
ΠροσευχΥτάρι κορασίδων
Περιγραφή
Ποίηση με στοιχεία αιρετικά με την ένδειξη “αυστηρώς ακατάλληλον”. Κόντευε να βραδιάσει μια φορά που συναπάντησα την Αγγελίνα Ρωμανού πολύ πιο νότια από τα τειχισμένα μοναστήρια των Ρωμανών εν γένει. Κι ήταν παράδοξο ετούτο να συμβεί: ο κόσμος όλος ήξευρε ότι οι Ρωμανοί δεν φεύγουν ούτε μέτρο πέρα απ’ τη σκιά τους. Πώς έφτασε έως εκεί και γιατί, δεν το μαρτύρησε. Λοιπόν τη μέρα εκείνη φορούσε ράσα που είχανε κεντήματα χίλιων γυμνών κορμιών, μα και δέντρων, παράξενων δέντρων. Ούτε και που μου εμίλησε καθόλου. Ετίναζε μόνο τα βρεγμένα μαλλιά της πέρα δώθε και ράντιζε τα πλάσματα της νύχτας προσευχές. Άλλες σε σχήματα οστρακόδερμων ερώτων -πώς πλέουν, ντε, τα νήπια μύδια στο νερό πριν να γραπώσουν βράχο με τον βήσσο τους- κι άλλες φτιαγμένες απαράλλαχτα σαν πινακίδες πήλινες, διασταύρωση Χαμουραμπί κι Αστάρτης. Τούτες οι δεύτερες με παραξένεψαν το πιο πολύ. Σήκωσα μια από το χώμα που είχε στη μέση της ως κάτω μια χαρακιά κι ολόγυρα, παντού μονάχα γράμματα κυρίως δίγαμα και κόπα από φίλντισι. Στο χέρι μου τούτο το αλλόκοτο γραπτό σαν να ζωντάνεψε. Και η σχισμή που ‘χε καταμεσής πήρε να γίνεται ολόιδια με πράμα κοριτσιού, ν’ ανοίγει αθόρυβα και να ρουφάει τα γράμματα και τον πηλό που είχε για κρεβάτι. Και γέμισε μετά δροσιά κι όλο και άνοιγε. Κι άρχισε να καταπίνει και κομμάτια ουρανού. Θεοί! Κατάπιε και την εμπροσθοφυλακή των αστεριών. Να ειπώ πως σκιάχτηκα, ντροπή δεν είναι. Ποιος στέκεται ανάλαφρα, κρατώντας στην παλάμη του μια μαγεμένη μήτρα; Έκαμα μία προσευχή για να λυθούν τα μάγια. Και πριν προκάμω να φωνάξω τρίτη φορά Θεράν-Τοχέπ-Ακαμ, φάνηκε μπρος μου, ίδια με τα στοιχειά της λίμνης, μια γυναίκα. Φύγε, μου ορμήνεψε, από δω, αν θέλεις το κεφάλι σου. Δω σεργιανούν μονάχα οι Ρωμανοί που ανοίγουνε κορμιά και τρώνε ζωντανές τις λέξεις. (Άγγελος Ήβος)