Τάσος Ρούσσος (1934-2015)

Ελληνες λογοτέχνες


Μιχαήλ και άλλα διηγήματα
… Ναι, τώρα δε σκεφτόταν τίποτα, δε θυμόταν τίποτα, δε φανταζόταν τίποτα. Σχεδόν. Μονάχα μια λέξη έπλεε στην ήρεμη θάλασσα της συνείδησής του, μισοβουλιαγμένη κι αυτή σαν πτώμα. Ανάληψη. Μια έννοια άσχετη που επέμενε, όμως, να υπάρχει, αυθύπαρκτη, αυτόβουλη πες, μέσα του. Έστριψε κάποια γωνία. Αγόρασε μια τυρόπιτα και συνέχισε. Ανάληψη. Η λέξη επέμενε απειλητική. Έπαιρνε το σχήμα μιας ατέρμονης προοπτικής. «Ανάληψη ευθυνών», ψιθύρισε. Η προοπτική έγινε διάδρομος. «Ανάληψη χρημάτων». Ο διάδρομος τελείωνε σε πόρτα. «Ανάληψη του Χριστού». Η πόρτα άνοιξε. Οδηγούσε στο απέραντο γαλάζιο διάστημα. Ή μάλλον όχι. Το βήμα του κόντυνε. Σχεδόν σταμάτησε. «Η ανάληψη της Μαρίας», είπε, ενώ ήθελε να πει: «Η ανάληψη του Χριστού». Έντρομος, έκλεισε τα βλέφαρά του για μια στιγμή μόνο και τότε την είδε. Χλομή και διάφανη. Κοιμόταν…
Η νουβέλα και τα διηγήματα αναφέρονται σε καταστάσεις λίγο πολύ ασυνήθιστες. Ιστορίες που εξετάζουν την «άλλη πλευρά» των πραγμάτων, τη σκοτεινή και παράξενη ίσως αλλά υπάρχουσα και παρούσα. Διερευνούν περιπτώσεις που υπερβαίνουν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο την τρέχουσα λογική. Με μια ρεαλιστική γραφή, που υπονομεύεται από απροσδόκητο, ο συγγραφέας «Των χειρογράφων του Μανουέλ Σαλίνας» μας εισάγει ανεπαίσθητα στην απειλητική ατμόσφαιρα των κόσμων του.

Ο τελευταίος της συντεχνίας
«Λοιπόν, γυρολόγε», άκουσε τον πρώτο δικαστή, «έχουνε διαπιστωθεί ορισμένα εγγενή ή επίκτητα ελαττώματά σου, θα έλεγα αξιόμεμπτα…» Σώπασε λίγες στιγμές κοιτάζοντάς τον έντονα. Το ίδιο έκαναν κι οι υπόλοιποι εκατόν είκοσι εφτά δικαστές.
Ο Γιάκομπ ένιωσε διάτρητος από τις σουβλερές ματιές τους. Θυμήθηκε –τι παράξενο, όχι, όχι παράλογο– εκείνα τα τρύπια παλιά τυριά (τώρα δεν υπήρχαν) που τα έλεγαν γραβιέρες… Ναι, έτσι αισθανόταν, τρύπιος και κίτρινος όχι από φόβο αλλά από έλλειψη άμυνας. Ένα κομμάτι παλαιό τυρί απέναντι σε εκατόν είκοσι οχτώ ποντικούς, κίτρινο κι ανυπεράσπιστο.
Ο τελευταίος της συντεχνίας περιπλανιέται σ’ έναν κόσμο όπου οι άνθρωποι και το φυσικό τοπίο μαραζώνουν. Η Φύση αποσύρει σιγά σιγά τα είδη της και η σκληρότητα –έλλειψη αλλά και απαγόρευση των συναισθημάτων– χαρακτηρίζει τις ανθρώπινες σχέσεις. Ο ήρωας του έργου, με το ανώφελο και άχρηστο πλέον επάγγελμά του –είναι γυρολόγος– αποτελεί μια χτυπητή παραφωνία. Καταλήγει σε ηθελημένη απομόνωση, ακολουθώντας το ένστικτο και την καρδιά του. Η απελπισμένη αυτή πράξη του ίσως να είναι τελικά η μοναδική ελπίδα της άρρωστης κι εξαθλιωμένης ανθρωπότητας.

