφωτισμός, Γαλλική Επανάσταση, Ρομαντισμός, Βιομηχανική Επανάσταση, Ρωσική Επανάσταση,
Δαρβίνος, Μπρεξόν, μαρξ, Νίτσε, Φρόυντ κ.ά

Χαρακτηριστικά της Νεότερης Ποίησης
α) Εξωτερικά: εγκαταλείπει τις παραδοσιακές φόρμες, χωρίς ομοιομορφία στίχων, ομοιοκαταληξία, στροφές και μέτρο
β) Εσωτερικά:
1) παρακολουθούμε το ποίημα τη στιγμή της δημιουργίας του
2) Επιστράτευση της φαντασίας και όχι αναγκαστικά της λογικής
3) Ελεύθερος στίχος
4) Χρήση καθημερινού λεξιλογίου
5) Κατάργηση λογικής αλληλουχίας.

Εκπρόσωποι ποίησης:
Γ.Σεφέρης, Ο.Ελύτης, Γ.Ρίτσος, Ν. Βρετάκος, Α.Εμπειρίκος, Ν.Εγγονόπουλος, Γ.Σαραντάρης , Ν.Ράντος, Ν.Καββαδίας

Χαρακτηριστικά πεζογραφίας:
1) Ανάπτυξη μυθιστορήματος
2) Ρεαλισμός
3) Μοντερνισμός (π.χ. εσωτερικός μονόλογος, ροή της συνείδησης)

Εκπρόσωποι: Γ.Θεοτοκάς [«Ελεύθερο Πνέυμα»,1929], Θ.Πετσάλης, Σ.Μυριβήλης, Η.Βενέζης, Κ.Πολίτης, Μ.Καραγάτσης,
Μ.Αξιώτη, Θ.Καστανάκης, Π.Πρεβελάκης, Α.Τερζάκης, Γ.Σκαρίμπας, Γ.Μπεράτης,
[Κύκλος των «Μακεδονικών Ημερών» : Στ. Ξεφλούδας, Α. Γιαννόπουλος, Γ. Δέλιος, Ν.Γ.Πεντζίκης]

Δοκίμιο:
Σύντομη μελέτη σε θέματα φιλολογικά, φιλοσοφικά, επιστημονικά,λογοτεχνικά, ηθικά, πολιτικά, κοινωνικά
Χαρακτηριστικά:
Προσφέρει στον αναγνώστη γνώσεις και προβληματισμούς με λογοτεχνικό τρόπο.

Είδη:
α) Στοχαστικό δοκίμιο
β) Αποδεικτικό δοκίμιο

Η 1η μεταπολεμική γενιά (1945-1965)
Οι ποιητές που εντάσσονται σ’ αυτή την τάση αντλούν τις εμπειρίες τους από τους αγώνες της Κατοχής και τους δύσκολους καιρούς, που πέρασε η χώρα μας κατά τη μετακατοχική περίοδο. Κατά το χρονικό διάστημα, κατά το οποίο ήσαν ακόμη έφηβοι, έγιναν τα πιο συγκλονιστικά και αποφασιστικά γεγονότα για την τύχη της χώρας μας και, γενικότερα, της ανθρωπότητας.

Γενικά χαρακτηριστικά
1) Πίστη σε αξίες ηθικές, κοινωνικές και πολιτικές
2) Oραμα για έναν κόσμο πολιτικά και κοινωνικά δικαιότερο

Τάσεις
1) Αντιστασιακή ή Κοινωνική ποίηση
Χαρακτηριστικά
α) αγωνιστική διάθεση
β) καταγραφή γεγονότων του πολέμου και του εμφυλίου
γ) ενθουσιασμός για έναν καλύτερο κόσμο

Εκπρόσωποι:
Άρης Αλεξάνδρου, Μανόλης Αναγνωστάκης, Γιάννης Δάλλας, Δημήτρης Δούκαρης, Τάκης Καρβέλης, Μιχάλης Κατσαρός, Κλείτος Κύρου, Θανάσης Κωσταβάρας, Τάσος Λειβαδίτης, Τίτος Πατρίκιος, Γιώργης Παυλόπουλος, Γιώργης Σαραντής, Δημήτρης Χριστοδούλου

2) Νεοϋπερρεαλιστική ποίηση
Οι ποιητές που ανήκουν στην τάση αυτή έμειναν ανεπηρέαστοι από τις ιδεολογικές διαμάχες της εποχής τους και τους φανατισμούς, όχι όμως και από το δράμα που εκτυλισσόταν γύρω τους. Υπόστρωμα και αυτής της ποίησης, στους κυριότερους τουλάχιστον εκπροσώπους της, είναι η κατοχική και η μετακατοχική περίοδος, απαλλαγμένη όμως από καθετί το επικαιρικό.

