Εξώφυλλο: Μια ζωή ακόμα

Μια ζωή ακόμα

Περιγραφή

Πέρυσι τον χειμώνα, λίγες μέρες πριν από τα Χριστούγεννα, ήμουν καλεσμένος σε μια πανσκανδιναβική λογοτεχνική εκδήλωση στο Χέλσινγκμποργκ, τη δεύτερη σε μέγεθος πόλη της Νότιας Σουηδίας με εκατό χιλιάδες κατοίκους περίπου. Ήμουν πολύ συγκινημένος. Εκπροσωπούσα τη Σουηδία και δίπλα μου καθόντουσαν γνωστοί και καλοί συγγραφείς, προικισμένοι και με άλλες αρετές. Η Δανέζα ήταν κομψότατη, η Νορβηγέζα πανέμορφη και πολύ νέα, ο Φινλανδοσουηδός είχε πλάκα. Ήμουν ο γηραιότερος στην παρέα, κάτι που μου συμβαίνει συχνά εδώ και μερικά χρόνια και το θεωρώ προνόμιο. Οι περισσότεροι με αφήνουν στην ησυχία μου, μόνο ορισμένοι φανατικοί έρχονται να τους υπογράψω βιβλία γραμμένα πριν είκοσι και τριάντα χρόνια. «Εσείς κι εγώ γερνάμε παρέα» τους λέω. Κάποτε δεν ήμουν μόνο νεότερος αλλά και ξένος και το επίθετό μου δημιουργούσε προβλήματα. Με είχαν πει Θοδωρή Θεοδωράκι, Θεόδωρο Καλλιφάτιδη, Θεόδωρο Καληνύχτα, Θοδωρή Καλλιφατιρόιδες και άλλα διάφορα. Στο σχολείο ο γιος μου ήταν γνωστός ως Μαρκ Αλ Καλίφ. Η κόρη μου δεν είχε προβλήματα, ίσως γιατί έλεγε το επίθετό της με απόλυτη αυτοπεποίθηση, ενώ ο γιος κι εγώ διστάζαμε, ξέραμε ότι θα δημιουργούσαμε ένα μπέρδεμα, δεν θέλαμε να δούμε τα ανήσυχα βλέμματα και τα σουρωμένα χείλια όταν λέγαμε το όνομά μας. Ακόμα και σήμερα, όταν συστήνομαι σε κάποιον, πάντα λέω κι ένα αστειάκι για το όνομά μου, π.χ. ότι ο τελευταίος αυτοκράτορας της Τραπεζούντας είχε το ίδιο επίθετο ή ότι σημαίνει «εκείνος που μιλάει καλά» –αυτό το χρησιμοποιώ ιδιαίτερα μετά από διάλεξη– ή ότι προέρχεται από το καλαφατίζω, είναι δηλαδή αυτός που έβαζε πίσσα σε βάρκες και πλοιάρια, όταν μιλώ με τους γείτονες, που ξέρω ότι εκτιμούν τη χειρωνακτική δουλειά…