Αγγελόπετρα
«Στο νου του στριφογύριζαν εικόνες ανομολόγητες… Αυτός κι η άγνωστη γυναίκα να κάνουν έρωτα όρθιοι, εκεί μες στο λεωφορείο. Γυμνοί. Να βογγούν από ηδονή και οι άλλοι να τους κοιτάζουν. Μετά να την ξαπλώνει στα καθίσματα κι αυτή να φωνάζει, να θέλει και να μη θέλει. Κι οι άλλοι να γελούν, να κραυγάζουν, να τον παροτρύνουν με ρυθμικές λαχανιασμένες φωνές. Ναι, ναι, ναι, ναι, ναι, ναι…»
Μια ασήμαντη μικρή πέτρα, δώρο ενός φίλου, εισβάλλει στη ζωή του Ιάκωβου Δημητρίου και την αλλάζει εντελώς δίνοντάς της άλλο διαρκέστερο, ουσιαστικότερο περιεχόμενο. Η περιγραφή των αλλαγών, που πραγματοποιούνται με ολοένα αυξανόμενο ρυθμό, συνιστούν, φαίνεται ότι συνιστούν, το υλικό αυτής της νουβέλας. Πέρα όμως από τον εμφανή αυτό στόχο, υπάρχει κάτι άλλο. Ένα μετέωρο ίσως ερώτημα, που ο αναγνώστης καλείται να δώσει σ’ αυτό μιαν απάντηση. Απάντηση τελείως προσωπική.

Ο καιρός της Λίζε
Τι είναι αυτό το μυστήριο που αντιμετωπίζει ο ήρωας της νουβέλας; Ποιοι είναι αυτοί οι άνθρωποι στην καρδιά του βουνού;
Ο Νικήτας Μαυρογένης, καθηγητής της Γλωσσολογίας σ’ ένα Πανεπιστήμιο της βορινής Γαλλίας, στη διάρκεια μιας ορειβατικής του εξόρμησης, έρχεται πρόσωπο με πρόσωπο με την περιπέτεια. Εμπλέκεται σ’ ένα λαβύρινθο αποριών και ερωτημάτων που ζητούν βασανιστικά απαντήσεις. Ο γλωσσολόγος θα προσπαθήσει να λύσει τα αινίγματα, καθώς παρασύρεται σε περίεργες καταστάσεις.
Τα καταιγιστικά γεγονότα που ακολουθούν θ’ αφήσουν τον Νικήτα Μαυρογένη με την τραγική μνήμη ενός έρωτα που τον λεηλάτησε ο χρόνος.

Φωτογραφία με πολύ κίτρινο και άλλα διηγήματα
Ο Αντώνης Δελής είναι ερασιτέχνης φωτογράφος. Απαθανατίζει με καλλιτεχνικό πάθος τις στιγμές της καθημερινότητας. Πιστεύει ότι έτσι αιχμαλωτίζει τη ζωή, την κρατάει ακμαία κι αγέραστη πάνω στο φωτογραφικό χαρτί, πάντα παρούσα και άφθαρτη.
Μια νεκρώσιμη αγγελία στην εφημερίδα τον οδηγεί, ύστερα από συλλογισμούς και ατράνταχτες κατά τη γνώμη του αποδείξεις, σε πραγματικό αδιέξοδο: Οι φωτογραφίες που φυλάκιζαν παντοτινά τη ζωή, καταλήγουν να προσημαίνουν αναπόφευκτο θάνατο.
Προσπαθώντας ν’ αποφύγει για όσους έχει φωτογραφήσει και ιδιαίτερα για τον εαυτό του αυτό το σκοτεινό ενδεχόμενο, ο ήρωας της νουβέλας καταστρέφει όλο το φωτογραφικό του αρχείο. Μ’ αυτόν τον τρόπο λυτρώνεται από την αγωνία, ως τη στιγμή που κάποιος πλανόδιος φωτογράφος τον φωτογραφίζει τυχαία σε μια πλατεία.
Από τότε αρχίζει μια δαιδαλώδης εμπλοκή του με το κακό, καθώς αναζητά αυτήν τη φωτογραφία του για να την καταστρέψει και να σωθεί.