Χαρακτηριστικά
α) συνέχιση του υπερρεαλισμού του μεσοπολέμου
β) ανεπηρέαστοι από ιδεολογικές διαμάχες
γ) παρουσίαση της εφιαλτικής πρταγματικότητας με τη γλώσσα
δ) τραγική αίσθηση της ζωής

Εκπρόσωποι:
Ελένη Βακαλό, Νάνος Βαλαωρίτης, Ε.Χ. Γονατάς, Έκτωρ Κακναβάτος, Δ.Π. Παπαδίτσας, Μίλτος Σαχτούρης

3) Υπαρξιακή ή Μεταφυσική ποίηση
Οι ποιητές που ανήκουν στην τάση αυτή δε φαίνεται να έχουν κοινωνικά ενδιαφέροντα. Η αντιστασιακή ποίηση αντιμετωπίζει τον άνθρωπο ως ον κοινωνικό και πολιτικό, τον εντοπίζει μέσα στους αγώνες του. Η νεοϋπερρεαλιστική παρακολουθεί τη δοκιμασία του, αλλά τον αποχρωματίζει από κάθε ιδεολογική επικάλυψη. Αντίθετα, η υπαρξιακή ποίηση είναι γεμάτη από μεταφυσική αγωνία, προσπαθεί να εκφράσει το άγχος του μοναχικού ατόμου μπροστά στο πρόβλημα της ζωής και του θανάτου, της καθημερινής φθοράς.

Χαρακτηριστικά:
α) χωρίς κοινωνικά ενδιαφέροντα
β) μεταφυσική αγωνία
γ) έκφραση του άγχους του μοναχικού ανθρώπου μπροστά στο πρόβλημα του θανάτου και της καθημερινής φθοράς.

Εκπρόσωποι:
Όλγα Βότση, Γιώργης Κότσιρας

Η 2η μεταπολεμική γενιά (1965…)
Η δεύτερη μεταπολεμική γενιά εμφανίστηκε σε μια περίοδο, που ο ψυχρός πόλεμος εξακολουθεί να απειλεί την ειρήνη και η πιθανότητα ενός νέου είναι ορατή. Οι περισσότεροι από τους ποιητές της γενιάς αυτής δεν έζησαν ως έφηβοι κατά την περίοδο της Κατοχής. Από την άποψη αυτή διαφοροποιούνται αισθητά από τους ποιητές της πρώτης μεταπολεμικής, της αντιστασιακής ιδίως, τάσης, γιατί δεν κομίζουν μέσα τους τις ηρωικές μνήμες της Κατοχής και τη στερεότητα της πίστης σε ένα καλύτερο μέλλον. Αποτελούν τη φυσιολογική συνέχεια των ποιητών της πρώτης γενιάς, με τους οποίους αισθάνθηκαν πάντοτε συναισθηματικά και ιδεολογικά αλληλέγγυοι εφόσον τους συνδέουν και κοινές εμπειρίες από την περίοδο του Εμφύλιου και του ψυχρού πολέμου, που επακολούθησε. Ζουν όμως σε μια μεταβατική εποχή, που το ηρωικό κλίμα, όσο κι αν διατηρείται στη συλλογική μνήμη, έχει καταπέσει και η πολιτικοκοινωνική ζωή της χώρας δεν έχει βρει ακόμη τον κανονικό της ρυθμό.

Χαρακτηριστικά
1) Εντονο κριτικό πνεύμα και σκεπτικισμός
2) Επίδραση από τον Καρυωτάκη. Λόγος έντονα λυρικός
3) Αιχμηρότητα ,σκληρότητα ,τραχύτητα των εκφραστικών του μέσων.

