Γεώργιος Βιζυηνός (1849-1896)


O Γεώργιος Βιζυηνός γεννήθηκε στο χωριό Βιζύη ή Βιζώ της Θράκης το 1849. Το πραγματικό του όνομα ήταν Γεώργιος Σύρμας. Ποιητής, πεζογράφος και λόγιος. Τραγική φυσιογνωμία, γεννήθηκε σε μια πολύ φτωχή οικογένεια, που την χτύπησε ο θάνατος. Εμαθε τα πρώτα γράμματα στο χωριό του με πολλές διακοπές.

Σε ηλικία 10 ετών άρχισε η περιπέτεια της ζωής του: μαθητευόμενος ράφτης στην Πόλη, ύστερα προστατευόμενος ενός πλούσιου έμπορου στην Κύπρο, 19-20 ετών καλογεροπαίδι, προστατευόμενος του αρχιεπισκόπου Κύπρου Σωφρονίου Β, 23 ετών ιεροσπουδαστής στη Χάλκη (όπου το 1873 δημοσίευσε την πρώτη του ποιητική συλλογή, με τίτλο Ποιητικά πρωτόλεια). Το 1874 έρχεται για λίγο στην Αθήνα όπου και θριαμβεύει, βραβευόμενος σε δυο διαγωνισμούς, έναν ποιητικό, με τη συλλογή του «<Βοσπορίδες αύρες» και ένα θεατρικό, με το έργο του «Κόδρος». Kατόπιν το (1875-78) σπουδαστής φιλολογίας και φιλοσοφίας στη Γερμανία (με υποτροφία του ζάπλουτου Γεωργίου Ζαρίφη). Εκεί σπούδασε με διάσημους καθηγητές, όπως ο Λότσε, ο Βουντ, ο Τσέλερ κ.ά. Η διαμονή του στο εξωτερικό συνεχίστηκε, με διακοπές, μέχρι το 1884: το 1881 πήρε το διδακτορικό του δίπλωμα στη Γερμανία, το 1882 έμεινε στο Παρίσι, όπου γνωρίστηκε με τον Δημήτριο Βικέλα, την Ιουλιέτα Λαμπέρ-Αντάμ κ.ά. και το 1883 βρέθηκε στο Λονδίνο, όπου σχετίστηκε με τον πρεσβευτή Πέτρο Βράιλα Αρμένη και δημοσίευσε τα μέχρι τότε ποιήματά του με τον τίτλο Ατθίδες Αύραι. Το 1884 πέθανε ο προστάτης του Ζαρίφης και υποχρεώθηκε να επιστρέψει στην Αθήνα, όπου μόλις κατόρθωσε να διοριστεί καθηγητής γυμνασίου. Στο μεταξύ είχε γίνει γνωστός ως λαμπρός διηγηματογράφος και δοκιμιογράφος και έχει γράψει σχολικά βιβλία ψυχολογίας και λογικής. Τώρα πια ήταν προσωπικότητα. Τα ποιήματά του βραβεύτηκαν δύο φορές σε πανεπιστημιακούς διαγωνισμούς και τα διηγήματά του δημοσιεύονταν στο εγκυρότερο περιοδικό, την Εστία. Το 1885 εξελέγη υφηγητής της φιλοσοφίας με το έργο του Η φιλοσοφία του καλού παρά Πλωτίνω. Αλλά δεν πρόλαβε να γίνει καθηγητής, καθώς η μοίρα τον χτύπησε σκληρά. Το 1892 προσβλήθηκε το μυαλό του και κατέληξε στο Δρομοκαΐτειο της Αθήνας, όπου ύστερα άπό τέσσερα χρόνια εγκλεισμού, πέθανε τόν Απρίλιο του 1896, αφού μπόρεσε ακόμα καί μέσ’ άπό τή φυλακή του διανοητικού σκότους, να εξακοντίσει μερικές θαυμάσιες λάμψεις λυρικών εμπνεύσεων. Ο Βιζυηνός έχει μια παιδική ψυχή, γεμάτη νοσταλγία, λυρική διάθεση, αβρή μελαγχολία, τρυφερότητα και πόνο. Νοσταλγεί, όπως ο Παπαδιαμάντης, τα παιδικά του χρόνια, τη χαροκαμένη μάνα του, το φτωχικό του σπίτι, το χωριό του Βιζύη, τη Θράκη γενικά, την Πόλη των θρύλων. Και η ποίησή του αντλεί τα θέματά της από αυτή τη νοσταλγική παρηγοριά. Αλλού αυτοβιογραφείται, αλλού ηθογραφεί τις λαϊκές παραδόσεις του τόπου του (γράφει παραλογές, μπαλάντες, «βαλλίσματα», όπως τα αποκαλούσε ο ίδιος), αλλού εκφράζει την πίστη του στη Μεγάλη Ιδέα και άλλοτε γράφει δροσερά παιδικά ποιήματα. Αρκετοί στίχοι του μας συγκινούν και σήμερα. Πρέπει όμως να εκτιμήσουμε τη συμβολή του, με τα μέτρα της εποχής του. Ενώ ξεκίνησε από τη φαναριώτικη ποίηση της Πόλης (ο Ηλίας Τανταλίδης ήταν δάσκαλος και προστάτης του) και βρήκε τον στόμφο και τη ρητορεία των Φαναριωτών στην Αθήνα (Θ. Ορφανίδης, Παράσχος, Αλέξανδρος Ραγκαβής, Αγγελος Βλάχος, πανεπιστημιακός διαγωνισμός), ο