Βογιατζή-Κορωνάκη Φωτεινή

Γεννήθηκε στο Βόλο και από το 1950 ζει στο Πέραμα. Εργάστηκε για πολλά χρόνια ως δημοτική υπάλληλος στο Δήμο Περάματος. Από τα γυμνασιακά της χρόνια έγραφε στίχους με έντονα λυρικά, παραδοσιακά στοιχεία (ρίμα, μέτρο), που συχνά διαπνέονται από ένα σατυρικό πνεύμα. Εγραψε δεκαπεντασύλλαβο, σονέττα κ.ά.

Συνεργάστηκε με την εφημερίδα «Πειραϊκός Λόγος» όπου δημοσίευσε κυρίως σάτιρες. Έχει εκδόσει την ποιητική συλλογή «Μαργαρίτες» στον Πειραιά το 1993.

 

Ο καθρέφτης

Στάθηκα πάλι απέναντι σου
και συ μαντεύεις το γιατί
γυρεύω μέσα απ’ το γυαλί σου
αυτό που θέλω να μου πει.

Μα όπως πάντα εσύ σωπαίνεις
δεν έχω ακούσει τη φωνή σου
αλλά η εικόνα που μου στέλνεις
λέει πιο πολλά απ’ τη σιωπή σου.

Γιατί επιμένεις ν’ αντικρύζω
κάτι που θέλω ν’ αγνοήσω
δεν νοιώθεις ότι με πονείς;

Δεν σ’ αγαπώ, σου το τονίζω
μα ούτε μπορώ να σε μισήσω
που είσαι τόσο ειλικρινής…

Από τις «Μαργαρίτες»
Το χρήμα

Πολλοί σε βλέπουν σα Θεό
του κόσμου κυβερνήτη
μ’ εκατομμύρια πιστούς
σε τούτο τον πλανήτη.

Φαντάζεις άστρο λαμπερό
και τρέχουν να σε πιάσουν
χωρίς να βλέπουν που πατούν
ό,τι κι αν θυσιάσουν.

Μα είσαι μόνο υλικό
που φθείρεσαι και φθείρεις
τα κέρδη σου γνωστά.

Είσαι μονάχα επίγειο
και παύεις να ‘σαι κύρης
στο θάνατο μπροστά.

Από τις «Μαργαρίτες»
Εγκατάλειψη

Κάποτε ήσουνα «κυρία»
«χάι σοσάιτυ» και «μποτέ»
τόσο πολύ πως θα ξεπέσεις
δε το φαντάστηκες ποτέ.

Τώρα, φτωχή σε μία τρώγλη
μόνη και τόσο γηρασμένη
δε σε πονά το χτες, μονάχα
όσο που σ’ έχουν ξεχασμένη.

Όλοι αυτοί που τριγυρνούσαν
τότε που εμεσουρανούσες
γύρω από σένα σα πλανήτες

αβρά το χέρι σου φιλούσαν
και όλους φίλους τους θωρούσες
τώρα χάθηκαν σα κομήτες.

Από τις «Μαργαρίτες»
Παλιά καράβια

Μια παρέα από σκαριά παροπλισμένα
δεμένα, χρόνια τώρα, πλάι-πλάι
σίδερα από το χρόνο σκουριασμένα
μοιάζουν κορμιά που τόνα στ’ άλλο ακουμπάει.

Κάποτε, μια πλωτή κυψέλη το καθένα
όργωναν τους ωκεανούς απ’ άκρη σ’ άκρη
τώρα, μονάχα αναμνήσεις φορτωμένα
χωρίς των ναυτικών το γέλιο και το δάκρυ.

Γενναίοι απόμαχοι θαλασσοπόροι
που γλύτωσαν απ’ των κυμάτων τη βορά
αργοπεθαίνουν στου νοτιά το ξεροβόρι
μεσ’ την αλμύρα, στα θολά της τα νερά.

Ο βατσιμάνης μοναχά και λίγοι γλάροι
πικρός επίλογος της κάθε ιστορίας
στη φαντασία μου η εικόνα φιγουράρει
σα μια πισίνα κάποιου οίκου ευγηρίας.

Από τις «Μαργαρίτες»
Ο μπεκρής

Σ’ ένα παγκάκι, σα τσουβάλι, σωριασμένος
έχει απομείνει, ώρα τώρα, ένας μεθυσμένος
πότε κοιτά τα έντομα στα φώτα της κολώνας
και πότε το κρυφτό του φεγγαριού παραμιλώντας.

Σα τι να νοιώθει άραγε απόψε πάλι
μέσα στου αλκοόλ τη πλάνα ζάλη;
Βρήκε μια λύση, μια φυγή, ένα μονοπάτι
κι αλλιώς τα βλέπει τώρα το θολό του μάτι.

Όλα τα χρέη του τα έχει εξοφλήσει
μια που τον πρόδωσε την έχει συγχωρήσει
αχνή ανάμνηση και η μάνα η χαμένη

την αδελφή την έχει καλοπροικισμένη.
Όσο γι’ αυτόν δεν νοιάζεται σταλιά
έχει ο Θεός, απ’ αύριο θα ψάξει για δουλειά.

Από τις «Μαργαρίτες»

Επισκέψεις: 94