Βασίλης Αλεξάκης

Ελληνες λογοτέχνες
Ο Βασίλης Αλεξάκης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1943.
Σπούδασε στην ανωτάτη Δημοσιογραφική Σχολή της Λιλ. Εγκατεστημένος στη Γαλλία από το 1969, υπήρξε επί σειρά ετών συνεργάτης της εφημερίδας Le Monde και έγραψε τα πρώτα του βιβλία στα γαλλικά. Εκεί δούλεψε ως δημοσιογράφος, κριτικός βιβλίου και χρονογράφος. Έτσι εξοικειώθηκε με τη γαλλική γλώσσα στην οποία έγραψε τα πρώτα του μυθιστορήματα. Ο Βασίλης Αλεξάκης έχει ασχοληθεί επίσης με το χιουμοριστικό σκίτσο και με τον κινηματογράφο. Έχει δημοσιεύσει τις συλλογές “Mon amour”, στην Ιταλία (“Citta armoniosa”, 1978), “Γδύσου” (Αθήνα, Εξάντας, 1982) καθώς και έξι ιστορίες με εικόνες, υπό τον γενικό τίτλο “Η σκιά του Λεωνίδα” (Αθήνα, Εξάντας, 1984) που έχουν κυκλοφορήσει και στα γερμανικά (“Leonidas’ Schatten”, Romiosini, μετάφραση του Klaus Eckhardt, 1986). Έχει σκηνοθετήσει την ταινία μικρού μήκους “Είμαι κουρασμένος”, βραβείο φεστιβάλ Τουρ και Γαλλικού Κέντρου Κινηματογράφου (1982), τις τηλεταινίες “Ο Νέστως Χαρμίδης περνά στην επίθεση” (1984) και “Το τραπέζι” (1989) και τη μεγάλου μήκους ταινία του “Αθηναίοι”, η οποία απέσπασε το Α΄ βραβείο διεθνούς φεστιβάλ ταινιών χιούμορ του Charmousse (1991). Επίσης έχει ασχοληθεί με το θέατρο (“Εγώ δεν…”, “Μη με λες Φωφώ”). Ως πεζογράφος έχει τιμηθεί στη Γαλλία με τα βραβεία Αλμπέρ Καμύ, Αλεξάντρ Βαιλάτ, Σαρλ Εσμπραγιά, Medicis (το 1995, για το βιβλίο του “Η μητρική γλώσσα”), καθώς και με το Βραβείο Μυθιστορήματος της Γαλλικής Ακαδημίας (το 2007, για το βιβλίο του “μ.Χ.”). Έργα του έχουν εκδοθεί, εκτός από τη Γαλλία, όπου κυκλοφορούν ταυχόχρονα σχεδόν με την Ελλάδα, στη Γερμανία, την Ισπανία, την Αρμενία, την Ιταλία, τη Ρωσία, την Τουρκία, την Αργεντική, τις ΗΠΑ και το Ισραήλ.

Τάλγκο – Βασίλης Αλεξάκης

Το “Τάλγκο” είναι το πρώτο μυθιστόρημα του Βασίλη Αλεξάκη γραμμένο απευθείας στα ελληνικά. Κυκλοφόρησε πρώτη φορά τον Ιανουάριο του 1982. Έναν χρόνο αργότερα, δημοσιεύθηκε και στα γαλλικά, μεταφρασμένο από τον συγγραφέα. Βραβεύθηκε από τη Γαλλική Ακαδημία. Μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο από τον Γιώργο Τσεμπερόπουλο, με τίτλο “Ξαφνικός έρωτας” και πρωταγωνιστές την Μπέτυ Λιβανού και τον Αντώνη Θεοδωρακόπουλο. Έχει ξεπεράσει σε πωλήσεις τα 200.000 αντίτυπα.
Έκλεισα πίσω μου την πόρτα του διαμερίσματος, ακούμπησα το πακέτο στο τραπέζι, το κοίταξα κάμποση ώρα. Μετά βάλθηκα να λύσω τον σπάγκο, δεν τα κατάφερα, τον έκοψα μ’ ένα ψαλίδι. Μέσα στο πακέτο βρήκα ένα γυάλινο μπουκαλάκι, σαν αυτά του φαρμακείου, μ’ ένα διαφανές υγρό. Επάνω στο μπουκαλάκι είχες γράψει με σινική μελάνι: ΠΑΡΙΣΙΝΗ ΒΡΟΧΗ. Βρήκα κι αυτό το σημείωμα: Τη μάζεψα με μια κατσαρόλα, απ’ το παράθυρο. Το μανίκι μου έγινε μούσκεμα. Γρηγόρης.
Κι όταν θα πάψω να είμαι ερωτευμένη μαζί σου, Γρηγόρη, να ξέρεις ότι θα σ’ ευγνωμονώ που μου έκανες αυτό το δώρο. Μ’ ανέβασες στα ίδια μου τα μάτια, μ’ έκανες να αισθάνομαι θεά. Όταν γεράσω και με ρωτούν τι σημαντικό συνέβη στη ζωή μου, αυτό μόνο θα λέω: “Μου έκαναν κάποτε δώρο λίγη βροχή”.