Η πηγή του τσακαλιού
Σε κάποιο περιοχή της σύγχρονης ελληνικής επαρχίας φτάνει ο ήρωας της νουβέλας –ένας Έλληνας που έζησε πολλά χρόνια στην κεντρική Αφρική– και αγοράζει μια έκταση έξω από ένα χωριό. Το κτήμα είναι τρεις μικροί λόφοι, άνυδρο και ξερό. Εγκαθίσταται εκεί και εφαρμόζει τη μέθοδό του να βγάλει νερό, που είναι ανορθόδοξη και παράξενη. Όπως είναι φυσικό, κινεί την περιέργεια και στη συνέχεια το ζεστό ενδιαφέρον δύο γυναικών, υπαλλήλων του Υπουργείου Γεωργίας, που εκείνο το καλοκαίρι μένουν σε γειτονικό με το κτήμα οίκημα της υπηρεσίας. Τον παρακολουθούν επίσης ο παπάς και ο κοινοτάρχης του κοντινού χωριού με επιφύλαξη και καχυποψία για τη μέθοδό του.
Η εξέλιξη των γεγονότων θα οδηγήσει σε καταστάσεις ανεξέλεγκτες, που θ’ αποδείξουν τις προσπάθειες του ήρωα μάταιες ή μακροπρόθεσμα καρποφόρες. Ταυτόχρονα θα μας γεμίσουν αμφιβολίες κι ερωτηματικά για την πραγματική του υπόσταση.

Ο Οδυσσέας
Ένας άλλος Οδυσσέας. Η μυθιστορία παρακολουθεί κυρίως τη νεότητά του πριν και κατά τον Τρωικό πόλεμο. Έχει ναυαγήσει στην Ωγυγία και οι μνήμες –όχι ο καημός του νόστου– της έως τότε ζωής του τον πνίγουν. Παρακινημένος από την Καλυψώ γράφει τα όσα πέρασε, για να ελευθερωθεί από το βάρος που πιέζει την ύπαρξή του. Μέσα από τις γραφές αυτές και την ειρωνική κριτική της Καλυψώς για την «αντικειμενικότητά» τους, προβάλλει η αμφισημία του χαρακτήρα του. Είναι γεννημένος ν’ ακολουθήσει το ιδεώδες της εποχής του; Να γίνει δηλαδή «ήρωας» με κατορθώματα θαυμαστά και δόξα; Ή να καταντήσει εγωιστής, ιδιοτελής και αδίστακτος, που φροντίζει μόνο για το συμφέρον της «δόξας» του, για τη μεγαλύτερη λάμψη της; Που αδιαφορεί με ποιους τρόπους θα την εξασφαλίσει; Το υπαρξιακό αυτό ερώτημα θα τον κυνηγάει βασανιστικά από τα εφηβικά του χρόνια. Ποιος είναι στ’ αλήθεια; Ο προορισμένος για το κλέος του ήρωα ή για την απλή ζωή ενός ειρηνικού βασιλιά;

