ΤΟ ΣΟΥΡΠΩΜΑ στον σύντροφό μου Χριστόδουλο Βραδιώνει μες στη σιγαλιά Τα μολοχάνθια κλειούνε βαΰζουνε δετά σκυλιά την άλυσο βαρούνε Στσι ράχες τα καμπαναριά σαν τόρτσες αναμμένες Ασπρίζουνε στη λαγκαδιά μερτίες ανθισμένες Η δύση στρώνει στο χωριό σεντόνια με νταντέλες προσκέφαλο σύγνεφο αριό με κόκκινες ντεμέλες Κρέμεται ο λύχνος στο καρφί η νύχτα θ’ αριβάρει Όγοια κοιμάται μοναχή μιλεί με το φεγγάρι Του λύχνου σώνεται το φως η φλόγα λιανοτρέμει Όγοιος κοιμάται μοναχός ύπνος δεν τονε παίρνει.