ίδιος έδειξε τη γνήσια ευαισθησία του με νέο τρόπο: στροφή προς τη λαϊκή παράδοση με την επίδραση του μεγάλου Νικόλαου Πολίτη, στίχος λιτός, απλός, δροσερός, ειλικρινής, απλούστερη καθαρεύουσα και ύστερα στροφή προς τη δημοτική. Αλλά η επίδραση που δέχτηκε από τη γενιά του 1880 δεν ολοκληρώθηκε (το ίδιο που έγινε με τον Α. Προβελέγγιο, τον Γ. Στρατήγη και άλλους ποιητές και πεζογράφους). Στήν ποίηση του εξάλλου είναι ελλαδικός, φωτεινός, αλλού ευαίσθητος και αλλού παιγνιώδης. Η ποιητική παραγωγή του περιλαβαίνεται στίς συλλογές «Ποιητικά πρωτόλεια» (1873), «Βοσπορίδες αύραι» (πήρε το α’ βραβείο στο Βουτσιναϊο διαγωνισμό, αλλά δέν εκδόθηκε σε βιβλίο), «Ατθίδες αύραι» (1884). Επιλογή τών ποιημάτων αυτών, μαζί με νεώτερα ποιήματα, εκδόθηκε μετά θάνατον, το 1916 από τον οίκο Φέξη. Ανάμεσα στα ποιήματα του αρκετά και από τα καλύτερα, είναι ποιήματα γιά παιδιά, από τα καλύτερα που γράφτηκαν ίσαμε σήμερα. Αν με την ποίησή του έμεινε στο μεταίχμιο, μεταξύ της παλιάς και της νέας Αθηναϊκής Σχολής, με τα διηγήματά του, στα οποία δέχτηκε την ευεργετική επίδραση του Βικέλα (Λουκής Λάρας, Παπα-Νάρκισσος κ.ά.) έγινε ο πατέρας του ελληνικού διηγήματος. Οι παιδικές του αναμνήσεις του έδωσαν θέματα για ηθογραφίες και η γνωριμία του με την ψυχολογία, με το ρεαλιστικό και ψυχολογικό μυθιστόρημα της σύγχρονής του Ευρώπης και με το έργο του Ίψεν τον ώθησε και τον βοήθησε να γράψει ηθογραφικά διηγήματα με ψυχογραφική δύναμη. Βέβαια, και εδώ αυτοβιογραφήθηκε. Αλλά εκτός από την αφηγηματική του τέχνη, είχε και τη δύναμη να παρατηρεί τους ανθρώπους με σιγουριά, να τους ερευνά βαθύτερα, να διαγράφει τους χαρακτήρες τους και να τους κάνει μια ψυχολογική ανάλυση που ακόμα και σήμερα θέλγει. Εδώ δεν έχουμε πρωτόλεια, γράφει με ασφάλεια, όπως ένας ώριμος τεχνίτης. Η καθαρεύουσά του είναι δουλεμένη και ζωντανή, ενώ οι διάλογοι γράφονται στη δημοτική. Κρίμα, που ενώ τον συγκίνησε η δημοτική (απόδειξη το χαριτωμένο αφήγημά του Διατί η μηλιά δεν έγινε μηλέα) δεν μπόρεσε να υπερνικήσει τον γλωσσικό διχασμό. Οπωσδήποτε τα διηγήματά του Το αμάρτημα της μητρός μου, Ποίος ήταν ο φονεύς του αδελφού μου, Αι συνέπειαι της παλαιάς ιστορίας, Το μόνον της ζωής του ταξείδιον και, κυρίως, το καλύτερό του Μοσκώβ Σελήμ θεωρούνται σημαντικότατα έργα της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Σημαντικά επίσης είναι τα δοκίμιά του για τον Πλωτίνο, τον Ιψεν, τις μπαλάντες κ.ά. Ποίος ήτο ο φονεύς του αδελφού μου
Το έργο ουσιαστικά είναι διήγημα με στοιχεία, ωστόσο, μικρού μυθιστορήματος. Το έργο γράφεται το 1833, την περίοδο που ο Βιζυηνός βρίσκεται στο Λονδίνο. Όπως μαρτυρά και ο υπαινικτικός τίτλος του έργου, η υπόθεση του έργου πραγματεύεται μία οικογενειακή τραγωδία, την αναζήτηση του δολοφόνου του μεγαλύτερου αδερφού του Βιζυηνού, Χρηστάκη, που έχασε τη ζωή του κατά τον Ρωσοτουρκικό πόλεμο. Καινοτόμο στοιχείο του έργου η χρήση καθαρεύουσας στα αφηγηματικά μέρη του πεζογραφήματος και η χρήση δημοτικής στα διαλογικά. Η χαροκαμένη μάνα του Χρηστάκη ζητά να βρει το δολοφόνο και να πάρει εκδίκηση για τον άδικο χαμό του. Στο πλευρό της στέκουν βοηθοί οι άλλοι δύο γιοι της, με τη μάνα εκδικήτρια να κινητοποιεί κάθε μέσο είτε διοικητικό, όπως τον καϋμακάμη, είτε θρησκευτικό, όπως τον Δεσπότη, προκειμένου να εντοπίσει τα ίχνη του φονιά.

