Νίκος Τσίγκος

Ελληνες λογοτέχνες
Ο Νίκος Τσίγκος γεννήθηκε στην Αντίπαρο των Κυκλάδων.
Έζησε και εργάστηκε ως μουσικός στο Τορόντο του Καναδά από το 1970. Υπήρξε νυμφευμένος με την βραβευμένη Καναδέζα ποιήτρια Gwendolyn Mac Ewen, με την οποία μετέφρασαν ποιήματα από την Τέταρτη Διάσταση του Γιάννη Ρίτσου και αρχαίες τραγωδίες, όπως για παράδειγμα τις Τρωάδες, που ανέβηκαν σε θέατρα του Τορόντο. Στη συνέχεια έγραψε στίχους για το μουσικό συγκρότημά του Los Companeros. Ποιήματά του έχουν εκδοθεί, στα αγγλικά, στον Καναδά.
Έχει στο ενεργητικό του επίσης αρκετά μυθιστορήματα. Tα τελευταία δέκα χρόνια περνάει τα καλοκαίρια του στην Αντίπαρο, μαζί με τη σύζυγό του Άννη. Το πρώτο, “Ο βαρκάρης της Νησήλιος”, εκδόθηκε το 2015, ενώ υπό έκδοση είναι οι “Ξύλινοι Άγγελοι”. Το μυθιστόρημα “Ο αρχάγγελος της Μονεμβασιάς κι ένας έρωτας στους γαλάζιους βραχόκηπους της Αντίπαρος” είναι το δεύτερο που εκδίδεται στην Ελλάδα.
Μυθιστορήματα
Ο αρχάγγελος της Μονεμβασιάς κι ένας έρωτας στους γαλάζιους βραχόκηπους της Αντίπαρος (2019), Μανδραγόρας
Ξύλινοι Άγγελοι (2021), Μανδραγόρας

Νουβέλες
Ο βαρκάρης της Νησήλιος (2015), Εκδόσεις Σεναριογράφων Ελλάδος

Ξύλινοι Άγγελοι – Νίκος Τσίγκος

Ξύλινοι άγγελοι

Μυθιστόρημα, Μανδραγόρας, 2021, 304 σελ.

Ο αρχάγγελος της Μονεμβασιάς κι ένας έρωτας στους γαλάζιους βραχόκηπους της Αντίπαρος – Νίκος Τσίγκος

