Μαρία Καρέλα (1942-2016)


Πατρινέλλα
«…Θα προσπαθήσω να ξετυλίξω το κουβάρι της μνήμης μου παίρνοντας κομμάτια από το ημερολόγιο της Ελένης Σταυροπούλου, έτσι όπως τα βρήκα γραμμένα (…), όταν κατάληξε στα χέρια μου μετά το θάνατό της στην Αφρική, και θα τα ενώσω με τα δικά μου ζωντανά κομμάτια, απ’ το δικό μου ημερολόγιο, που τα καταχωρίζω απαλείφοντας σχεδόν τις ημερομηνίες -οι αριθμοί με πονούν-, μόνο και μόνο για να ολοκληρώσω ένα κείμενο κατάθεση-καταγραφή που, ξετυλίγοντάς το, όπως η Αριάδνη το μίτο, θα καταδειχτεί ίσως το περίεργο παιχνίδι της μοίρας με τους ανθρώπους…
»Αδράχνω, λοιπόν, την ευκαιρία και γράφω, καταγράφοντας την ιστορία που… κομμάτι δικό της, κομμάτι δικό μου, υφαίνουν μια ολότητα σφιχτοπλεγμένου ιστού…»

Ηλιοβασίλεμα στο Μετζάο
Ελλάδα στις αρχές του 20ού αιώνα. Στο Μετζάο του παλιού αρχοντικού, ο έρωτας, το πάθος, τα συμφέροντα, οι προσδοκίες και οι συμφορές στροβιλίζονται στη δίνη του εθνικού δράματος. Με τρόπο άμεσο, με λόγο μεστό, η Μαρία Καρέλα μας ταξιδεύει στην Ελλάδα της Μικρασιατικής καταστροφής και του μεσοπολέμου. Πάτρα, Σμύρνη, Αθήνα. Το Μετζάο και τα ιστορικά γεγονότα συνδέονται αρμονικά συνθέτοντας την εικόνα ενός αδιάσπαστου τοπίου, που θα αποτελέσει το σκηνικό για την κορύφωση του δράματος. Με τρόπο απρόσμενο και συγκλονιστικό η συγγραφέας οδηγεί τους ήρωές της, στην πτώση και στη λυτρωτική κάθαρση. Μας ξαναμαθαίνει τη δύναμη της αγάπης. Και μας θυμίζει, πως δεν υπάρχει τέλος χωρίς ελπίδα. Η μέρα που ανατέλλει, μπορεί να εκπληρώσει την παλιά υπόσχεση.

Πέτρινες μνήμες
Ο αδελφοκτόνος πόλεμος κάποτε τελείωσε. Ο παραλογισμός του εμφυλίου σιγά σιγά ξεχάστηκε. Τα γεγονότα του Πολυτεχνείου, σύμβολο και ορόσημο, ήταν ο ιμάντας που γύρισε τη μηχανή του χρόνου. Η Ελλάδα γύρισε σελίδα και οι πληγές άρχισαν να κλείνουν. Τα χρόνια πέρασαν, η γειτονιά, στην περιοχή του Άη Δημήτρη, άλλαξε. Το μπορντέλο με τις παστρικιές, μετακινήθηκε στην Κάτω Πόλη, προς τους μύλους του Τριάντη. Το Αστυνομικό Τμήμα μεταφέρθηκε στην περιοχή των Ιτιών. Τα παλιά φτωχόσπιτα με τις αυλές έγιναν πολυκατοικίες.
Άλλαξαν και οι άνθρωποι. Τα δάκρυα στέγνωσαν και οι μνήμες έγιναν ένα με τα λιθάρια. Τίποτε πια δεν είναι το ίδιο, μα και τίποτε δεν χάθηκε για πάντα.
Αυτός ο τόπος αφήνει τις θύμισες να μουλιάζουν, να ξεθωριάζουν καθώς το τοπίο βυθίζεται μέσα στο γλαυκό, πάντα λαμπρόμορφο αυτό φως της λευτεριάς… της ισότητας, της αδελφοσύνης, της ελπίδας.

