Ομορφιές αφόρητες
Περιγραφή
“… Δράματα της αφής κι αδυσώπητες μορφές γεύσεις, οσμές κι επιθυμίες σφοδρές τόσοι διώκτες μέσα μου πώς ευδοκιμούν και με τόση δύναμη πώς με σπαταλούν…” Άσκηση ποιητικής -και ένδειξη- ωρίμανσης χωρίς επιτήδευση αποτελεί η τέταρτη ποιητική συλλογή του Γιώργου Παναγιωτίδη “Ομορφιές αφόρητες” (Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2012). Ο λόγος του ποιητή (γενν. 1965) διαθέτει στιλιστικά χαρακτηριστικά δομημένα πάνω σε μια μακρόχρονη “τριβή” με τη σύγχρονη ποιητική παράδοση υποδεικνύοντας την επιθυμία να εκφραστεί με φόρμες που εν πρώτοις δεν παραλληλίζονται (κι εννοείται εδώ ο μοντερνισμός με τον συμβολισμό, την εξομολογητική αφήγηση και τη μετρική επικάλυψη του στίχου). Άλλωστε, “η εμφανής αναφορά στον Ελύτη, στο πρώτο ποίημα και στον Σεφέρη, στο τελευταίο, ο σολωμικός υπαινιγμός επιχειρεί ένα δημιουργικό, διαλεκτικό προσπέρασμα και μια νέα ματιά στον μοντερνισμό της γενιάς του 1930, ένας δρόμος που περνά από την εσωστρέφεια του “τι θέλει να πει ο ποιητής” στην εξωστρέφεια και την αποτύπωση της συναισθηματικής συγκίνησης: “Χρέος άλλο δεν έχω, μόνο να πω, / τις γυμνές πέτρες στων βουνών τ’ αναστήματα / που ατενίζουν τον άνθρωπο, / που χαιρετίζουν τα πέρατα, / εμπρός στης ομορφιάς και στου φωτός το πάλεμα, / της γλώσσας τα θαύματα και του έρωτα την ταπείνωση, / σ’ αυτά είναι όλο το χρέος μου” (από το ποίημα Χρέος). Ο ποιητικός λόγος του Γιώργου Παναγιωτίδη δεν διεκδικεί την απόδοση των σκήπτρων σ’ έναν τραγωδό ή έναν παράτολμο “κατασκευαστή τραγουδιών και τραγουδιστή λέξεων” (κατά τον Τζορτζ Στάινερ) αλλά ως δημιουργικό πνεύμα επιδιώκει να επισύρει την προσοχή στο αίνιγμα των ανθρώπινων διαστάσεων με χαμηλή, όχι μετριασμένη, φωνή, με συγκατάβαση καθόλου θλιμμένη αλλ’ αντιθέτως, κάποιες φορές, με έναν παιχνιδιάρικο τόνο γεμάτον υπονοούμενα για τις επόμενες αναγνώσεις… – Βασίλης Ρούβαλης