Τους πρώτους μήνες στην Πολωνία κάθε μέρα ήταν μια άσκηση στο τίποτα, άλλο ένα χαμένο εικοσιτετράωρο που περνούσε ανάμεσα στον νεροχύτη με το πλύσιμο των πιάτων και το μπαλκόνι με το άπλωμα των ρούχων, βήματα μπρος πίσω χωρίς λόγο – κοιτούσα τα εγχειρίδια της πολωνικής γλώσσας, επαναλάμβανα φράσεις που δεν είχαν κανένα νόημα, κι όλα αυτά περιμένοντας τη Μάρω να γυρίσει. Και τότε, όταν η μέρα μου, υποτίθεται, θα ξεκινούσε, τίποτα δεν συνέβαινε, περιμέναμε μαζί το τέλος της. Αναρωτιόμουν αν έβρισκε κι εκείνη οποιοδήποτε νόημα στη δουλειά της στο νοσοκομείο, αν έβρισκε λόγους να ζει μαγειρεύοντας και καθαρίζοντας μαζί μου, τις Κυριακές πλένοντας όλα τα παράθυρα του σπιτιού, αν απολάμβανε οτιδήποτε πια…