Το κεφάλι της γάτας – Βασίλης Αλεξάκης

“Το Κεφάλι της Γάτας” είναι ένα είδος ταξικού γουέστερν που διαδραματίζεται στο Παρίσι στη δεκαετία του `70. Φέρνει αντιμέτωπα δύο άτομα, έναν υπάλληλο φαρμακευτικής εταιρείας, γιο ενός χωροφύλακα και μιας καθαρίστριας, και τον γόνο μιας μεγαλοαστικής οικογένειας ο οποίος παρεμπιπτόντως συγγράφει περιπετειώδη λαϊκά αναγνώσματα. Όπως σ’ όλα τα έργα του Αλεξάκη, υπάρχει ακόμη εδώ ένα στοιχείο αυτοσαρκασμού της μυθιστορηματικής γραφής.
Ενώ λοιπόν ο δεύτερος, ο Ζαν-Λουί, γράφει παραμύθια, ο πρώτος, ο Πολ, αποφασίζει να συνθέσει μια αληθινή ιστορία που θα του επιτρέψει να διοχετεύσει το ταξικό μίσος που τον κατατρύχει από τα παιδικά του χρόνια, βάζοντας τέλος στον ανέμελο βίο του συγγραφέα. Έχει την άποψη ότι “κυκλοφορούν πολλά αστυνομικά μυθιστορήματα, αλλά ότι δεν γίνονται αρκετοί φόνοι”.
Ασφαλώς επηρεασμένος από την αντικαπιταλιστική ιδεολογία της εποχής του, ο Πολ δεν ανήκει ωστόσο σε καμία ομάδα. Αυθαίρετα επινοεί, σαν ένας καλός μυθιστοριογράφος, το τελετουργικό της εκδίκησής του, που ξεκινά από τη σφαγή μιας γάτας και την αποστολή στον συγγραφέα μέσα σε ένα πακετάκι, του κομμένου κεφαλιού της. Οι μηχανορραφίες του Πολ τον απομονώνουν σταδιακά από τους γύρω του, όπως απομονώνουν και τον Ζαν-Λουΐ οι απειλές που δέχεται. Όταν επιτέλους βρεθούν αντιμέτωποι πρόσωπο με πρόσωπο οι δύο ήρωες θα έχουν τουλάχιστον αυτό το κοινό: θα είναι και οι δύο τελείως μόνοι.

Οι ξένες λέξεις – Βασίλης Αλεξάκης

“”Οι ξένες λέξεις” διηγούνται καταπληκτικές ιστορίες. Περνάς πολύ καλά μαζί τους. Πρέπει να είχα λίγο κουραστεί ακούγοντας πάντα τις ίδιες ελληνικές ή γαλλικές λέξεις. Αισθάνθηκα την ανάγκη να μάθω κάτι καινούργιο. Μελέτησα το λεξικό των σάνγκο με τον ίδιο ενθουσιασμό που διάβαζα μικρός τις περιπέτειες του Ταρζάν. Το πιο πρωτότυπο βιβλίο που κυκλοφόρησε φέτος στη Γαλλία.”
(Bernard Pivot, TV5).
“Οι ξένες λέξεις” σού ανοίγουν ένα δρόμο, σε βοηθούν να ζήσεις, όπως όλα τα μεγάλα μυθιστορήματα.
(Marie-Francoise Leclere, “Le Point”).
Το εκπληκτικό ταξίδι ενός σύγχρονου Οδυσσέα που ταξιδεύει πάνω στη σχεδία των λέξεων.
(Michele Gazier, “Telerama”)