Το μυστικό της σοφίτας
Η ιστορία ξεκινάει το 1959 και ξετυλίγεται στην Αχαϊκή γη, στην Πάτρα. Ήρωές της τα μέλη της οικογένειας Σταθόπουλου, βιομηχάνου κρασιών και ναυτιλιακού πράκτορα. Η Ελλάδα μετρά τις πληγές της κατοχής και του εμφυλίου, όμως η οικογένεια Σταθόπουλου, ζει μέσα στην χλιδή και την ανεμελιά.
Ένα φοβερό μυστικό στοιχειώνει το αστικό σπίτι και η θύελλα δεν αργεί να ξεσπάσει.
Κρυμμένα μυστικά και ένοχα πάθη, οδηγούν τους πρωταγωνιστές στην τρέλα και το θάνατο.
Διαφέρει μόνο η Κλειώ, η μικρότερη κόρη του Σταθόπουλου. Ανήμπορη ν’ αντισταθεί στη φοβερή δίνη, βλέπει τον κόσμο της να καταρρέει, ώσπου η απροσδόκητη εμφάνιση ενός παιδιού ξαναγεννά την ελπίδα.
Μιλώντας με τη φωνή της Κλειώς, η συγγραφέας, βάζει μια μια τις ψηφίδες του κοινωνικού μωσαϊκού της εποχής, φωτίζει σκοτεινές πλευρές και σχολιάζει τα γεγονότα..
Σμπίροι και καταδότες, φιλοδοξίες και πολιτικές συγκρούσεις, ίντριγκες και φλογερά πάθη, ανομολόγητοι έρωτες, και μια πατροκτονία, συνθέτουν μια δυνατή αφήγηση που αιχμαλωτίζει τον αναγνώστη μέχρι την τελευταία σελίδα.
Με μοτίβο το αρχαίο δράμα, σύγχρονα υλικά και χιούμορ, η Μαρία Καρέλα αφηγείται ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα, που αποτελεί ταυτόχρονα ύμνο στη γυναικεία φύση.

…εις τας αυλάς
Κατακαλόκαιρο, χρόνια πριν, ένα σωρό μυρωδιές μπερδεύονταν και έφτιαχναν χαρμάνια “εις τας αυλάς”. Οι μαρκαμπέλες ολάνθιστες, τα αγιοκλήματα, οι γαρδένιες και τα μπουγαρίνια μαζί με τις νυχτολουλουδιές ανάδιναν χλιαρές ανασαιμιές, που τέτοιες ούτε στο περβόλι των θεών δεν υπήρχαν μαζεμένες…
Τα “αναπάντεχα” όσο κι “απρόσμενα” συμβαίνουν μέσα στην αυλή ενός μοδιστράδικου. Ο πόνος συνυπάρχει με τον ζόφο και την ανέχεια, οι αστοί με τους πλούσιους, ο όχλος με την πολιτική, το δίκιο με το άδικο. Μέσα απ’ τον άκρατο αυθορμητισμό και την ιστορία της Νίτσας της υπηρέτριας, περνάει η ζωή όλου, σχεδόν, του αχαϊκού χώρου οικοδομώντας μία βίβλο τρόπου ζωής στην περιφέρεια της εποχής, ζωγραφίζοντας με έντονα χρώματα το μεγαλείο τόσο του έρωτα, όσο και της πραγματικής αγάπης.

