Κρίση
Περιγραφή
Χλωμή άνοιξη! Έτσι ν’ αρχίσεις. Μέσα σε ολόθερμη κι ολάνοιχτη δεξίωση. Διάνοιξη πέρα από τις στενωπούς. Να σκύψεις στους μακρότατους ψιθύρους και στα γουργουρίσματα των μικρών ζώων. Όχι φωνή ανθρώπου, ούτε βλέμμα. Δικαιοκρίτη. Να η θηλή. Οράς τέτοιο σκοτάδι Ιωσήφ; Μέσα στο γκρίζο και γαλακτερό της πάχνης, ο Χρόνος δεν είναι ευφυολόγημα, αλλά ένας φαλακρός Άγγελος, με πολύχρωμα φτερά. Και το ραγισμένο Βρέφος δεν άντεξε τη Φάτνη. Το πρόσωπο, το πρόσωπο που θρυμματίστηκε κλείνει αρχέτυπη φωνή. Σήμερα βουτάς και πνίγεις τη φωνή σου. Άγγελμα; Ποιο άγγελμα; Οι καμέλιες, τα γεράνια πεθαίνουν πριν από μας. Μεσ’ από τα φυσερά των πολυκατοικιών, τα μωρά των αέρηδων και τις ήττες των εργένηδων, μεσ’ από το χρόνο που στραβώνει τον ήλιο, πέντε χρόνια από τη στιγμή που άγγιξες το χλωρό πρόσωπο της μνήμης ξαναγυρίζεις, τώρα λίγο πιο στοχαστικός, λίγο ανέστιος, όμως χειμασμένος και χαιρέκακος. Γιατί ποια κόρη γυμνή με το ροζ ανεξιχνίαστο των γοφών, με το μαύρο απίστευτο των μηρών, με το μαύρο ακέφαλο των φαλλών, με το εξαίσιο έφηβο των μισότρελων, θα σε εμπιστευθεί;