Το δέκατο τρίτο τοπίο
Τα διηγήματα αυτά έχουν ένα σχεδόν κοινό χαρακτηριστικό. Κινούνται όλα γύρω από το παράλογο, το παράδοξο και το θαυμαστό. Προσπαθούν να προσδιορίσουν, μέσα από την ξεχωριστή πραγματικότητα της λογοτεχνίας, τμήματα της ρεαλιστικής πραγματικότητας, όπως την ονομάζουμε με αυτάρεσκο εφησυχασμό. Στην ουσία πρόκειται για όψεις της αλήθειας, που τις αφήνουμε να διαφεύγουν εξαργυρώνοντας έτσι την ησυχία μας. Τώρα, δυστυχώς, είμαστε πολύ προσηλωμένοι στα γεγονότα που συνθέτουν την καθημερινότητά μας με τις άπειρες εκφάνσεις της, που τις εισπράττουμε μόνο από τη διάσταση των αισθήσεων, του συναισθήματος και τις περιπέτειες του σώματος. Ωστόσο, παράλληλα με αυτά, υπάρχουν οι “άλλες” αισθήσεις που, υπαινικτικά ή όχι, δηλώνουν τις περιπέτειες της ψυχής.

Η αποστολή
Το μυθιστόρημα περιγράφει τις προσπάθειες του Μπόρις για την κατάκτηση της Μαργαρίτας και για την επιτυχή ολοκλήρωση της αποστολής του μέσα σε μια ατμόσφαιρα μαύρης απειλής, ειρωνείας και χιούμορ. Ο ήρωας αναδεικνύεται σε μυστηριώδη και αμφιλεγόμενο χαρακτήρα, που ενώ συμπεριφέρεται φυσιολογικά μέσα στην τρέχουσα καθημερινότητα, ορισμένα στοιχεία της συμπεριφοράς του διαρρηγνύουν το επικάλυμμα της ρεαλιστικής αλήθειας και οδηγούν τον αναγνώστη σε άλλα επίπεδα, σε άλλες περιοχές του πραγματικού.

Ο λόφος
Ο αρχιτέκτονας Πέτρος Ιωάννου νοικιάζει ένα ωραίο σπίτι, στην προσπάθειά του ν’ απαλύνει όσο γίνεται τη θλίψη της οκτάχρονης κόρης του, που πρόσφατα έχασε την αγαπημένη της μητέρα σε τροχαίο δυστύχημα. Απέναντι από το μπαλκόνι του παιδικού δωματίου υπάρχει ένας χαμηλός λόφος, ασήμαντος, με δυο αμφίβολα δεντράκια στις άκρες του. Η ευαισθησία του μικρού κοριτσιού αρχίζει μια μυστική επικοινωνία με την «ψυχή» του λόφου, που αναπτύσσεται γρήγορα και καταλήγει σε σχέση φιλίας. Ο πατέρας της μικρής παρακολουθεί με προσοχή και διακριτικότητα το περίεργο αυτό γεγονός. Στην αρχή το αποδίδει στις συνηθισμένες φαντασιώσεις της παιδικής ηλικίας. Όταν όμως αυτές συνεχίζονται, προσπαθεί να λύσει το “μυστήριο” και ανακαλύπτει μια περίπλοκη κατάσταση, που θα τους εμπλέξει όλους σε μια τρομερή περιπέτεια.

Αυτός στο πέτρινο σπίτι
Σ’ ένα οροπέδιο μιας απομονωμένης επαρχίας υπάρχει ένα μικρό, λιθόκτιστο κτήριο. Σ’ αυτό έρχεται και κατοικεί ένας μοναχικός άντρας ζώντας σαν ερημίτης. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την από παλιά κακή φήμη της περιοχής, που θεωρείται καταραμένη και δεν την πλησιάζει κανείς, δημιουργεί δεισιδαιμονικές διαδόσεις για τον παράξενο ξένο. Στην πλησιέστερη πόλη μια συντροφιά τεσσάρων αντρών σχολιάζει αυτές τις διαδόσεις και προσπαθεί να υποθέσει τι μπορεί να είναι “αυτός στο πέτρινο σπίτι”, όπως συνηθίζεται να τον λένε. Αιφνίδια, ο ερημίτης έρχεται σ’ επαφή μαζί τους με αποτέλεσμα να προκαλέσει περισσότερο το ενδιαφέρον της συντροφιάς, εξάπτοντας τη φαντασία των τεσσάρων μελών της. Τα γεγονότα, που ακολουθούν με αυξανόμενο ρυθμό, θα κορυφώσουν την ένταση και την αγωνία ως το απροσδόκητο τέλος του μυθιστορήματος.

