
Θύμησες
Περιγραφή
«Φρίκη» Η νύχτα μ’ απόμεινε στερνή μου ελπίδα στερνό μου ακρογιάλι. Η μέρα με γέλασε το φως της με τύφλωσε και μου ‘φερε ζάλη και κει που περίμενα να ζήσω της Άνοιξης τη μέθη μεγάλη, αγκάθια μου έμπηξε αντί για τα ρόδα της φτωχό μου κεφάλι. Η νύχτα μου γνέφει να γείρω κοντά της στο κρύο σκοτάδι. Δεν τρέμω απάτη της τον πόνο δε νιώθεις στα βάθη του Άδη.