Ατθίδες αύραι
Οι “Ατθίδες αύραι” αν και δεν είναι, από την τόσο προσφιλή στην κριτική μας τυπική, ληξιαρχική άποψη, η πρώτη εκδήλωση του ποιητικού κλίματος που σήμερα αναγνωρίζουμε στην γενιά του 1880, πρόκειται για ένα βιβλίο που περιλαμβάνει σχεδόν το σύνολο των εξελίξεων στην ελληνική ποίηση. Στον κορμό τους, οι “Ατθίδες αύραι” έχουν χαραγμένα όλα τα στοιχεία της ποιητικής ανανέωσης: γλώσσα δημοτική καθαρή και ξάστερη στα περισσότερα ποιήματα, λόγος απλός, καθημερινός και σταράτος, εικόνες διαυγείς και καθημερινές, συναισθήματα ρεαλιστικά και ανθρώπινα, θέματα σύγχρονα, στιχουργία ζωντανή, χωρίς περιττά στολίδια, και πάνω απ’ όλα βάθος, αγωνία υπαρξιακή.
Αλλά στις “Ατθίδες αύραις” υπήρχαν πολλά περισσότερα απ’ όσα μπορούσε ν’ αντέξει η γενιά του 1880. Ανάμεσα σ’ αυτά και η ιδιόμορφη χρήση της καθαρεύουσας και της ομοιοκαταληξίας, που θα επιδρούσαν ευεργετικά στους ποιητές του Μεσοπολέμου. Ο νευρικός τρόπος με τον οποίον κινείται ο Βιζυηνός στο εσωτερικό του στίχου, ξεσπάζοντας σε αναφωνήσεις, αποστροφές, κραυγές, παρενθέσεις και υπονοούμενα, βρίσκεται πολύ πιο κοντά στην αποδιάρθρωση της παραδοσιακής μετρικής και εικονοποιίας που επιχείρησαν οι ποιητές του Μεσοπολέμου, παρά στο νέο ποιητικό δόγμα πού έπλασαν οι ποιητές του 1880. Εξάλλου, το ποίημα του Βιζυηνού λειτουργεί σαν άμεσος λόγος, απαλλαγμένος από την σύμβαση του πλασματικού αφηγητή και, από επικοινωνιακή άποψη, δίνει περισσότερη προσοχή στο φατικό στοιχείο, παρά στο ποιητικό καθ’ εαυτό.
Οι “Ατθίδες αύραι” στάθηκαν ανεξάντλητη πηγή ποιητικής επινοητικότητας και στοχασμού, από κοινού με τα “Ευρισκόμενα” του Σολωμού, παρά την συστηματική αποσιώπηση της δυναμικής τους.

