Θάνατος παλληκαριού
Περιγραφή
Το αφήγημα «Θάνατος παλληκαριού» ανήκει στην ηθογραφία και εκφράζει το κλίμα μιας εποχής (στα τέλη του περασμένου αιώνα) που επιδιώκει την καλλιέργεια της πεζογραφίας σε συνδυασμό με την ανάπτυξη της «ελληνικότητας». Η ελληνικότητα στο αφήγημα αποδίδεται με χαρακτηριστικές πινελιές από τη ζωή του χωριού, μυθοποιημένη βέβαια και εξωραϊσμένη. Παράλληλα και κυρίως, το αφήγημα αποτελεί έναν ύμνο στη λεβεντιά, στην παλικαριά, που τη ζηλεύει η τύχη και τη φθονεί ο χάρος, όπως στα ακριτικά του Διγενή. «Κανείς δεν έπεσε να κοιμηθή, όλοι αγρυπνούσαν· που να κλείσουν μάτι τέτοια χρονιάρα νύχτα; Νύχτα της Μεγάλης Παρασκευής. Ότι πέρασαν τα μεσάνυχτα, βουβές οι καμπάνες και στις τρεις εκκλησούλες του Θαλασσοχωριού. Σωπαίνουν κι οι καμπάνες για του Χριστού τα πάθη, σα νάχουν κι αυτές ανθρώπινη ψυχή και δε μπορούν απ’ το βαθύ καημό τους ούτε να ξεφωνίσουν. Μόνο τα ξύλινα τριτσόνια ξεκουφαίνουν τον κόσμο στων παιδιών τα χέρια· τρέχουν τα παιδιά, κι από γειτονιά σε γειτονιά, κι από πόρτα σε πόρτα, και τα χτυπούνε με κακό και με φωνές: “Ώρα για την εκκλησιά! Ώρα για την εκκλησιά!” Κ’ οι λιγοστοί που απομένουν βάρυπνοι, πετιούνται ξαφνισμένοι και τρέχουν στο παράθυρο, θαρρώντας πως γλυκοχαράζει και πως περνάει κάτου ο επιτάφιος. Για την αγάπη του Χριστού, μια φορά το χρόνο, τη Μεγάλη Παρασκευή, βουβαίνοντ’ οι καμπάνες του Θαλασσοχωριού, εκείνες μόνο· γιατί, απ’ άκρη σ’ άκρη, το Θαλασσοχώρι σηκώνεται στο πόδι, για την αγάπη πάλι του Χριστού, μια φορά το χρόνο, τη νύχτα της Μεγάλης Παρασκευής.»