Θα σε ξεχνάω κάθε μέρα – Βασίλης Αλεξάκης

Το “Θα σε ξεχνάω κάθε μέρα” κυκλοφόρησε το 2005. Είχε προηγηθεί η γαλλική έκδοση, η οποία ήταν υποψήφια για το βραβείο Γκονκούρ.
Το μυθιστόρημά μου που είχε τη μεγαλύτερη απήχηση το οφείλω κατά κάποιον τρόπο σ’ εσένα. Είναι ένα ταξίδι διαμέσου της ελληνικής γλώσσας, όπου χρησιμοποιώ σαν πυξίδα το μυστηριώδες γράμμα Έψιλον που κρεμόταν πάνω από την είσοδο του ναού των Δελφών. Η περιπλάνηση καταλήγει στο αλφαβητάρι που χρησιμοποιούσες για να με μάθεις να διαβάζω όταν ήμουν τριών χρονών. Κέρδισε ένα όχι ευκαταφρόνητο βραβείο στη Γαλλία. Ήμουν στην Αθήνα όταν έμαθα το νέο και έφυγα αμέσως για το Παρίσι. Ενώ πλησιάζαμε στο Ορλί, κοίταξα από το παράθυρο τη σκιά του αεροπλάνου που διέσχιζε τα χωράφια. Έκανα τη σκέψη ότι είχα ζήσει όλα αυτά τα χρόνια μακριά απ’ τη σκιά μου. Πήγα άρον άρον στο ξενοδοχείο όπου θα γινόταν η απονομή και όπου με περίμενε ο εκδότης μου. Λυπάμαι που δεν συναντηθήκατε ποτέ.
– Θα προτιμούσα να είχατε γνωριστεί, του ομολόγησα κάποτε.
– Μα την ξέρω από τα βιβλία σου! μου απάντησε.

Τα κορίτσια του Σίτυ Μπουμ-Μπουμ – Βασίλης Αλεξάκης

” Να σας πω το πρόβλημά μου; Δεν γαμάω αρκετά! Σχεδόν καθόλου! Ονειρεύομαι να κάνω έρωτα μ΄ ένα σωρό γυναίκες: με τη γειτόνισσα του επάνω ορόφου και με τη φίλη της, που είναι και οι δύο παντρεμένες, με τη γυναίκα του αρχισυντάκτη μου, μια μελαχρινή με γαμψή μύτη (έχω την εντύπωση ότι αρέσω περισσότερο στις γυναίκες που έχουν γαμψή μύτη), με τη σερβιτόρα ενός μπαρ, που βρίσκεται κοντά σ΄ έναν παλιό εκδοτικό οίκο, με τη μαρκησία των αγγέλων, με τη Νίκη της Σαμοθράκης, με την εκφωνήτρια του αεροδρομίου του Ορλύ, με τη θαμμένη ζωντανή, με την κυρία Ρενό, με τη δεσποινίδα Χέννινγκερ, με τα κορίτσια του Σίτυ Μπουμ-Μπουμ…”

Μήπως πρέπει να κλείνουμε τα σιντριβάνια όταν βρέχει; – Βασίλης Αλεξάκης

Πού πάμε; Ποιο είναι το πρόβλημα σας; Τι τα έκανες τα λεφτά; Με φωνάξατε; Σε αυτά και σε άλλα ουσιαστικά ερωτήματα απαντά ο συγγραφέας Βασίλης Αλεξάκης, με σκίτσα χωρίς λόγια, αλλά και με λόγια χωρίς σκίτσα, στο καινούριο του βιβλίο “Μήπως πρέπει να κλείνουμε τα σιντριβάνια όταν βρέχει;”
Μια αναδρομή στο παρελθόν για το συγγραφέα, ο οποίος πριν ασχοληθεί με τη δημοσιογραφία υπήρξε σκιτσογράφος και συνεργάστηκε με διάφορα έντυπα στο Παρίσι αλλά και την Ελλάδα.