Το μόνον της ζωής του ταξείδιον
… Ο ίδιος ο Βιζυηνός στην έναρξη του εν λόγω διηγήματος, παραθέτει το γοητευτικό παραμύθι του ραφτόπουλου με τη Νεράιδα/Μητέρα Τέχνη που τον εμπνέει και τον καθοδηγεί να ολοκληρώσει σε μια νύχτα το υπεράνθρωπο έργο που του ανέθεσε ο βασιλιάς, ώστε να γίνει αντάξιος του έρωτα της βασιλοπούλας και να γλιτώσει το θάνατο. Δημιουργεί έτσι μια θαυμάσια παραβολή της λειτουργίας και του σκοπού της τέχνης, που τίθεται από το νόμο του Άλλου με όρους δραματουργικής και αισθητικής αρτιότητας τέτοιας, που να μη φαίνεται το έντεχνο της κατασκευής, στα σημεία κυρίως των συνδέσεων (χωρίς ραφή και ράμμα) και βέβαια η κατασκευή αυτή να ταιριάζει “γάντι” για όποιον είναι φτιαγμένη (να ταιριάζει σε μια βασιλοπούλα). Αλλά δεν αρκούν μόνο τούτα! Πρέπει το έργο της Τέχνης να είναι έτοιμο στην ώρα του, να είναι δηλαδή καίριο, αλλιώς χάνει τη δύναμή του και γίνεται είτε παραχωμένο είτε γραφικό…

Το αμάρτημα της μητρός μου
Οι άσχημες παραστάσεις της παιδικής του ηλικίας δεν έχουνε σβήσει από τη θύμηση του αφηγητή Γιωργή, ούτε γίνεται δυνατό να απαλλαγεί η ψυχή της μάνας του από το βάρος του ακούσιου φόνου του βρέφους της. Η ψυχική βάσανος, η ενοχική συνείδηση, οδηγεί στη συντριβή αλλά όχι στο άνθος της μετάνοιας, γίνεται νοσηρή εμμονή ανίατη, είδος εγωιστικού εγκλεισμού. Λείπει από το διήγημα, και πρέπει να την προσθέσουμε εμείς, η διδαχή ότι η σωτηρία είναι πιθανή για τον καθένα μας, όπως και για το χειρότερο εγκληματία, και ότι η γνώση αυτή διώχνει την απόγνωση.

