Επαμεινώνδας Γονατάς (1924-2006)


Ο ταξιδιώτης
Ο νέος που σκότωσε τον Γίγαντα κι εξαφανίστηκε ύστερα, δίχως ποτέ κανένας να μάθει γι’ αυτόν, δεν ήταν όπως διέδωσε η φήμη κι όπως θα λέει αύριο η παράδοση καταγωγής αριστοκρατικής. Ηταν ένας άνθρωπος του λαού, που τον περίμενε ένα απίστευτο τέλος’ κάποιος με πράσινη στρατιωτική ζακέτα χωρίς κουμπιά και κίτρινο φανελένιο παντελόνι. Ο άνθρωπος αυτός, παρ’ όλες τις συμβουλές και τις παροτρύνσεις μας, δεν μας άκουσε. Εκανε λοιπόν, όπως πάντα, του κεφαλιού του. Και τον σκότωσε…
-Αποτελεί το αφήγημα με το οποίο πρωτοεμφανίστηκε στα γράμματα, το 1945, ο Ε. Χ. Γονατάς.

Τρεις δεκάρες
Και άλλα αφηγήματα
Τα κεριά μισολιωμένα κάπνιζαν στα γυάλινα καντηλέρια. Τα τασάκια είχαν ξεχειλίσει από τ’ αποτσίγαρα. Εδώ και πολλή ώρα είχαν σημάνει μεσάνυχτα. Η συζήτηση γύρω από το ποιό επάγγελμα, από εκείνα που όλοι μας είμαστε καταδικασμένοι να ασκούμε σ’ αυτή την πρόσκαιρη και μάταιη ζωή, ήταν το ευγενέστερο, είχε διαγράψει τη θριαμβευτική καμπύλη της και άρχισε να εκφυλίζεται…
Τα κείμενα “Στη γέφυρα”, “Το μάτι” και “Στην εκκλησία”, πρωτοδημοσιεύτηκαν στη συλλογή αφηγημάτων “Το βάραθρο” (εκδ. “Πρώτη Ύλη”, Αθήνα 1963) και δεν περιελήφθησαν στην επανέκδοση από τις εκδόσεις “Στιγμή” (Αθήνα 1984). Τα κείμενα “Η γουρούνα”, “Ενα καταπληκτικό παιδί” και “Το φιαλίδιο” πρωτοδημοσιεύτηκαν στα σχόλια του βιβλίου “Λίχτενμπεργκ, πιπέρι και σπασμένες γραμμές”, μετάφραση, σημειώσεις και σχόλια Ε.Χ. Γονατά (εκδόσεις “Στιγμή”, Αθήνα 2005). Ολα τα άλλα κείμενα, που δημοσιεύονται στην παρούσα έκδοση, είναι ανέκδοτα και γράφτηκαν το 2005. – 10 Οκτωβρίου 2005, Ε. Χ. Γονατάς

Το βάραθρο
Η άρκτος:
Εις εκ Μαλάτιας χωρικός, ονόματι Μαχμούτ Τζεϊλάν, μεταβάς εις πυκνόν δάσος έκοψε ξύλα, τα οποία και εφόρτωσεν επί του υποζυγίου του. Εις ένα όμως σημείον του δάσους ανετράπη το φορτίον και ο χωρικός ήρχισε να τα φορτώνη δια δευτέραν φοράν.
Αίφνης παρουσιάσθη τεραστίων διαστάσεων άρκτος, η οποία, αφού τον περιειργάσθη επ’ ολίγον, τον επλησίασε και ήρχισε να τον βοηθή εις την φόρτωσιν.
Περισυνέλεγε τα διεσκορπισμένα ξύλα και τα παρέδιδεν εις τον ξυλοκόπον, ο οποίος τα παρελάμβανε με δικαιολογημένην ψυχικήν οδύνην και τα ετακτοποίει επί του υποζυγίου.
Όταν έληξεν η φόρτωσις, το θηρίον εκινήθη δια να απομακρυνθή, όπως και ο δυστυχής Μαχμούτ προς αντίθετον κατεύθυνσιν. Πριν όμως προχωρήση, αντελήφθη έντρομος να τρέχη κατόπιν του η άρκτος. Η αγωνία του απεκορυφώθη και από στιγμής εις στιγμήν ανέμενε το τέλος του. Με έκπληξιν όμως είδεν ότι το θηρίον τον επρόλαβε δια να του παραδώση ένα μικρόν ξύλον, που είχε λησμονηθή εις τον τόπον της φορτώσεως.
Εν συνεχεία η άρκτος απεμακρύνθη ησύχως…