μ.Χ. – Βασίλης Αλεξάκης

“Δεν αμφισβητώ ότι οι πατέρες της Εκκλησίας δανείστηκαν κάποια ρητορικά σχήματα από τους αρχαίους συγγραφείς, απάντησε ο Βεζιρτζής. Υπήρξαν ωστόσο θανάσιμοι εχθροί της κλασικής παιδείας και του πολιτισμού των αρχαίων… Ο διασυρμός του ελληνισμού από την Εκκλησία υπήρξε τόσο συστηματικός ώστε οι Έλληνες αναγκάστηκαν ν’ αλλάξουν όνομα, να μετονομαστούν σε Ρωμαίους, Ρωμιούς ή Γραικούς. Σε ορισμένες τοιχογραφίες του Αγίου Όρους απεικονίζονται μαζί με τους αγίους και τους αγγέλους διάφοροι φιλόσοφοι, ο Αριστοτέλης, ο Πλάτων, ο Σωκράτης, ο Πυθαγόρας. Όλοι φορούν στέμμα, έχουν μακριές γενειάδες και είναι ντυμένοι σαν Βυζαντινοί πρίγκιπες. Βαστούν ο καθένας τους έναν πάπυρο όπου είναι γραμμένη μια πλασματική φράση, που διακηρύσσει, για παράδειγμα, την τρισυπόστατη φύση του Θεού. Είναι γνωστό ότι η Εκκλησία επιδίωξε να προσεταιριστεί τους αρχαίους σοφούς, αυτούς τουλάχιστον που δεν κατάφερε να θάψει, παραποιώντας τη σκέψη τους. Αυτό άλλωστε δεν διδάσκονται οι μαθητές της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, ότι η αρχαιότητα παρέδωσε τη σκυτάλη του πολιτισμού στο Βυζάντιο; Ο χριστιανισμός, αγαπητέ μου φίλε, δεν συνεχίζει την αρχαιότητα, απλά την ακολουθεί όπως η νύχτα ακολουθεί τη μέρα. Η θεολογία αναιρεί τη φιλοσοφία. Η πρώτη απαντά σε όλα, ενώ η δεύτερη ξέρει κυρίως να ρωτά.”
Τι άραγε θα θυμάμαι μετά από μερικά χρόνια από το βιβλίο αυτό; Ότι κέρδισε το Βραβείο Μυθιστορήματος της Γαλλικής Ακαδημίας το 2007; Αλλά αυτό δεν αποτελεί μέρος του βιβλίου. Ίσως θυμάμαι τη Ναυσικά, την ευγενέστατη αυτή γυναίκα που έχασε προ ετών το φως της και που αναθέτει στον νεαρό συγκάτοικό της να μάθει τα πάντα για το Άγιο Όρος. Είναι πιθανό να επιζήσουν και άλλα πρόσωπα του μυθιστορήματος: ο μοναχός που χαιρετά τα αεροπλάνα σείοντας μια βυζαντινή σημαία, ο Γάλλος ερημίτης που ονειρεύεται να επιστρέψει στη Νορμανδία, στο σπίτι όπου ο αβάς Πρεβό έγραψε τη “Μανόν Λεσκό”, ο καθηγητής Βεζιρτζής που ισχυρίζεται ότι το Βυζάντιο δεν συνεχίζει την αρχαιότητα αλλά την ακολουθεί όπως η νύχτα την ημέρα, ο Δημήτρης ίσως, ο χαμένος αδελφός της Ναυσικάς που επανεμφανίζεται στο τέλος της ιστορίας και τραγουδάει ένα νησιώτικο τραγούδι.
Θα θυμάμαι σίγουρα ότι το Βυζάντιο επέβαλε με άκρα βιαιότητα το χριστιανισμό, ότι οι μοναχοί και οι κληρικοί έσφαξαν πλήθη κόσμου, ότι ο μονοθεϊσμός εισήγαγε τον θρησκευτικό φανατισμό που ήταν άγνωστος στην Αρχαία Ελλάδα και στη Ρώμη. Θεωρώ ελάχιστα πιθανό να ξεχάσω ότι ο Ιουστινιανός έκλεισε τη φιλοσοφική σχολή της Αθήνας και ότι ακολούθησαν για τη χώρα μας δεκατρείς αιώνες πνευματικής νάρκης.
Ίσως ξεχάσω τον αφηγητή του έργου, το συγκάτοικο της Ναυσικάς, που αναλαμβάνει βαρυγκομώντας την έρευνα για τον Άθω, δεδομένου ότι ασχολείται μόνο με την αρχαία ιστορία και την προσωκρατική φιλοσοφία. Το ενδιαφέρον του όμως μεγαλώνει όταν ανακαλύπτει ότι η Ελλάδα είναι δύο χώρες που δεν έχουν σχεδόν τίποτε κοινό μεταξύ τους, και ακόμη περισσότερο όταν μαθαίνει ότι υπήρχαν πέντε πόλεις στη χερσόνησο του Άθω, τις οποίες γκρέμισαν ολοσχερώς οι μοναχοί για να χτίσουν τα γιγαντιαία μοναστήρια τους. Θα πάει στο Όρος όχι μόνο με την ελπίδα να βρει εκεί τον Δημήτρη, αλλά και να εντοπίσει κατάλοιπα του αρχαίου πολιτισμού. Θα ανακαλύψει έτσι ένα άγαλμα, θαμμένο μέσα σε μια κάβα κρασιών. Θα ανακαλύψει επίσης τον αμύθητο πλούτο των μοναστηριών, τον καιροσκοπισμό των ηγουμένων, που είναι πρόθυμοι να συνεργαστούν με κάθε αρχή, μηδέ της χιτλερικής εξαιρουμένης, προκειμένου να διατηρήσουν τα εξωφρενικά οικονομικά τους προνόμια, το μίσος που εξακολουθεί να τους διακατέχει απέναντι στην Αρχαία Ελλάδα και το γυναικείο φύλο. Θα διαπιστώσει ακόμη ότι κυκλοφορούν αναρίθμητα φαντάσματα γυναικών στο Άγιο Όρος. Το μυθιστόρημα έχει και μια αστυνομική διάσταση, αλλά αυτήν είναι πολύ πιθανό να την ξεχάσω.
Βασίλης Αλεξάκης