Ποιητικά
Ποιητικά πρωτόλεια(1873)
Η εν Χάλκη θεολογική σχολή (1873)
Ο φιλομαθής πτωχός (1872)
Επι του τάφου του πατρός μου (1873)
Το αποπλανηθέν πτηνόν (1873)
Ψαλμός τω θεώ (1873)
Ο Κόδρος (1874)

Βοσπορίδες αύραι
Τη κυρία… κατά την εορτήν της
Κατά την πρώτην του έτους
Πρωτοχρονιά
Νοσταλγία
Αποχωρισμός
Μύθος Α’
Μύθος Β’
Ποίησις έρως
Το παράπονον
Ο λαιμόπονος
Προσθήκη εις την αστρονομίαν
Παραβολή
Νέος τρουβαδόρος εν Αθήναις
Η κατάρατος

Ατθίδες αύραι (1883)
Οι γάμοι (1878)
Η καταιγίς (1881)
Η εσπέρα (1881)
Η νεφέλη (1881)
Η βροχή (1881)
Τα δένδρα (1881)
Η ζωή (1881)
Ο Μάρτης (1880)
Τα όρη και τα κύματα (1881)
Τα μέλη του σώματος (1881)
Οι καιροί (1881)
Η νυχτερίδα (1882)
Το μυρμήγκι (1882)
Το σπαλάγγι (1882)
Μεταμορφώσεις (1881)
Η δεκοχτούρα (1882)
Ο Μάρτιος εν Κρήτη (1882)
Το μπαλούκλι (1881)
Η Αγία Σοφία (1882)
Του κουμπάρου τ’άχερα (1882)
Ο τελευταίος Παλαιολόγος (1882)
Εαρινή πρωία (1882)
Εαρινή εσπέρα (1882)
Η νυξ του ξένου (1882)
Το τρυγόνι (1882)
Η ανεμώνη (1882)
Το παιδί στο ποτάμι (1882)
Το έρημο πουλί (1877)
Παρά τον ποταμόν (1877)
Χιών εν Γερμανία (1879)
Τα σύννεφα (1880)
Το μελίσσι (1887)
Παρά την λίμνην (1877)
Αγρυπνος πόνος (1879)
Παρομοίωσις (1877)
Η θλιβερή ιστορία (1879)
Η κρυμμένη θλίψις (1882)
Το όνειρον (1882)
Προς την Σελήνην (1882)
Η καταμήνυσις (1881)
Η λησμονημένη (1887)
Ασμα (1882)
Η σιγηλή θλίψις (1878)
Υποθήκαι (1878)
Το πτωχόν της Κύπρου (1877)
Το προαίσθημα (1877)
Η παράφρων (1880)
Η επαίτις της Βιζύης (1880)
Ο φθισίων ιεροσπουδαστής (1877)
Ελεγείον εις την μικράν ξανθήν (1877)
Ηλία Τανταλίδη (1877)
Τη κυρία Ε.Δ.Σγούτα (1877)
Η ιστορία του ποιητού (1879)
Εθελοθυσία (1879)
Η παρεξήγησις (1879)
Το Μαριώ (1877)
Μεταμέλεια (1880)
Ερωτος ασέβεια (1880)
Τα συνθήματα (1882)
Αυτάρκεια (1880)
Τα παλαιά χρόνια (1877)
Παλιμβουλία (1880)
Ερωτος τέχναι (1880)
Αποτροπή (1880)
Ειδύλλιον (1882)
Η προίκα (1880)
Εν τω δάσει (1879)
Θρακών άσμα (1879)
Τα χορατά του ποιητού (1879)
Η αγάπη του ποιητού (1887)
Επικούρειον (1882)
Η κυρά η κριτική (1882)
Ο κριτής του διαγωνισμού (1877)
Το συμβούλιον των γραμματέων (1880)
Η κοινή γνώμη (1877)
Εις την Νόρμαν (1882)
Προς τον… όστις το αξίζει (1882)
Πως αλλάζουν οι καιροί (1879)
Σονέττα (1879)
Προς νέον Ελληνα (1880)
Συμβουλή προς νέαν κόρην (1881)
Γεωργίω Ζαρίφη, τω σεβαστώ κηδεμόνι (1881)
Ελένη Γ. Ζαρίφη (1881)
Προσευχή (1881)
Η βαρκούλα (1881)
Γεωργίω Ζαρίφη (1882)
Κατόπιν εορτής Ανδρέα Αναγνωστάκη (1882)
Τη κυρία (1877)
Εις λεύκωμα (1882)
Η τέχνη μου (1882)
Η μάγισσα (1882)
Ο Σοφιανός (1882)
Το Σεϊτάν Ακυντησί (1882)
Αι Νηρηίδες (1882)
Το συναξάρι του Αγίου Κασσιανού (1882)

