
Βιογραφικό
Τρεις μήνες άντεξε μακρυά από τη θάλασσα. Πεθαίνει από εγκεφαλικό επεισόδιο στις 10 Φεβρουαρίου του 1975.
Hδη στα δώδεκα του χρόνια, μαθητής, ο Καββαδίας εξέδιδε μόνος του το περιοδικό Σχολικός Σάτυρος, απόδειξη της στιχοπλαστικής του ευχέρειας. Κάποια από τα πρώτα του ποιήματα δημοσιεύτηκαν καί στην Πειραιώτικη εφημερίδα Σημαία. Τα χρόνια 1928-29 δημοσιεύει ποιήματα του στο περιοδικό της Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαίδειας με το ψευδώνυμο Πέτρος Βαλχάλας και ταυτόχρονα συνεργάζεται και με το περιοδικό Διανοούμενος. Παράλληλα αρχίζει τη δημοσίευση σε συνέχειες ενός μυθιστορήματος στην εφημερίδα Πειραϊκό Βήμα, που όμως δεν ολοκληρώνεται ποτέ.
Η ουσιαστική εμφάνιση του γίνεται με την πρώτη του συλλογή Μαραμπού το 1933, που κέρδισε καί την εύνοια του Φώτου Πολίτη. Το 1943 δημοσιεύει στους Πρωτοπόρους ένα ποίημα με τίτλο “Αθήνα” με το ψευδώνυμο Α. Ταπεινός. Το 1947 επανεκδίδεται συμπληρωμένο το Μαραμπού καί τυπώνεται η δεύτερη συλλογή του, το Πούσι. Το 1954 τυπώνεται και το πεζογράφημα (μάλλον εκτενές αφήγημα καί όχι μυθιστόρημα) Βάρδια.
Λίγο μετά το θάνατο του τυπώνεται η τρίτη συλλογή του με τίτλο Τραβέρσο (1975) καί το 1987 τα μικρότερα πεζά του, Λί, Του πολέμου και Στο άλογό μου.
Ο Νίκος Καββαδίας είναι ίσως ο μόνος που αξίζει τον χαρακτηρισμό του απόλυτα βιωματικού στήν ποίησή του. Μιλάει πάντα γιά τα καράβια που έζησε, τους ναυτικούς που γνώρισε, τους έρωτες, τους καυγάδες και τους θανάτους στα λιμάνια,με την γλώσσα των καραβιών, αλλά και κάποιους ιδιωματισμούς της Κεφαλλονιάς, να μπλέκονται στα γνήσια λαϊκά ελληνικά του. Ο Ερωτάς του για τα ταξίδια και τη θάλασσα, πάθος τρομερό, σχέση αγάπης και μίσους, ο ίδιος έρωτας που τον οδήγησε να μπαρκάρει μικρός, μόλις 19 ετών, αφήνοντας την σίγουρη δουλειά του ναυτικού γραφείου, είναι ορατός σε κάθε στίχο του, και τόσο δυνατός που διαπερνά τον αναγνώστη, τον κάνει να ξεχάσει τις άγνωστες λέξεις και τους ναυτικούς όρους , και να συνεπαρθεί απόλυτα από την αλήθεια του Λόγου του Ποιητή.
Η ποίησή του αντλεί από τον νεορομαντισμό, την ταξιδιωτική κοσμοπολίτικη ποίηση. Eχει όμως ανεπτυγμένα εντελώς δικά της χαρακτηριστικά, που την καθιστούν περίπτωση μοναδική, αλλά καί εξαιρετικά γοητευτική. Η γλώσσα του Καββαδία είναι η ζωντανή, εμπλουτισμένη με πάμπολλα στοιχεία του ναυτικού ιδιώματος, ωστόσο διακριτική, εκφραστικότατη καί πειστική. Τα ποιήματα του είναι έμμετρα καί ομοιοκατάληκτα χωρίς να υποτάσσεται η αφηγηματική ικανότητα και να υποβιβάζεται το καλλιτεχνικό στοιχείο. Περιγράφεται η σκληρή και συχνά άσωτη ζωή των ναυτικών, δεν αποκλείονται όμως στιγμιότυπα τρυφερά καί προεκτάσεις προβληματισμένες και ευρύτερα φιλοσοφημένες. Ετσι, πρόκειται για ποίηση κοσμοπολίτικη, όχι όμως ψυχρή καί απόμακρη, αλλά μεθέξιμη. Η πορεία από την πρώτη ως την τρίτη συλλογή αποκαλύπτει έναν άξονα ανθρωποκεντρικό. Σιγά-σιγά τα μοτίβα γίνονται πιο σκοτεινά, πιο εσωτερικά, πιο ερωτικά. Επανέρχονται σύνβολα καί αντικείμενα με προσδιορίσιμη λειτουργικότητα, χρώματα, πρόσωπα καί μύθοι, που εν τέλει υποσκάπτουν το κοσμοπολίτικο στοιχείο καί το απορρίπτουν για να αφήσουν μιά γυμνή μοναξιά. Η τρυφερότητα καί ο λυρισμός είναι ακόμη χαρακτηριστικότερα στοιχεία των μικρών πεζών του, του 1987. Θα ‘ταν ίσως τολμηρό να ειπωθεί, αλλά φαίνεται πως συγκεντρώνουν ό,τι απαιτείται για να χαρακτηριστούν μικρά, κλασικότροπα αριστουργήματα. Η Βάρδια είναι ένα εκτενές αφήγημα, κοντά στην ευθύγραμμη αφήγηση, με αναδρομικές καί προληπτικές παρεκβάσεις στο πρώτο μέρος, αλλά πολύ κοντά στο είδος του φανταστικού, όπου οι κώδικες εμπλέκονται καί τα όρια πραγματικού καί φαντασιακού συγχέονται, είναι το δεύτερο μέρος, σαφώς νεοτερικότερο και ως προς την ποιητική του.
Ο Νίκος Καββαδίας άφησε πολύ λίγα πίσω του, μόλις τρείς ποιητικές συλλογές, ένα μυθιστόρημα και τρία μικρά πεζά. Ταπεινά παρουσιάστηκε στα ελληνικά γράμματα, κι η ταπεινότητά του αυτή, μαζί με την μελοποίηση πολλών ποιημάτων του, τον έφερε κοντά στη μεγάλη πλειοψηφία των Ελλήνων, κάνοντάς τον έναν από τους πιό δημοφιλείς μας ποιητές, δυστυχώς μετά τον θάνατό του…