Ο φιλόξενος καρδινάλιος
Ακούστηκε πάλι το κελάϊδισμα. Αλλά αυτή τη φορά, σαν να ‘βγαινε πνιχτό – μέγας είσαι Κύριε! – μέσα απ’ το μαξιλάρι μου. Ανασηκώθηκα στο κρεβάτι (ένα παλιοκρέβατο της κακιάς ώρας που, και στο παραμικρό μου κούνημα, μόλις πήγαινα ν’ αλλάξω θέση, ο βουλιαγμένος σωμιές του έτριζε απαίσια και τα ξεχαρβαλωμένα του πόμολα χτυπούσαν στις μακριές τους βίδες)· το κελάϊδισμα έπαψε μεμιάς. Εμεινα για λίγο ολότελα ακίνητος, κρατώντας την ανάσα μου, κι αναποφάσιστος αν έπρεπε να ξανασηκωθώ, αφουγκραζόμουν, παρατηρώντας τα δύο μπροστινά πόμολα…

Οι αγελάδες
Καθόμαστε σ’ ένα υπαίθριο καφενείο: πέντ’ έξι καρέκλες αραδιασμένες στην όχθη ενός μικρού ποταμιού και πιο πέρα, κάτω από ένα πλατάνι, μια παράγκα πνιγμένη στις περικοκλάδες, με την επιγραφή “Η μορφωμένη Αράχνη”.
Πίνομε το ούζο μας βλέποντας τις πέστροφες να πηδάνε κάθε τόσο δυό-δυό έξω απ’ το νερό, που αφρίζει σαν άσπρο στεφάνι γύρω στ’ αστραφτερά τους κεφάλια. Αμίλητοι χαιρόμαστε τη γαλήνια ομορφιά του τοπίου…

Η κρύπτη
Πολλά λουλούδια
Πολλά λουλούδια, πολλοί στήμονες, πολλές ρίζες
βαλσαμώθηκαν και μέσα σε πολύχρωμες βελουδένιες
θήκες, πίσω από παχιά κρύσταλλα, θαμπώνουν τους
επισκέπτες του μουσείου.

Η προετοιμασία
… Τον βρήκα, όπως και τις άλλες φορές, στο γραφείο του, να κάθεται σ’ ένα ψηλό σκαμνί με το κορμί γερμένο στο τραπέζι. Τα πόδια του, κάτω από τη φαρδιά νυχτικιά που φορούσε, κρέμονταν άψυχα, σαν ξύλινα. “Τι κάνεις, Αγέλαε;”, ρώτησα πλησιάζοντας. “Μήπως σ’ ανησύχησα;” Είχε ακουμπισμένο το κεφάλι του στο δίσκο μιας παλιάς ζυγαριάς με σούστες· με το στήθος και το αριστερό χέρι στηριζόταν στο τραπέζι, και με το δεξί ψαχούλευε τα βαρίδια που βρίσκονταν δίπλα. Διάλεξε ένα, το στριφογύρισε στα δάχτυλα και τ’ άφησε να πέσει στο δεύτερο δίσκο, ενώ τα μάτια του, πίσω απ’ τα συρμάτινα ματογυάλια, κόντευαν να πεταχτούν από τις κόγχες τους, καθώς αγωνιζόταν να παρακολουθήσει τα τόξα – δύο μολυβένια κεφάλια περιστεριών βαμμένα μ’ ασημόσκονη που άρχιζαν ν’ ανεβοκατεβάζουν τα ράμφη τους…

Αφηγήματα
Ο ταξιδιώτης (1945)
Το βάραθρο (1963)
Ο φιλόξενος καρδινάλιος (1986)
Τρεις δεκάρες (2006)

Διηγήματα
Η προετοιμασία (1991)
Οι αγελάδες (1963)

Ποιητικά
Η κρύπτη (1959)

Μεταφράσεις στα Γαλλικά
Le désert hospitalier (1994)

Συλλογικά έργα
Ν. Εγγονόπουλος 1907-1985. Εκατό χρόνια από τη γέννησή του (2007)
Κατάλογος 24 (2009)
Ανθολογία της ελληνικής ποίησης (20ός αιώνας) (2012)
Ποιητές στη σκιά (2013)

Μεταφράσεις
Wols, Ποιήματα (1983)
Pierre Bettencourt, Τα πλοία βγήκαν σεργιάνι (2001)
Pierre Bettencourt, Θέατρο σκιών (2001)
Gustave Flaubert, Βιβλιομανία και ένα σχεδίασμα μυθιστορήματος: Η σπείρα (2001)
Wols, Ποιήματα και αφορισμοί (2002)
Ivan Goll, Μαλαισιακά τραγούδια (2002)
Ivan Goll, Ποιήματα 1920-1950 (2003)
Samuel Taylor Coleridge, Οι περιπλανήσεις του Κάιν. Οι σκέψεις του διαβόλου (2004)
Georg Christoph Lichtenberg, Πιπέρι και σπασμένες γραμμές (2005)
Antonio Porchia, Επιλογή από τις Voces (2007)
William Blake
Jules Supervielle
Philippe Soupault
Svata Kaldec
Ramon Llul

Βραβεία
Επιλογή από τις Voces του Αντόνιο Πόρτσια – Κρατικό Βραβείο Μετάφρασης (1994)

Πηγές πληροφοριών: EKEBI, BIBLIONET

Επισκέψεις: 161