Η πρώτη λέξη – Βασίλης Αλεξάκης

Ο Μιλτιάδης, καθηγητής της συγκριτικής φιλολογίας στο-Παρίσι, θα ήθελε πολύ να μάθει, πριν το θάνατο του, ποια ήταν η πρώτη λέξη που ξεστόμισε ο άνθρωπος. “Έτσι θα φύγω πιο ήσυχος”, λέει. Δυστυχώς πεθαίνει πριν προλάβει να την ανακαλύψει. Την ημέρα της κηδείας του η αδελφή του τού υπόσχεται να λύσει το αίνιγμα για λογαριασμό του. Θα συναντήσει επιστήμονες κάθε λογής, που θα της μιλήσουν για τον ανθρώπινο εγκέφαλο, τη γλώσσα των βρεφών, τους χιμπατζήδες και τους Ηοmo sapiens, τον Δαρβίνο και τους δημιουργιστές, τον Φρόιντ και το πείραμα του φαραώ Ψαμμήτιχου. Επίσης, θα διασταυρωθεί με μια σειρά χαρακτήρες, οι οποίοι, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, θα φωτίσουν κάποια πτυχή του μυστηρίου της ανθρώπινης επικοινωνίας, χαρίζοντας στην ίδια πλήθος νέες γνώσεις και εμπειρίες.
Θα προχωρήσει την έρευνα της μέχρι το τέλος, γιατί αυτή η υπόσχεση είναι από αυτές που δεν μπορεί να μην κρατήσει κανείς. Ξέρει καλά ότι ο αδελφός της περιμένει μια απάντηση. Θα τα καταφέρει άραγε να του τη δώσει;

Ο μικρός Έλληνας – Βασίλης Αλεξάκης

Κάπνιζαν άραγε οι ήρωες των μυθιστορημάτων που διάβαζα μικρός;
Είμαι σχεδόν βέβαιος ότι ούτε ο κόμης Μοντεχρίστος, ούτε ο Ταρζάν, ούτε ο Γιώργος Θαλάσσης, το θρυλικό Ελληνόπουλο που μάχεται στην Αθήνα κατά των ναζιστικών δυνάμεων κατοχής, δεν καπνίζουν. Για τον Λονγκ Τζον Σίλβερ είμαι λιγότερο σίγουρος. Λες να με μύησε στο κάπνισμα το θλιβερό αυτό άτομο; Τα μυθιστορηματικά πρόσωπα δεν έπαιζαν λιγότερο σημαντικό ρόλο στη ζωή μου από τα μέλη της οικογενείας μου.
Είναι γεγονός ότι εξακολουθώ να καπνίζω, αν και μου το απαγόρευσε ο γιατρός που με χειρούργησε. Ίσως ο μόνος τρόπος να απαλλαγώ από αυτή τη συνήθεια είναι ν’ αποκτήσω έναν παπαγάλο σαν αυτόν του Λονγκ Τζον Σίλβερ, ο οποίος, καθισμένος στον ώμο μου, θα μου επαναλαμβάνει ασταμάτητα:
– Σβήσε την πίπα σου! Σβήσε την πίπα σου!
Ο Σούπερμαν ασφαλώς δεν καπνίζει. Αν άρχιζε το τσιγάρο, είμαι βέβαιος ότι θα έχανε την ικανότητα να πετά.