Εκπρόσωποι:
Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, Ανδρέας Αγγελάκης, Ορέστης Αλεξάκης, Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Θωμάς Γκόρπας, Νίκος Γρηγοριάδης, Ζέφη Δαράκη, Τάσος Δενέγρης, Κική Δημουλά, Μάνος Ελευθερίου, Ανέστης Ευαγγέλου, Αλέξης Ζακυθηνός, Βασίλης Καραβίτης, Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου, Τάσος Κόρφης, Λουκάς Κούσουλας, Χρίστος Λάσκαρης, Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Γιώργης Μανουσάκης, Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου, Μάρκος Μέσκος, Ματθαίος Μουντές, Τάσος Πορφύρης, Θανάσης Τζούλης, Σπύρος Τσακνιάς, Κυριάκος Χαραλαμπίδης, Ντίνος Χριστιανόπουλος

Δεκαετία του ’70
Οι ποιητές της δεκαετίας του ’70, εντούτοις, δεν επηρεάστηκαν, όσο θα περίμενε κανείς, από τη μεταπολεμική γενιά. Οι ποιητές αυτής της γενιάς δεν έχουν βέβαια εμπειρίες από την Κατοχή και την εμφυλιακή περίοδο. Μεγαλώνουν κατά την ψυχροπολεμική κυρίως περίοδο και σε μια εποχή, κατά την οποία η ελληνική κοινωνία παρουσιάζει σημαντική οικονομική άνοδο και εισέρχεται στο στάδιο του καταναλωτισμού.

Χαρακτηριστικά:
1) Γραφή και γλώσσα καθημερινή και ομιλία τρέχουσα
2) Σαρκασμός, ειρωνεία, ρεαλιστική γλώσσα
3) Αμφισβήτηση κατεστημένης τάξης, επαναστατικότητα

Εκπρόσωποι:
Νάσος Βαγενάς, Γιάννης Βαρβέρης, Γιώργος Βέης, Αναστάσης Βιστωνίτης, Μιχάλης Γκανάς, Βερονίκη Δαλακούρα, Δημήτρης Καλοκύρης, Γιώργος Καραβασίλης, Γιάννης Κοντός, Νίκος Λάζαρης, Μαρία Λαϊνά, Χριστόφορος Λιοντάκης, Γιώργος Μαρκόπουλος, Τζένη Μαστοράκη, Κώστας Μαυρουδής, Στέφανος Μπεκατώρος, Παυλίνα Παμπούδη, Κώστας Γ. Παπαγεωργίου, Γιάννης Πατίλης, Λευτέρης Πούλιος, Μανώλης Πρατικάκης, Βασίλης Στεριάδης, Γιάννης Υφαντής, Αντώνης Φωστιέρης, Γιώργος Χρονάς

Μεταπολεμική πεζογραφία 1945-1974
Τάσεις:
1) Ρεαλισμός – Αυτοαναφορικότητα (Γ.Ιωάννου, Τ.Καζαντζής κ.ά)
2) Κοινωνικοί και πολιτικοί προβληματισμοί (Α.Αλεξάνδρου, Κ.Ταχτσής, Σ.Τσίρκας, Δ.Χατζής, Α.Φραγκιάς κ.ά)
3) Φυγή από την πραγματικότητα (Μ.Λυμπεράκη, Μ.Κρανάκη κ.ά)
4) Νέες εκφραστικές αναζητήσεις (Σ.Ξεφλούδας, Γιαννόπουλος, Βαφόπουλος, Πεντζίκης ,Μ.Αξιώτη ,Γ.Χειμωνάς, Γ. Πάνου κ.ά)
5) Ρεαλιστική γλώσσα

Λαικές αφηγήσεις
Χαρακτηριστικά:
1) Η λαϊκή αφήγηση είναι απλή και λιτή. Ο αφηγητής περνά από το ένα θέμα στο άλλο, για να μην κουράσει τον ακροατή.
2) Το καλό θραμβεύει και το κακό υποχωρεί.
3) Οι ήρωες δεν είναι τόσο τρομεροί όσο φαίνονται αρχικά . Είναι ευκολοπλησίαστοι και προσιτοί.
4) Παρακολουθούμε σκηνές από την καθημερινή ζωή ,κυρίως της αγροτικής.
5) Εκφράζονται τα συναισθήματα του λαού.
6) Οι λαϊκές αφηγήσεις αρχίζουν και τελειώνουν με ένα συγκεκριμένο τρόπο.
7) Η γλώσσα είναι απλή και καθημερινή. Ακούμε τον αφηγητή της υπαίθρου.

Γενικά:
α) οι λαϊκές αφηγήσεις είναι δημιουργήματα σε ώρες ξεκούρασης , δουλειάς, γιορτής, αρρώστιας, αιχμαλωσίας κ.ά.
β) οι καλόβολοι βοηθοί ,η σάτιρα και γελοιοποίηση προσώπων, ηθική τάξη των ανθρώπων και των ζώων,
όλα αυτά και άλλα στοχεύουν σε μια ειρηνική διάθεση και στην ψυχική ξεκούραση.

Πηγές: el.wikipedia.org, Θ.Ροδάνθης, Σχολικά εγχειρίδια