Προς Λεύκιον
Εις την ποίησιν, Λεύκιε, η μεταφορά
συνιστά το θαυμασιότερον τέχνημα,
που συχνά διαρρηγνύοντας την γλώσσα
την οδηγεί σε βάθη αβυσσαλέα ή σε ύψος
αιθέριον κατά την ιχνηλάτησιν
των Ελικωνιάδων. Μη λησμονείς
ότι η χρήση της, πάντοτε βεβαίως εν μέτρω,
καταρτίζει το αλάνθαστον βαθμολόγιον
της ποιητικής μας ευαισθησίας…

Ένα σύννεφο που το ‘λεγαν Κοσμά
Κάπου ψηλά, πάνω απ’ τις πόλεις των ανθρώπων και τις σκέψεις των παιδιών, γεννιέται ένα άσπρο συννεφάκι, ο μικρός Κοσμάς. Πλάι στη μητέρα του απολαμβάνει το μαγικό ταξίδι στους αιθέρες. Σαν μικρό παιδί μαθαίνει σιγά σιγά τα μυστικά και τους κινδύνους του άγνωστου ουρανού. Όσο μεγαλώνει, ανακαλύπτει τη γνώση και την περιπέτεια. Συναντά τη χαρά του παιχνιδιού αλλά και τη θλίψη του αποχωρισμού. Γνωρίζει τη μελαγχολία της μοναξιάς αλλά και την αξία της φιλίας. Γιατί ο Κοσμάς δεν έχει φίλους στον ουρανό μόνο. Έχει και στη γη, στην πόλη, στο σχολείο. Και η γνωριμία του μ’ ένα μικρό αγόρι είναι κάτι περισσότερο από μια απλή φιλία: είναι μια κρυμμένη ζωγραφιά σ’ ένα τετράδιο ιχνογραφίας. Μια γλυκιά εικόνα πίσω απ’ το τζάμι της τάξης. Μια σιγανή κι αραιή βροχούλα που πέφτει από ψηλά, την ώρα που ο πρωινός ήλιος ανεβαίνει στον καταγάλανο ουρανό.