Το κλαρινέτο – Βασίλης Αλεξάκης

Ο συγγραφέας ταξιδεύει από το Παρίσι -όπου αντιμετωπίζει τη μοιραία ασθένεια του φίλου και εκδότη του- στην Ελλάδα της κρίσης – όπου γνωρίζεται με ανθρώπους τσακισμένους από την οικονομική ανέχεια.
Ανάμεσα στη ζεστασιά των ημερών και τη θλίψη της απουσίας· ανάμεσα στο Παρίσι και την Αθήνα· ανάμεσα στη μητρική γλώσσα και τη γραφή ξεφυτρώνει αναπάντεχα το ερώτημα: Γιατί ξεχνάμε;
– Υπάρχει άραγε κάτι που δεν διαγράφεται ποτέ από τη μνήμη μας; σε ρώτησα.
Δεν χρειάστηκε να σκεφτείς πολύ.
– Η θάλασσα, είπες. Μπορεί κανείς να ξεχάσει τα βουνά, τις κοιλάδες, τα δάση, τα ποτάμια, ακόμη και τους καταρράκτες παρά τον θόρυβο που κάνουν, όχι όμως τη θάλασσα. Περικλείει όλα τα μυστήρια και ξέρει όλα τα παιχνίδια, είναι παμπάλαιη κι απίστευτα νέα. Κανένα άλλο τοπίο δεν μοιάζει τόσο με τη ζωή, να γιατί δεν μπορούμε να την ξεχάσουμε, επειδή θυμάται την παιδική ηλικία του κόσμου. Πρέπει να τη σεβόμαστε όσο και τη ζωή, και να την ατενίζουμε όρθιοι. Με κάνουν έξαλλο οι παραθεριστές που ξαπλώνουν στην άμμο, θέλω να τους πλακώσω στις κλοτσιές για να τους αναγκάσω να σηκωθούν, οφείλουμε όλοι να στεκόμαστε όρθιοι στις ακρογιαλιές.

Τηρουμένων των αναλογιών – Βασίλης Αλεξάκης

Σεμινάριο δημιουργικής γραφής


Αν σου ζητούσα να γράψεις ένα σύντομο κείμενο πάνω σε όποιο θέμα θέλεις, αφήνοντάς σου απεριόριστο χρόνο, μαντεύεις τι θα συνέβαινε: δεν θα έγραφες τίποτε. Αν όμως είχα τη δυνατότητα να σε πιέσω να συνθέσεις μία ιστορία χρησιμοποιώντας αναγκαστικά δέκα λέξεις διαλεγμένες στην τύχη από το λεξικό του Σκαρλάτου Βυζαντίου, έκδοσης του 1851 … είμαι βέβαιος ότι κάτι θα μου παρέδιδες.
Οι περιορισμοί διευκολύνουν παραδόξως τη γραφή, σε υποχρεώνουν να ξεκινήσεις πριν προλάβεις να σκεφτείς, με αποτέλεσμα να λες πολλές φορές πράγματα που ούτε εσύ δε περίμενες ν’ ακούσεις.
Σου ανοίγουν πόρτες, των οποίων δεν υποψιαζόσουν την ύπαρξη, σαν αυτές που βρίσκονται στις ταινίες τρόμου πίσω από μεγάλες βιβλιοθήκες. Σου επιτρέπουν να λησμονήσεις τους μεγάλους συγγραφείς που διδάχτηκες στο σχολείο ή που διάβασες για το κέφι σου, σε παραδίδουν κατά κάποιον τρόπο στον εαυτό σου. …
Στον τόμο αυτό δημοσιεύονται όλα τα κείμενα του πρώτου σεμιναρίου δημιουργικής γραφής που έκανα στην Αθήνα, τον Ιανουάριο του 2013 … . Οφείλω να διευκρινίσω αμέσως ότι δεν δίδαξα απολύτως τίποτε: δεν πιστεύω ότι διδάσκεται η λογοτεχνία, μόνο γράφοντας μαθαίνει κανείς να γράφει. Υπενθύμισα στα μέλη αυτής της πρώτης ομάδας ότι η λευκή κόλλα τούς προσφέρει απεριόριστη ελευθερία και τους ζήτησα να κάνουν χρήση της ελευθερίας αυτής, δηλαδή της φαντασίας τους … . Ο ρόλος μου ήταν να βρίσκω τα θέματα και να παρακολουθώ την ώρα.
Όμως γρήγορα με παρέσυρε κι εμένα το ρεύμα και στρώθηκα κι εγώ στο γράψιμο, γιατί δεν ξέρω καλύτερο τρόπο να περνά κανείς την ώρα του. Στο τέλος του χρόνου διαβάζαμε όλοι τα κείμενά μας, τα σχολιάζαμε, βγαίναμε έξω να καπνίσουμε, και ξεκινούσαμε μια άλλη άσκηση. Δουλεύαμε νύχτα, οκτώ με έντεκα, σαν διαρρήκτες. Έκανα μάλιστα τη σκέψη ότι η δημιουργική γραφή είναι ακριβώς αυτό, μια επιδρομή στον χώρο της λογοτεχνίας, από την πόρτα υπηρεσίας.
Βασίλης Αλεξάκης

