Κρυφές ανάσες
Περιγραφή
Τέλη Σεπτέμβρη… οι ημέρες ολοένα γίνονταν μικρότερες, θαρρείς πως η ημέρα, παίζοντας κρυφτό με το σκοτάδι, έδινε τη θέση της στη νύχτα αθόρυβα, φοβούμενη το μαύρο χρώμα της. Το κοριτσάκι καθισμένο μπροστά στο μικρό παράθυρο, έπαιζε με τις στάλες που έπεφταν “χοντρές” επάνω του. Η μια διαδέχονταν την άλλη, το μικρό κορίτσι με την φαντασία του μετέτρεπε τις σταγόνες σε δυναμικά άτια, τους έδινε ονόματα και με ψιθυριστή φωνή τα παρότρυνε να πάνε πιο γρήγορα. Φυσικά όποια σταγόνα κατέβαινε πρώτη αυτή ήταν και η νικήτρια και η μικρή Παναγιώτα με την αφέλεια των πέντε χρόνων της πανηγύριζε. Η μητέρα της δίπλα της, έκανε τις δουλείες της αλλά τα μάτια της ήταν πάντα στη μοναχοκόρη της. Έξι γιούς έκανε και το στερνοπούλι της ήταν θηλυκό. Στα μέρη τους το κορίτσι δεν αποτελούσε προσδοκία των γονέων. Παιδιά, θεωρούσαν μόνο τα αγόρια και αυτό γιατί κάποτε θα συνεχιζόταν το όνομα της οικογένειας. Γυναίκα που έφερνε στον κόσμο μόνο κορίτσια δεν αποτελούσε παράδειγμα προς μίμηση. Η Στεφανία είχε όμως κάνει το χρέος της, ο Θεός της χάρισε έξι παιδιά γεμάτα δύναμη και χάρη. Έτσι όταν ήρθε στον κόσμο η κόρη της δεν ήταν για αυτή μεγάλο το πλήγμα. Έτσι ζούσε αρμονικά με την ιδέα ότι ο μεγαλοδύναμος της έκανε δώρο αυτή τη μικρή με το γλυκό προσωπάκι. Αφού βαρέθηκε η Παναγιώτα να παίζει με τη βροχή , γύρισε στην μητέρα της που εκείνη την στιγμή δίπλωνε ρούχα. “Μαμά… Έλα να παίξουμε μαζί…” Η Στεφανία την κοίταξε αγριεμένη. Θαρρείς και η μικρή την πρόσβαλε…




