Γεώργιος Ζαλοκώστας (1805-1858)

Ελληνες λογοτέχνες


Γεννήθηκε στο Συρράκο της Ηπείρου το 1805 κι αναγκάστηκε να ξενητευτεί νωρίς με την οικογένειά του, ένεκα της τυραννίας του Αλη-Πασά.

Εζησε στο Λιβόρνο της Ιταλίας, όπου σπούδασε ελληνική καί ιταλική φιλολογία. Οταν κηρύχτηκε η Ελληνική επανάσταση, ο πατέρας του καί ο αδερφός του κατέβηκαν να πολεμήσουν στην αγωνιζόμενη πατρίδα καί το ίδιο έκανε, μόλις 16 χρονών, καί ο ποιητής. Καί οι τρείς έλαβαν μέρος στην άμυνα καί στήν έξοδο του πολιορκούμενου Μεσολογγίου.

Aργότερα κατάληξαν στoν Πύργο Hλείας, όπου ο Ζαλοκώστας είχε την ατυχία να χάσει σε μιά μέρα τη μητέρα του καί τον πατέρα του.
Οι οικογενειακές ατυχίες συνεχίστηκαν καί αργότερα, αφού πέθαναν τα εφτά από τα εννέα παιδιά του.

Η ψυχική του αυτή περιπέτεια επηρεάζει την ποίησή του, η οποία χάνει τον επικό, μεγαλόπνοο και ηρωικό χαρακτήρα της και μετατρέπεται σε ελεγειακό θρήνο. H ενασχόλησή του με την ποίηση θα του στερήσει και το βαθμό του αντισυνταγματάτρχη.
Πέθανε νέος και πικραμένος στά 1858.

Παρά τα εμπόδια καί τις ατυχίες στάθηκε πάντοτε αξιοπρεπής καί περήφανος καί υπηρέτησε την ποίηση με ευθύνη καί ειλικρίνεια, θεωρούμενος ως ο καλύτερος ποιητής του καιρού του.

H γλώσσα του έχει όλα τα πλεονεκτήματα της ηπειρωτικής Δημοτικής.
H έμπνευσή του, αν καί συνδέεται με τις πηγές της λαϊκής μούσας, έχει συχνά μιά μουσική αβρότητα εξ αιτίας της ιταλικής αγωγής του. Τα θέματά του είναι πατριωτικά στιχουργήματα και μικρότερα λυρικά ποιήματα του οικογενειακού κύκλου.

Πήρε το 1ο βραβείο στο Ράλλειο ποιητικό διαγωνισμό του 1851 γιά το ποίημά του Μεσολόγγιον. Επίσης βραβεύτηκε αργότερα γιά τις συλλογές του Ωραι Σχολής και Αρματωλοί και κλέφται.

Τo σύνολο της ποιητικής και μεταφραστικής παραγωγής του εκδόθηκε μετά το θάνατό του, Απαντα το 1859, μιά δεύτερη έκδοσή τους έγινε το 1873 από τον Γ.Παράσχο και μιά τρίτη το 1932 από τον Κ.Καιροφύλλα.

Ποιητικές συλλογές
Ωραι Σχολής
Αρματωλοί και κλέφτες
Βότσαρης (1850)
Η κόρη του Γέρω Μούρτου (1851)
Το Συναπάντημα (1852)
Το χάνι της Γραβιάς (1852)
Απαντα (1859)

Ποιήματα
Μεσολόγγιον (1851)
Ο βοριάς που τ’αρνάκια παγώνει
Μιά βοσκοπούλα αγάπησα
Ξυπνώ και μου’παν έφυγε η κόρη π’αγαπούσα
Εις το φεγγάρι
Εις την αποδημούσαν ψυχήν μου

Πηγές: ΕΚΕΒΙ, Θ.Ροδάνθης, Μαλλιάρης Παιδεία

130 views.