Γραφή-Μέθοδοι, Πλέθρον, Κέντρο Ελέγχου Τηλεοράσεων, 2017, 230 σελ.

Πριν – Βασίλης Αλεξάκης




Γιατί τιτλοφόρησα αυτό το κείµενο Πριν; Κανονικά θα έπρεπε να το ονοµάσω Μετά. Αλλά συµβαίνουν λίγα πράγµατα εδώ. Πού και πού ακούγεται το µετρό που περνάει: είναι η κυριότερη ψυχαγωγία µας. Το ακούµε πολύ αµυδρά. Σε ποια απόσταση περνάει; Στα εκατόν πενήντα µέτρα; Στα πεντακόσια µέτρα; Πόσος καιρός θα µας χρειαστεί για ν’ ανοίξουµε µια στοά τέτοιου µήκους; Το συζητάµε συχνά αυτό το θέµα. ?ιακρίνουµε τη µέρα από τη νύχτα χάρη στον ήχο του µετρό. Όταν δεν το ακούµε για µεγάλο διάστηµα, υποθέτουµε ότι είναι νύχτα ή ότι οι οδηγοί κάνουν απεργία. Ακούµε επίσης το άνοιγµα και το κλείσιµο της καγκελόπορτας του νεκροταφείου.

Στην κόλαση του Αλεξάκη ανθούν ολοζώντανες αναμνήσεις, εκτυλίσσονται επεισόδια συχνά κωμικά και τόσο αληθινά ώστε ο συγγραφέας καταφέρνει να ξεχάσει πότε πότε αυτό που κυρίως τον βασανίζει, την αρρώστια και τον θάνατο της μητέρας του. Μια από τις καταπληκτικές ιδέες του, που προκαλεί το γέλιο, είναι αυτή η απίστευτη πασιέντζα που ρίχνει στο σκοτάδι, χωρίς τράπουλα, με βοηθό τη μνήμη του.
Le Monde

Βραβείο Prix Albert Camus (1993)
Mετάφραση: Καρίνα Λάμψα

Μυθιστόρημα, Μεταίχμιο, 2017, 252 σελ.

Η μητρική γλώσσα – Βασίλης Αλεξάκης




“Τότε πήγα στο σαλόνι και άνοιξα τον τουριστικό οδηγό. Διάβασα ότι στην είσοδο του ναού του Απόλλωνα που στέγαζε την Πυθία ήταν χαραγμένα γνωμικά των επτά σοφών, το “γνώθι σαυτόν”, “το μηδέν άγαν”, κι ότι ανάμεσά τους υπήρχε ένα γράμμα μόνο του, ξεκάρφωτο, το κεφαλαίο Ε, που το νόημά του παραμένει άγνωστο. Έχει εμπνεύσει πολλές εικασίες, έλεγε ακόμη το κείμενο, αλλά καμία δεν κρίνεται πειστική. Η ανακάλυψη αυτή με χαροποίησε, κι ίσως επειδή αισθανόμουν ότι την όφειλα στον υδραυλικό, έπαψα να του γκρινιάζω και δεν διαμαρτυρήθηκα όταν έσπασε σε μια αδέξια κίνηση τα δύο ποτήρια που στέγνωναν στον νεροχύτη. Το αίνιγμα του Ε μου έφερε στον νου τα προβλήματα που θέτουν τα σταυρόλεξα. “Είναι οπωσδήποτε ένα πολύ δύσκολο πρόβλημα, αφού δεν είναι δεδομένος ούτε ο ορισμός της λέξης, ούτε ο αριθμός των γραμμάτων που την αποτελούν”.

– Βρες μου μια λέξη που ν’ αρχίζει από έψιλον, είπα στη Βαγγελιώ όταν επέστρεψε, κατά τη μία το πρωί.
– Εντελώς, είπε.”