Ο Κοκκινόβραχος
Που ταξιδεύει τον αναγνώστη σε απρόσμενα πρανή και πολιτικές λογικές της δεκαετίας του εβδομήντα και μετά.
Που… ρουφιέται ως την τελευταία του σελίδα.
Φτάσανε κι οι δύο λαχανιασμένοι. Καθώς τους έπαιρνε κάπου ο κατήφορος, η Ρεγγίνα αδυνατούσε να καταγράψει και να εμπεδώσει εντελώς, όσα τρομερά της είχε αραδιάσει ο σαλός. Ή τουλάχιστον, ο εγκέφαλός της. Οι λέξεις όμως και το άλγος άρχισαν να κατακαθίζουν στο μέσα της, καθώς διέσχισε την μικρή αλέα ως να φτάσει και να σπρώξει την σκουριασμένη απ’ τα αλάτια και τη βαρυχειμωνιά, δύστροπη καγκελόπορτα. Εκείνη άνοιξε σκούζοντας, αφήνοντας έναν ανατριχιαστικό τριγμό. Ο σαλός την άφησε να περάσει πρώτη και καθώς εκείνη κάλυπτε την απόσταση ως την εξώπορτα, εκείνος ξανάρχισε να θρηνεί γδέρνοντας με τα νύχια των χεριών του τα μάγουλά του, υγραμένα ήδη από καυτά δάκρυα. Από κει κι ύστερα, οι κινήσεις της γίναν μηχανικές. Μια περίεργη δύναμη την ωθούσε να μπει, και μια άλλη, αντίρροπη, την κρατούσε ακίνητη μπρός στα τρία σκαλοπάτια. Καθώς την είδε δισταχτική ο Αγγελής, της ψιθύρισε μισοκλαίγοντας:
«Μέσα, ε, εκεί, στο μπα-μπάνιο, δίπλα στο με-μεγάλο κα-καθιστικό». Η Ρεγγίνα, παρότι είχε ντυθεί καλά, ένοιωσε ν’ ανατριχιάζει από το κρύο. Δρασκέλισε τα σκαλοπάτια, μπήκε στο χολ και ασυναίσθητα τράβηξε για το μπάνιο. Είχαν περάσει αιώνες από τότε που είχε μπει για τελευταία φορά σε τούτο το σπίτι. Όμως, δρασκελίζοντάς το, αντιλαμβανόταν πως λίγα πράγματα, ελάχιστα για την ακρίβεια είχαν αλλάξει. Με παγωμένα συναισθήματα και τρόμο στην καρδιά, τράβηξε για το μπάνιο. Δεν ήξερε, βέβαια τι θα αντιμετώπιζε ύστερ’ από όσα μισά της είχε εξιστορήσει ο σαλός τσάτρα – πάτρα. Όμως, μπαίνοντας εκεί αιφνιδιάστηκε από την εικόνα. Η Μύριαμ κείτονταν στην μπανιέρα της μέσα σε μιαν άλικη λίμνη αίματος. Τούτο το άδειασμα από αίμα της χάριζε μιαν ωχρότητα που θύμιζε καμπυλόγραμμη οδαλίσκη, εγκαταλειμμένη σε κόκκινο μεταξωτό μαλακό σοφρά, έτσι όπως τα χέρια είχαν πάρει την νεκρική ακαμψία τους, το ένα λυγισμένο προς τους γλουτούς και το άλλο κρεμασμένο έξω απ’ τα περιγράμματα της μπανιέρας. Τα μάτια του πτώματος ήταν σφαλιστά και στο στόμα έμενε ακόμη χαραγμένη μια υποψία χαμογέλιου ή πόνου, η Ρεγγίνα δεν θα μπορούσε να πει. Τα ξανθά μακριά μαλλιά της φαντάζαν να στεφανώνουν μια κοιμισμένη γοργόνα. Όμως ένα μεγάλο ξυράφι ακουμπημένο στο χείλος της μπανιέρας ολοκλήρωνε το μακάβριο σκηνικό, καταδεικνύοντας τις ανοιγμένες φλέβες στους καρπούς, πού ’χαν πιτσιλίσει με κόκκινο γερανίου τοίχους και πάτωμα. Η Ρεγγίνα έμεινε καρφωμένη να κοιτάζει δίχως να μπορεί να πάρει τα μάτια της από το άψυχο σώμα. Ένα σώμα, που, παρ’ ό,τι νεκρό, προκαλούσε με τις άψογες αναλογίες του. Αφηρημένη, εγκαταλειμμένη στη θέαση, της νεκρής, έμοιαζε σαν σαγηνεμένη από τα φωσφορίζοντα μάτια ιερής κόμπρας, ενώ το σώμα της το διέτρεχε κρύος ιδρώτας.
«Και να σκεφτείς πως κάποιες ώρες πριν, είχε κρυφτεί για να μην την συναντήσει θωρώντας την να βγαίνει από την πίσω πόρτα του σπιτιού του πολιτικού, πρώην υπουργού. Τι να την ανάγκασε άραγε να προβεί σ’ ένα απονενοημένο διάβημα; Αυτή, μια καλλονή, πού ’χε και το σθένος και τα κότσια να ρισκάρει σε μια πιθανή καμπή της ζωής της;»
Όμως, τούτους τους λογισμούς της, διέκοψε η σειρήνα του περιπολικού που κατέφθασε. Τις ανακρίσεις βέβαια, θα κατηύθυνε ο αστυνομικός Διοικητής, που θα ’ρχόταν κατεπειγόντως από την Πελοποννησιακή πρωτεύουσα, προκειμένου να έχει προσωπική άποψη επί του πρακτέου έχοντας αναλάβει υπεύθυνος της διεξοδικής διενέργειάς τους.
Ένα μυθιστόρημα ατμοσφαιρικό, μυστηριώδες, ανεξιχνίαστο, με ήρωες-τανταλίδες που πασχίζουν να ξεφύγουν από τους προδιαγεγραμμένους για αυτούς ιστούς της ειμαρμένης.
Μέσα από την αχλή του ξεπηδούν ο έρωτας, η ομορφιά, αλλά και το πάθος για εκδίκηση, με την ίδια ακατασίγαστη ένταση. Μια ένταση που πνίγει, θολώνει τη λογική, αλλοτριώνει.
Με μια κάθαρση… θρίλερ!

Μυθιστορήματα
Πατρινέλλα (2000)
Δύο καλοκαίρια στο ονειροδρόμιο (2002)
Ηλιοβασίλεμα στο Μετζάο (2004)
Πέτρινες μνήμες (2006)
Το μυστικό της σοφίτας (2008)
…εις τας αυλάς (2011)
Ο Κοκκινόβραχος (2015)

Διηγήματα
Αποκοτιές (1993)
Επιμύθιο σιωπής (1995)
In memoriam (1997)
Τραπέζ (1999)

Πηγές: BIBLIONET, Εκδοτικός Οίκος Α. Α. Λιβάνη, Εκδόσεις Ελάτη, Ζαχαράκης Κ. Μ., Περίπλους

Επισκέψεις: 54