Αντρέας-Ιχθύς, Μαρίνα-Βορεαλίς, μια ποιητική φιλοσοφική οικολογική περιδιάβαση


H ιστορία ενός έρωτα που γεννιέται και εκτυλίσσεται στα ηλιόλουστα καλοκαίρια της Aντίπαρος και στη βαρυχειμωνιά του Kαναδά. Oι ήρωες νέοι, με χαρά της ζωής αλλά και διαννούμενοι με ευαισθησία, προβληματισμούς και ανησυχίες. H συνάντησή τους εμβαθύνει τις οικολογικές, ποιητικές και φιλοσοφικές τους αναζητήσεις με φόντο τους γαλάζιους βραχόκηπους της Mεσογείου και το βαθύ πράσινο του Bορρά.
Ο Αντρέας Κομνηνός, έτσι όπως κάθεται, ντάλα μεσημέρι, κάτω απ’ τη μεγάλη τέντα του Nautica Café στην προκυμαία του λιμανιού της ονειρικής γενέτειράς του της Αντίπαρος, νοιώθει ξανά τον χρόνο να του ανοίγει διάπλατα τις πόρτες του ένθεου Αιγαίου και τον ηχητικό χάρτη της γης να εκπέμπει τις ηλεκτρομαγνητικές ροές που ακολουθούν τα μεταναστευτικά πουλιά και οι ονειροπόλοι ταξιδιάρηδες για να φτάσουν στον προορισμό τους.
…Αρχίζω να αισθάνομαι τον τελευταίο καιρό πως πίσω απ’ το λυκόφως, το «παν-ζώο-φύση», αόμματο, ερεθισμένο απ’ τα τραύματα που του προκαλούμε, μας βλέπει με μια «δερμοοπτική αντίληψη» σάμπως αρχέγονος Οιδίποδας, που προσπαθεί να λύσει το αίνιγμά του για να υπάρξει. Αισθάνομαι πολλές φορές να εκχέει καυτές πνοές αέρα, που εμπεριέχουν ζώντα μηνύματα σε οργανικές φόρμες, για να μας θυμίζουν την εναντιοδρόμησή μας και το άσκοπο της ακραίας τεχνολογικής ασυδοσίας, που δημιουργεί αθεράπευτες μολύνσεις-πληγές, πάνω στο πληγωμένο νοήμον σώμα του.
…Περπατούσαν στα καστανόχρωμα μονοπάτια με τους φουντωτούς κέδρους, που σκορπούσαν ένα άρωμα σαν ευωδιαστό θυμίαμα, σαν άγιο μύρο, καθώς τους χτυπούσε ο ήλιος και έσκαζε το ρετσίνι τους. Το πιο ανεπαίσθητο αεράκι, εκτός απ’ τα αρώματα των κέδρων, έφερνε μαζί του κι όλες τις μυρουδιές από την άγρια μέντα και τη λεβάντα και τους αγριόκρινους και το ξεραμένο φλισκούνι.
…Όταν πια το μεγάλο πύρινο ρόλοι ψηλά στο μεσούρανο έπαιρνε λίγες μοίρες κλίση απ’ τη μεριά της Σίφνου πάνω στον επουράνιο μοιρογνωμόνιο δρόμο του, έφυγε το εκτυφλωτικό θάμβος απ’ τα μάτια κι έπεσε σαν άστρο αναμμένο, σβήνοντας μες στο γαληνό νερό, έμβλημα αιωνιότητας, σημαδεύοντας το ανεξιχνίαστο σώμα της θάλασσας, που απλωνόταν αμέριμνη κάτω απ’ τα ηλιοχρισμένα σκέλια του αλμυρού σώματος του ελληνικού καλοκαιριού.
…Ο πατήρ Αναστάσιος, κάτω απ’ τα βυζαντινά μάτια των αγίων, πήρε τα στέφανα από αγριολούλουδα από τον δίσκο που κρατούσε η Μαρίνα, τα σταύρωσε και τα ακούμπησε σαν δυο μυρωμένα άνθινα πουλιά στα κεφάλια τους. Με μιας τότε ευωδίασε ο νους και όλο τους το είναι, σαν να ένιωσαν ένα σκίρτημα, σαν σπινθήρισμα βεγγαλικού από φως και πνεύμα, εκεί στη μύχια κρύπτη του ηλιακού τους πλέγματος και στης καρδιάς τους τα φύλλα.
Μια ζωντανή ιστορία που μεταπλάθεται από τόπο σε τόπο αναζητώντας τα αινίγματα της ζωής και της ύπαρξης.

Μυθιστόρημα, Μανδραγόρας, 2019, 224 σελ.

Ο βαρκάρης της Νησήλιος – Νίκος Τσίγκος




Ήταν μια μέρα σαν κι’ αυτές που νοιώθει κανείς μια ευδαιμονία σαν ευλογία, όπως όταν απορροφάς τους στίχους του “Άξιον Εστί” κι’ αναγαλλιάζει μαζί με το πέλαγο και το σπλάγχνο σου και η “αιωνιότητα Ψυχή”, ιδίως όταν βρίσκεσαι στην Νησήλιο, – το ποιητικό και πνευματικό όνομα της αρχαίας Ωλίαρος, της σύγχρονης ηλιοφιλημένης Αντίπαρος, μες στο πέταλο του γαλαζοπράσινου κόλπου με τους αγέρωχους βράχους, που ξεπετάγονται μέσα από την θάλασσα σαν αμφίβια αλόγα…

Νουβέλα, Εκδόσεις Σεναριογράφων Ελλάδος, 2015, 128 σελ.

Πηγές: Biblionet, Μανδραγόρας