Αλλα ποιήματα
Η μητέρα των επτά
Ο πύργος της κόρης
Ο βασιλικός
Στοργή
Της ζωής το ποτάμι
Ασμα
Η χειρ του δικαίου
Η νεράϊδα
Ο Βύας
Εις της μελαχροινής τα μάτια
Η καρδιά του ποιητού
Νύχτα (1890)
Το τραγούδι του τσέλιγκα
Πάσχα
Αφροδίτη
Νέα με λευκά μαλλιά
Εις την άμπελον
Η βλαχούλα
Το φάσμα μου
Μόνο η φτώχια δεν πεθαίνει
Μαργαρώ
Φιδοτράγουδα
Ο λησμονημένος
Φθινόπωρον
Στον ύπνον του
Η Λύδα και ο κύκνος
Η μάγισσα της Πρωτομαγιάς
Καθαρά λόγια
Το νεραϊδοφίλημα
Αρνησις (1892)
Αφαιρεμένη
Πότε αγαπηθήκαμε
Εις τους γάμους μας
Το κάτω κάτω της γραφής
Παραδείγματα
Στην αγιασμένη της μαννούλας μου αγκαλιά
Μιά καρφίτσα (1891)
Ανάμνησις (1892)
Τ’ανεπίγραφο μνήμα
Τι θες εσύ; (1893)
Στην αγάπη μου
Πένθος
Απένταρος μουσαφιρεύει (1891)
Η κατάντια της
Αγιάτρευτος (1892)
Προς τους συναγωνιστάς μου
Προς τους κριτάς (1892)
Ο πλάτανος του χωριού
Η αιματόφυρτη κρήνη
Του βουνού ο βράχος
Το τραγούδι του γέρου (1878)
Το μαραμένο (1778)
Το δόλωμα (1879)

Λυρικά
Παρομοιώσεις (1879)
Τα αρέσκοντα (1879)
Εις την Ανοιξιν (1879)
Δικαιολόγησις (1879)
Η διαθήκη μου (1879)
Ο δάσκαλός μου (1880)
Σονέττον ΧΙ (1880)
Εν Γοτίγγη (1880)
Ασμα I, II, III, IV, V, VI, VII (1880-1882)
Δια την Ανοιξιν (1882)
Ο κριτής (1882)
Η πεταλούδα (1882)

