
Το ξέφτι
Περιγραφή
«Με το ξέφτι» Μνήμη Μίλτου Σαχτούρη Η μητέρα μου γεννήθηκε το ‘41 κι ακόμα σέρνει πίσω της ένα ξέφτι. Το μαζεύω και το κατεβάζω στα σκουπίδια. Τη μητέρα μου όμως θα φωνάζω να ζυμώνει ψωμί στα φαντάσματα όταν θα χτυπάνε απελπισμένα την πόρτα μου να δίνει και στη νύχτα να ξημερώνει αργότερα την πρωινή λύπη. Πρώτη ποιητική συλλογή του Αργύρη Παλούκα που καταφέρνει να αποτυπώσει με δωρική ακρίβεια συναισθήματα, σκέψεις και εικόνες. Οι λέξεις και οι φράσεις του παρά τη φυσική διαδοχή ανάμεσα στους στίχους ακολουθούν, στη φαινομενική ασυνέχειά τους, τη δική τους διατεταγμένη πορεία οργανώνοντας το υλικό του ανάμεσα στην έκπληξη, τη λύπη και την απαντοχή. Οι προσδιορισμοί επιθέτων όπως «πολλοστό τριαντάφυλλο», «τα ξεκούραστα σπλάχνα/ σαν πουκάμισο φρεσκοσιδερωμένο», «το πρόσωπό σου/ τεντωμένο αντίσκηνο», «τόσο συγκεκριμένο όσο ο ενθουσιασμός», «πρωινή λύπη», αλλά και η παρατεταμένη λειτουργία των ρημάτων συντείνουν στην ποιητική του Παλούκα. «Ο θάνατος συγυρίζει/ κι απλώνει ρίζες», «να κάθομαι πλάι στην τρυφερότητα», «τινάζουμε από πάνω μας τη θλίψη», «θα μείνουμε εδώ για πάντα/ έστω σαν σκόνη», «πέφτει σύρμα και τυλίγει την εβδομάδα», είναι μερικοί από τους στίχους που ανασαίνουν αυτόνομα και απροσδιόριστα, αγγίζοντας τη γαλήνη αλλά και την ταραχή του. Παρά μια άδηλη συγγένεια με τη γραφή του Γιάννη Ρίτσου και του Μίλτου Σαχτούρη, η ποίηση του Αργύρη Παλούκα διατηρεί το δικό της ύφος (και ήθος), πραγματώνεται και σημαίνει, πολύ πέρα από όσα καταθέτει στα δεκατέσσερα ολιγόστιχα ποιήματά του.