Νίκος Μητούσης

Ελληνες λογοτέχνες
Ο Νίκος Μητούσης γεννήθηκε ένα χιονισμένο Φλεβάρη του 1963 σε ένα χωριό της Ροδόπης, τον Ίασμο.
Σε ηλικία 18 ετών ήρθε στην Αθήνα όπου συνέχισε τις σπουδές του και παράλληλα εργάστηκε σε πολλές εταιρίες στον οικονομικό τομέα. Tα τελευταία χρόνια ωστόσο τον κέρδισε η ναυτιλία. Είναι λάτρης της φωτογραφίας, της μουσικής και των ταξιδιών.

Οι κουρελούδες της Αλισάβας – Νίκος Μητούσης




“Διάλεγε τα ρουχαλάκια, τα λουρίδιαζε για τις κουρελούδες της και αναθυμόταν τους δικούς της στην αντίπερα όχθη. Κουβέντιαζε μαζί τους, τους κερνούσε, έκλαιγε που δεν μπορούσε να τους αγγίξει, θύμωνε και μέρευε, αλλά τους αποθαμένους δεν τους αποχωριζόταν.”

Εκείνο το καλοκαίρι του 1912 στη Ραιδεστό ήρθε ο σεισμός σαν δράκος του παραμυθιού να καταπιεί τη μικρή Αλισάβα και τα αδέλφια της, να σύρει τα φορτωμένα κάρα σε νέους τόπους και να παίξει με τα κουβάρια της ζωής τους.

Πολλά χρόνια μετά, εκεί στο χιονισμένο δρομάκι, φάνηκε μια παράξενη σκιά κουκουλωμένη με την μπέρτα της, σαν λάμια, ήταν τρομακτική φιγούρα για τα παιδιά, αινιγματική για τους μεγάλους. Ήταν Χριστούγεννα κι έκανε κρύο. Η Αλισάβα έπιασε το μικρό αγόρι από το χέρι και το οδήγησε στο σπίτι της. Εκείνο, σαστισμένο, κάθισε κοντά στη σόμπα, παρατηρώντας τους καναπέδες με τα υφαντά και τις ξεθωριασμένες φωτογραφίες στον τοίχο. Τον κέρασε κουραμπιέ και της είπε τα κάλαντα.
Από κείνη τη μέρα τα δακρυσμένα μάτια της θα μολογούσαν χιλιάδες θύμησες στον Νικηφόρο. Όλα όσα φύλαγε εξήντα τόσα χρόνια… σπαρτά και αλώνια, θάλασσες και γλάρους, μαύρα σύννεφα και κανόνια, πολύχρωμα κουρελάκια, μια ζωή ολάκερη στον αργαλειό, να περνάει τη σαΐτα, να κυλούν τόπια τα υφαντά.

Το ταξίδι ατέλειωτο, δελεαστικό, μήνες θαρρείς κρατούσαν οι διηγήσεις, μήνες κι εποχές ολόκληρες, άπλωνε το χέρι ο Νικηφόρος και πίστευε ότι θα τις αγγίξει· έτσι όπως άγγιζε τα ρόδια στη μικρή αυλή ώσπου να γίνουν ζάχαρη, ν’ αγαπηθούν πολύ όσοι τα γευτούν κι η γλύκα να γεμίσει παρηγοριά τον κάθε πικραμένο στον απάνω κόσμο…

Κι όταν το αγόρι έγινε άνδρας και η παράξενη σκιά ετοιμαζόταν να ταξιδέψει, πάλι μια κουρελού ολοκαίνουρια, απάτητη, με χρώματα ζωντανά, θα τους έδενε για πάντα… “Από δικά σου ρούχα φτιαγμένη, ξέρεις εσύ…”

Μυθιστόρημα, Χάρτινη Πόλη, 2014, 592 σελ.

Οι κουρελούδες της Αλισάβας – Νίκος Μητούσης




Δεκαετία του ’70, σ’ ένα χωριό στην Ξάνθη. Η Αλισάβα ζούσε μόνη της όλα αυτά τα χρόνια· δεν είχε φίλους, δεν είχε συγγενείς. Τους έχασε όλους μες στους καπνούς του πολέμου. Από μικρό κορίτσι, διάλεγε τα ρουχαλάκια τους, τα λουρίδιαζε για τις κουρελούδες της και αναθυμόταν τους δικούς της στην αντίπερα όχθη. Κουβέντιαζε μαζί τους, τους κερνούσε, έκλαιγε που δεν μπορούσε να τους αγγίξει, θύμωνε και μέρευε, αλλά τους αποθαμένους δεν τους αποχωριζόταν.

Εκείνο το καλοκαίρι του 1912 στη Ραιδεστό ήρθε ο σεισμός σαν δράκος του παραμυθιού να καταπιεί τη μικρή Αλισάβα και τα αδέλφια της, να σύρει τα φορτωμένα κάρα σε νέους τόπους και να παίξει με τα κουβάρια της ζωής τους. Πολλά χρόνια μετά, εκεί στο χιονισμένο δρομάκι, φάνηκε μια παράξενη σκιά κουκουλωμένη με την μπέρτα της, σαν λάμια, ήταν τρομακτική φιγούρα για τα παιδιά, αινιγματική για τους μεγάλους. Ήταν Χριστούγεννα κι έκανε κρύο.