Βέντα
Ο Φίλιππος, ένας νέος με όλα τα χαρακτηριστικά των ordinary people, ζει μια ήσυχη, «συνηθισμένη» ζωή, δουλεύοντας ως ηλεκτρολόγος δίπλα στον θείο του.
Μόνη γοητευτική ιδιαιτερότητά του το γεγονός ότι, από παιδί ήδη, βλέπει πολλά όνειρα, τα οποία όχι απλώς θυμάται αλλά μπορεί να τα ανασυνθέτει και να συμπληρώνει με τη φαντασία του τα κενά τους.
Κάποια στιγμή, όμως, ο Φίλιππος διαπιστώνει ότι η ζωή του προικίζεται από μια μεταφυσική, τρομακτική ιδιότητα: βυθίζεται στα όνειρά του και ανασύρει από εκεί αντικείμενα: στην αρχή, μία πέτρα άγνωστης μοριακής σύστασης, ύστερα κάποιο περίεργο υλικό, μετά μία πολυθρόνα. Άπαντα περιβάλλονται από ένα μυστηριώδες, πρασινωπό νεφέλωμα και έχουν τη δυνατότητα να επικοινωνούν· μεταξύ τους αλλά και μαζί του.
Σύντομα ο παράξενος αυτός ονειρικός κόσμος θα προσφέρει στον Φίλιππο μία τέταρτη -και τη μεγαλύτερη- έκπληξη: τη Βέντα, ένα πανέμορφο θηλυκό που εισβάλλει, από κάποιο όνειρό του, στο σπίτι του, και κατοικοεδρεύει εκεί, περιβαλλόμενο από την ίδια, πράσινη ομίχλη. Υποτυπώδης οργανισμός, ενστικτώδες ον, νοήμων ύπαρξη, παράγωγο μηχανικής κατασκευής, ή κάτι άλλο πέρα από τη φαντασία και την ψυχική αντίληψη του ανθρώπου;
Ο Φίλιππος αδυνατεί να εξηγήσει λογικά την έλευση και τις ιδιότητές της Βέντας. Την ερωτεύεται, όμως, βαθιά και κάποια στιγμή επιχειρεί να συνευρεθεί μαζί της. Για ν’ ανακαλύψει, έκπληκτος, ότι η Βέντα είναι άφυλη: ένα πλάσμα εν δυνάμει – και μόνο – γυναίκα!
Κάποτε η Βέντα εξαφανίζεται, και ταυτόχρονα από την οικοσκευή του Φίλιππου αρχίζουν να εξαφανίζονται αντικείμενα. Καθώς το σπίτι του μέρα τη μέρα ερημώνει, ο Φίλιππος δεν έχει πια καμιά αμφιβολία: η στιγμή που η Βέντα θα τον ρουφήξει κι αυτόν στον δικό της κόσμο πλησιάζει…

Η νουβέλα
Έκλεινε τα μάτια της και ονειροπολούσε. Τον φιλούσε με δίψα, του παραδινόταν γυμνή οπουδήποτε, χωρίς να νοιάζεται αν ήταν μόνοι τους ή μπροστά στον κόσμο. Μες στην παραφορά της του ψιθύριζε: “Νικόλα σ’ αγαπώ”. Κι αμέσως μετά: “Νικολάι, φίλησέ με κι άλλο, κι άλλο, μη σταματάς”. Ύστερα συνερχόταν για λίγο, και η σκέψη της δούλευε λογικά. Πώς είναι δυνατόν να έχει ερωτευτεί δύο διαφορετικά πρόσωπα κι αυτά να γίνονται ένα; Ή και αντίστροφα: Πώς είναι δυνατόν να είναι ερωτευμένη μ’ έναν άντρα, κι αυτός να παρουσιάζεται στην καρδιά και στο νου της ως δύο άντρες; Κοίταξε το χειρόγραφο.
Μια νουβέλα μπορούμε να τη διαλέξουμε, να τη διαβάσουμε κι, ακόμα ακόμα, να τη “ζήσουμε”· με όλη τη δύναμη της φαντασίας μας. Όμως, πως γίνεται μια νουβέλα να μας διαλέξει, να μας διαβάσει κι, ακόμα ακόμα, να ζήσει τη ζωή μας;
Ο Τάσος Ρούσσος αφήνει τον δαίμονα της γραφής να αναστατώσει τη ζωή μιας νέας γυναίκας μέχρι την… ευτυχία.

Πλουτώνειο
Όταν ο Άγγελος, η Δανάη και ο Δημήτρης ξεκινούν για μια εκδρομή στον αρχαιολογικό χώρο της Eλευσίνας, δεν φαντάζονται τι θα επακολουθήσει. H επίσκεψή τους στο Πλουτώνειο, την θρυλική σπηλιά της μυθολογίας, τους αλλάζει για πάντα την ζωή. Τους φέρνει αντιμέτωπους με το παρελθόν, αλλά και με μια σειρά από ανεξήγητα μυστήρια. Οι περίεργες οξειδώσεις του βράχου, οι μορφές που εμφανίζονται και χάνονται, τα εφιαλτικά τέρατα που κρύβονται στα τοιχώματα, η πέτρα με την μαγική ενέργεια, τους οδηγούν σ’ έναν κόσμο υπερφυσικό, όπου η προαιώνια πάλη του Kαλού με το Kακό λεηλατεί τον ψυχισμό τους και τους περιπλέκει αμετάκλητα σε μιαν ανεξέλεγκτη περιπέτεια.
Το “Πλουτώνειο” είναι μια κατάδυση στον χώρο του φανταστικού και της μυθολογίας, ένα αμφίδρομο ταξίδι από τον ορθολογισμό στην Mεταφυσική, αλλά και η ιστορία ενός ιδιαίτερου ερωτικού τριγώνου, του οποίου τα μέλη απολαμβάνουν μέσα από αλλεπάλληλα εμπόδια την μέθεξη με το άγνωστο και το ανεκπλήρωτο.