Ένα μυθιστόρημα με ηρωίδα την ίδια τη γλώσσα, ένα ταξίδι μαθητείας για τον έρωτα, την πατρίδα και τον θάνατο, μια στοχαστική περιδιάβαση στην ιστορία και στον πολιτισμό.

Μυθιστόρημα, Μεταίχμιο, 2017, 432 σελ.

Γιατί κλαις; – Βασίλης Αλεξάκης




“Γιατί κλαις; Τι σ’ έπιασε; Δε σε πήγα βόλτα όπως μου ζήτησες; Δε σου πήρα τη σοκολάτα που ήθελες; Κι αντί να είσαι ευχαριστημένος, εσύ κλαις! Θα με τρελάνει αυτό το παιδί”.

Ένα βιβλίο για ώριμα παιδιά και ανώριμους γονείς.

Eικονογράφηση: Νικόλας Ανδρικόπουλος

Παιδική λογοτεχνία, Μεταίχμιο, 2018, 26 σελ.

Μυθιστορήματα
Τάλγκο (1982)
Ελεγχος ταυτότητας (1986), Εξάντας
Το κεφάλι της γάτας (1988), Εξάντας
Τάλγκο (1993), Εξάντας
Πριν (1994), Εξάντας
Η μητρική γλώσσα (1995), Εξάντας
Η καρδιά της Μαργαρίτας (1999), Εξάντας
Το μυστικό του κίτρινου τάπητα (2000), Ελληνικά Γράμματα
Οι ξένες λέξεις (2003), Εξάντας
Θα σε ξεχνάω κάθε μέρα (2005), Εξάντας
Το κεφάλι της γάτας (2006), Μίνωας
Τα κορίτσια του Σίτυ Μπουμ-Μπουμ (2007), Μίνωας
μ.Χ (2007), Εξάντας
Η πρώτη λέξη (2011), Εξάντας
Ο μικρός Ελληνας (2013), Εξάντας
Το κλαρινέτο (2016), Μεταίχμιο
Τάλγκο (2016), Μεταίχμιο
Θα σε ξεχνάω κάθε μέρα (2016), Μεταίχμιο
Πριν (2017), Μεταίχμιο
Η μητρική γλώσσα (2017), Μεταίχμιο

Διηγήματα-Αφηγήσεις
Η σκιά του Λεωνίδα (1984), Εξάντας
Παρίσι – Αθήνα  (1993), Εξάντας
Ο μπαμπάς (1997), Εξάντας

Θεατρικά έργα
Εγώ δεν (2004), Εξάντας
Μη με λες Φωφώ (2008), Εξάντας

Παιδική λογοτεχνία
Γιατί κλαις; (2018), Μεταίχμιο

Γελιογραφίες- Εικονογραφημένα
Μήπως πρέπει να κλείνουμε τα σιντριβάνια όταν βρέχει; (2007), Μίνωας
Μήπως πρέπει να κλείνουμε τα σιντριβάνια όταν βρέχει; (2011), Μίνωας

Δοκίμια-Μελέτες
Τηρουμένων των αναλογιών (2017), Πλέθρον

Συλλογικά έργα
Η τελευταία νύχτα του αιώνα (1999), Εξάντας
Greeks Around The World (2004), Κέντρο Γραμμάτων και Τεχνών “Άποψη”
Γιώργος Πανουσόπουλος (2005), Αιγόκερως
Ιστορίες καπνού (2006), Μίνωας
Μάης ’68: στην Ελλάδα, στη Γαλλία, στον κόσμο (2008), Modern Times
Οι άνθρωποί μου (2010), Ποταμός
Συνταγές μέσα από τη λογοτεχνία (2013), Alter – Ego ΜΜΕ Α.Ε.
Αφιέρωμα στην “Κενή διαθήκη” του Πάρι Τακόπουλου (2015), Καλλιγράφος

Βραβεία
Βραβείο Medicis το 1995 για το έργο του “Η μητρική γλώσσα”
Βραβείο Albert Camus για το έργο του “Πριν” (“Avant”)
Βραβείο Edouard Glissant
Βραβείο Γαλλικής Ακαδημίας για το έργο του “Ο μπαμπάς” (“Papa”)
Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος το 2004 για το έργο του “Οι ξένες λέξεις”
Βραβείο Grand Prix du Roman de l’Academie Francaise το 2007 για το έργο του “μ.Χ.”

Πηγές: BIBLIONET, Μεταίχμιο, Εξάντας, Μίνωας, Ελληνικά Γράμματα

93 views.