Η Αλισάβα έπιασε το μικρό αγόρι από το χέρι και το οδήγησε στο σπίτι της. Εκείνο, σαστισμένο, κάθισε κοντά στη σόμπα, παρατηρώντας τους καναπέδες με τα υφαντά και τις ξεθωριασμένες φωτογραφίες στον τοίχο. Τον κέρασε κουραμπιέ και της είπε τα κάλαντα. Από κείνη τη μέρα τα δακρυσμένα μάτια της θα μολογούσαν χιλιάδες θύμησες στον Νικηφόρο. Όλα όσα φύλαγε εξήντα τόσα χρόνια… σπαρτά και αλώνια, θάλασσες και γλάρους, μαύρα σύννεφα και κανόνια, πολύχρωμα κουρελάκια, μια ζωή ολάκερη στον αργαλειό, να περνάει τη σαΐτα, να κυλούν τόπια τα υφαντά. Το ταξίδι ατέλειωτο, δελεαστικό, μήνες θαρρείς κρατούσαν οι διηγήσεις, μήνες κι εποχές ολόκληρες, άπλωνε το χέρι ο Νικηφόρος και πίστευε ότι θα τις αγγίξει· έτσι όπως άγγιζε τα ρόδια στη μικρή αυλή ώσπου να γίνουν ζάχαρη, ν’ αγαπηθούν πολύ όσοι τα γευτούν κι η γλύκα να γεμίσει παρηγόρια τον κάθε πικραμένο στον απάνω κόσμο… Κι όταν το αγόρι έγινε άνδρας και η παράξενη σκιά ετοιμαζόταν να ταξιδέψει, πάλι μια κουρελού ολοκαίνουρια, απάτητη, με χρώματα ζωντανά, θα τους έδενε για πάντα… “Από δικά σου ρούχα φτιαγμένη, ξέρεις εσύ…”

Μυθιστόρημα, Χάρτινη Πόλη, 2017, 660 σελ.

Από τη μνήμη στην καρδιά – Νίκος Μητούσης




Η Μηλίτσα, ένα όνειρο με μπλε ποδιά και μαλλιά χρυσαφένια. Ένα χαμόγελο σαν το ουράνιο τόξο. Μια μεγάλη καρδιά σαν τα μυστικά αραξοβόλια. Ένα θρόισμα φθινοπωριάτικο στο πίσω σοκάκι με τα δέντρα που φυλλορροούσαν. Ένα τραγούδι που ακουγόταν από ένα παράθυρο ανοιχτό. Η Μηλίτσα, γεμάτη νιάτα και ιδέες, η Μηλιά που περίμενε να πάρει τη σκυτάλη, να βγει ορθόπλωρη στη ζωή, η Λιάνα που ταξίδευε με τις άλλες δύο σαν αποσκευές στη θύμησή της… Μια γυναίκα μόνη ταξιδεύει με το τρένο μια βροχερή νύχτα. Ένα ταξίδι απρόσμενο. Μια απόφαση χωρίς σκέψη. Μια διαδρομή ανάμεσα στο τότε και το τώρα, χωρίς διακριτές γραμμές, χωρίς συνοχή, χωρίς σειρά. Ένα τρένο να τρέχει μπροστά και μια γυναίκα να ταξιδεύει προς τα πίσω, να γίνεται κορίτσι, γυναίκα, μάνα, ερωμένη, να τα ζει όλα ξανά από την αρχή. Πού θέλει να πάει; Πού θέλει να φτάσει; Η μεγαλύτερη απόσταση που έχει να διανύσει είναι από τη μνήμη στην καρδιά… Θα ’χει τη δύναμη να παλέψει με τα κύματα που της υψώνει το παρελθόν; Αυτή η πάλη με τα κύματα, το έργο της ζωής της. Κύματα και βράχια κοφτερά και ύφαλοι ύπουλοι κι αέρηδες μανιασμένοι, κι αυτή σκαρί που δεν αλλάζει ρότα, πλησίστια να πλέει κατάντικρυ στον κυκλώνα. Ήταν, λοιπόν, η Μηλίτσα, ζωγραφιά που ξέβαψε; Όχι. Υπόσχεση που ξεχάστηκε; Και πάλι όχι. Μια διαδρομή στον χρόνο, μια ανάπαυλα, μια ανάσα και πάλι συνέχεια. Αυτό ήταν η Μηλιά, μια κίνηση αέναη, μια αύρα, ένας καπνός από τσιγάρο…

Μυθιστόρημα, Χάρτινη Πόλη, 2020, 548 σελ.

Μυθιστορήματα
Οι κουρελούδες της Αλισάβας (2014), Χάρτινη Πόλη
Οι κουρελούδες της Αλισάβας (2017), Χάρτινη Πόλη
Από τη μνήμη στην καρδιά (2020), Χάρτινη Πόλη

Πηγές: Biblionet, Χάρτινη Πόλη

33 views.