Παιδικά ποιήματα
Πως να πειράξω την μητέρα
Ο καλός θεός
Οι μαρμαράδες
Το χελιδόνι
Καλή νύχτα
Η προς τον θεόν ελπίς
Το λαγουδάκι
Τα σημεία του ορίζοντος
Το ημερονύκτιον
Ο νέος ναύτης
Φθινόπωρον
Η προς τα πτηνά ευσπλαγχνία
Η λατρεία του θεού
Ο μαχαιράς
Ευλάβεια εν τη Εκκλησία
Ο ξυλουργός
Ο κορυδαλλός
Ο μέλλων στρατιώτης
Το καλοκαίρι
Προ του ύπνου
Αυγή
Ο πετεινός
Η αγελάδα
Σταλαγματιά – σταλαγματιά
Παρηγορεί τους ασθενείς
Η κλώσσα
Τα ορφανά
Η παπαρούνα
Παιδική θεολογία
Υπερ των πτηνών
Φιλοπατρία
Ερχεται ο πατέρας
Καλοκαίρι
Τριαντάφυλλο
Πεταλούδα
Ευχαριστία
Φιλαλήθεια
Η γρινιάρα
Ο κυνηγός
Χαρακτηριστικά των ωρών
Ο φύλαξ άγγελος
Ο ύπνος του βρέφους
Ελεημοσύνη
Η παρουσία του θεού
Εν ώρα θυέλλης
Προ του φαγητού
Μη κτυπάτε τα πουλιά
Φθινόπωρον
Φεγγαράκι
Αποφθεγματικά
Παιδική αφοβία
Ποιός διευθύνει
Η ευτυχία του φρονίμου
Τι μ’αρέσει
Ο πετεινός
Χειμωνιάτικο
Ο τρελλός
Το θυμάρι
Η μαμά μου εορτάζει
Το βαρβάτο άλογο
Φως ηλίου, φως Κυρίου
Ανατολή – Δύσις
Η αγελάδα
Το ρυάκι
Η εργασία
Ο κηπουρός
Πρόγραμμα
Ο κούκκος
Πρωία
Ο αρχιτέκτων
Ενα θεριό
Πώς κοιμούμαι;
Τάξις
Αμα νυχτώνη
Πέσε πίττα
Αι φάσεις της Σελήνης
Καλαί πράξεις
Αι εντολαί του πετεινού
Ευχαριστία
Η σπουδή
Το κανάρι
Θαυμασμός
Σταθερότης
Αρετή και αδικία
Η μέλισσα
Τάξις και αταξία
Ψαράκι
Αποφθέγματα
Τι μ’αρέσει
Αρετή και πλούτος
Καθαριότης
Ωρα ύπνου
Οποιος άλλου λάκκο σκάπτει
Ολα φανερώνονται
Διατί προσεύχεσαι
Η ουρά της γάτας
Η βροχή
Η εργασία των μελισσών
Το πουλάκι
Το ιόν
Το καλοκαίρι
Το σκυλί
Η βροχή
Το τσιροπούλι (1877)
Παις προς πτηνόν (1881)
Πτηνόν προς παίδα (1881)
Οπου γυρεύει κέρατα, χάνει και τ’αυτιά (1881)
Το ψαράκι
Ο νερόμυλος
Ο σιδηρουργός
Ο ψωμάς
Το πλύσιμο
Χελώνη και ίππος
Ο γεωργός
Εσπερινή προσευχή
Το γατάκι
Μιά σμαρίδα
Ο παπαγάλος
Στο δρόμο
Το δάσος
Υπερ των ζωυφίων

Διηγήματα
Το αμάρτημα της μητρός μου (1883)
Μεταξύ Πειραιώς και Νεαπόλεως (1883)
Ποίος ήτο ο φονεύς του αδελφού μου (1883)
Αι συνέπειαι της παλαιάς ιστορίας (1884)
Το μόνο της ζωής του ταξίδιον (1884)
Πρωτομαγιά (1884)
Διατί η μηλιά δεν έγινε μηλέα (1885)
Ο τρομάρας
Μοσκώβ-Σελήμ (1895)

Τριαντάφυλλο
Τριαντάφυλλο σγουρό
Χαϊδεμένο λουλουδάκι
πόσο πόσο λαχταρό
να σουπάρω ένα φιλάκι.

Μα η κυρά τριανταφυλλιά
έχει αγκάθια κι αγκυλώνει
κι όποιος κλέφτει τα φιλιά
ακριβά της τα πληρώνει.

Δι’αυτό μη φοβηθής,
σαν καλό παιδί οπού’μαι,
όταν βλέπω πως ανθείς
σ’αγαπώ και ευχαριστούμαι.

Γιατί έχεις μια πνοή
που τες γειτονιές μυρώνει
κ’έχεις βράδυ και πρωί
για τραγουδιστή έν’αηδόνι.

Πηγές: ΕΚΕΒΙ, BIBLIONET, Θ.Ροδάνθης, Μαλλιάρης Παιδεία

Επισκέψεις: 1.081