Ο τάφος του Διγενή
Τρεις φίλοι, ένας Τούρκος κρυπτοχριστιανός, ένας Έλληνας και ένας Βούλγαρος στο σταυροδρόμι των λαών, στη Μικρά Ασία, ζουν ένα συνταρακτικό γεγονός. Ή έτσι νομίζουν. Φαντασία, μυστικισμός, ιστορία πλεγμένη αξεδιάλυτα με τον μύθο. Και ο Βασίλειος Διγενής Ακρίτας βγαίνει από τον θρύλο και μπαίνει στη ζωή τους. Και την οδηγεί σε ένα δρόμο χωρίς επιστροφή.

Μυθιστορήματα
Ο Οδυσσέας (1996)
Η Αποστολή (1999)
Ο λόφος (2001)
Αυτός στο πέτρινο σπίτι (2003)
Πλουτώνειο (2008)

Νουβέλες
Ο Τελευταίος Της Συντεχνίας (1991)
Αγγελόπετρα (1992)
Ο Καιρός Της Λίζε (1993)
Η Πηγή Του Τσακαλιού (1995)
Βέντα (2006)
Η νουβέλα (2007)
Ο τάφος του Διγενή (2010)

Διηγήματα
Μιχαήλ Και Άλλα Διηγήματα (1989)
Φωτογραφία Με Πολύ Κίτρινο (1990)
Το Δέκατο Τρίτο Τοπίο (1998)

Πεζά
Τα Χειρόγραφα Του Μανουέλ Σαλίνας (1987)

Παιδική και εφηβική λογοτεχνία
Το συρτάρι του δράκου (2004)
Ένα σύννεφο που το ‘λεγαν Κοσμά (2005)

Ποιητικές συλλογές
Ο Πρώτος Πηλός (1957)
H Μεταμόρφωση του Καιρού (1962)
Οι Νεκροί (1965)
Πρόσωπο στο Νερό (1972)
Ο Ξεναγός και η Νύχτα (1981)
Προς την οροφή (1990)
Το πλοίο – φάντασμα (1995)
Το κυνήγι της αλεπούς (1988)
Προς Λεύκιον (2005)

Συλλογικά έργα
Παιδιά του κόσμου (2005)

Μεταφράσεις
Gaius Plinius Secundus, Περί της αρχαίας ελληνικής ζωγραφικής (1978)
Titus Maccius Plautus, Αμφιτρύωνας (1978)
Publius Τerentius Afer, Το κορίτσι από την Άνδρο (1982)
Isaac Asimov, Τα ρομπότ της αυγής (1985)
John Webster, Η δούκισσα του Μάλφι (1987)
Howard Phillips Lovecraft, Η ονειρική αναζήτηση της άγνωστης Κάνταθ (1988)
Abraham Merritt, Η σκιά που ψιθύριζε (1989)
Ευριπίδη, Σοφοκλή, Αισχύλο, Αριστοφάνη, Μένανδρο, Πίνδαρο, Ρουφίνο, Σενέκα, Λουκιανό

Πηγές πληροφοριών: EKEBI, BIBLIONET, Εκδόσεις Καστανιώτη, Εκδόσεις Ηλέκτρα

134 views.