
Βιογραφικό
Ο Philip Kindred Dick γεννήθηκε στις 16 Δεκεμβρίου του 1928 στο Σικάγο των ΗΠΑ.
Ο χωρισμός των γονέων του όταν ήταν πέντε χρονών, ο θάνατος της δίδυμης αδελφής του Τζέιν, οι πέντε αποτυχημένοι γάμοι του από τους οποίους απέκτησε τρία παιδιά, οι ενοχλήσεις της αστυνομίας εξαιτίας των “ανατρεπτικών” έργων του, οι διάφορες ερωτικές απογοητεύσεις του που θα τον οδηγήσουν σε δύο απόπειρες αυτοκτονίας, ο εθισμός του στα ναρκωτικά, ο αγχωτικός ρυθμός της ζωής του και του γραψίματός του, και κυρίως οι δύο μυστικιστικές εμπειρίες που είχε – η πρώτη το 1963 όπου “είδε” στον ουρανό το πρόσωπο του κακού, και η δεύτερη το 1974, που ο ίδιος ονομάζει “συνάντηση με το Θεό” – είναι τα βασικά γεγονότα που σημάδεψαν τη σύντομη, τραγική ζωή του. Για ένα μικρό χρονικό διάστημα άνοιξε και ένα κατάστημα δίσκων – η μουσική ήταν ένα από τα πάθη του – αλλά το έκλεισε και για λίγο εργάστηκε σε ραδιοφωνικό σταθμό. Πάνω από σαράντα μυθιστορήματα και πάρα πολλά διηγήματα γεμίζουν αυτή τη δυστυχισμένη ζωή, πλουτίζοντας με την ποιότητά τους και την πρωτοτυπία τους τη σύγχρονη αμερικανική επιστημονική φαντασία και τη λογοτεχνία γενικότερα. Η ζωή, ο θάνατος, ο Θεός, η πολύμορφη και πολυδιάστατη “συνείδηση της πραγματικότητας”, η Εξουσία και πάνω απ’ όλα ο Άνθρωπος, είναι τα κέντρα βάρους της προβληματικής του. Θεωρείται και είναι ένας από τους σημαντικότερους συγγραφείς επιστημονικής φαντασίας. Το σπουδαιότερο μυθιστόρημά του “Ο άνθρωπος στο απόρθητο κάστρο”, 1962, ήταν το πρώτο που τιμήθηκε με το βραβείο Χιούγκο, για να ακολουθήσουν πολλές ακόμα βραβεύσεις.
Στα τελευταία χρόνια της ζωής του ο Ντικ γνώρισε την αναγνώριση και την οικονομική άνεση που τόσο στερήθηκε το προηγούμενο διάστημα. Εκδόθηκε επιτέλους ένα συμβατικό μυθιστόρημά του, το Πριν από το Τέλος του Κόσμου, και μεγάλα ποσά άρχισαν να φτάνουν απ’ τις αυξανόμενες πωλήσεις των βιβλίων του. Χάρισε αρκετά απ’ αυτά τα χρήματα σε φιλανθρωπίες και συνέχισε να ζει λιτά, αφοσιωμένος στην ολοκλήρωση της θεολογικής τριλογίας μυθιστορημάτων Valis, Θεϊκή Εισβολή και Η Μετεμψύχωση του Τίμοθυ Άρτσερ. Το 1978 πεθαίνει η μητέρα του. Το 1980 άρχισε το γύρισμα σε ταινία του βιβλίου του Ονειρεύονται τα ανδροειδή ηλεκτρικά πρόβατα; με τον τίτλο Blade Runner, μια υπόθεση που τον άγχωσε υπερβολικά και τον έφερε αρχικά σε αντιπαράθεση με το σκηνοθέτη Ρίντλεϊ Σκοτ. Η ταινία θα του χάριζε φήμη στο πλατύ κοινό· μια φήμη όμως που δεν πρόλαβε να χαρεί. Η υπερπροσπάθεια και οι καταχρήσεις των προηγούμενων χρόνων, μαζί με το άγχος του για την ταινία, άρχισαν να κλονίζουν σοβαρά την υγεία του. Στα μέσα του Φλεβάρη του 1982 έπαθε εγκεφαλικό. Δεν συνήλθε ποτέ, και στις 2 Μαρτίου 1982 πέθανε στο Σάντα Άνα της Καλιφόρνια από καρδιακή ανεπάρκεια. Το Blade Runner βγήκε στις αίθουσες μόλις τέσσερις μήνες μετά. Η σορός του μεταφέρθηκε από τον πατέρα του στο Φορτ Μόργκαν του Κολοράντο, όπου ήταν θαμμένη η δίδυμη αδελφή του. Όταν είχε πεθάνει η Τζέιν, στον τάφο είχαν χαραχτεί τα ονόματα και των δυο τους, με έναν κενό χώρο για την ημερομηνία θανάτου του Φιλ. Μετά από πενήντα τρία χρόνια, η ημερομηνία αυτή χαράχτηκε κι ο Φίλιπ Ντικ ενώθηκε ξανά με την αδερφή του.
Ο χωρισμός των γονέων του όταν ήταν πέντε χρονών, ο θάνατος της δίδυμης αδελφής του Τζέιν, οι πέντε αποτυχημένοι γάμοι του από τους οποίους απέκτησε τρία παιδιά, οι ενοχλήσεις της αστυνομίας εξαιτίας των “ανατρεπτικών” έργων του, οι διάφορες ερωτικές απογοητεύσεις του που θα τον οδηγήσουν σε δύο απόπειρες αυτοκτονίας, ο εθισμός του στα ναρκωτικά, ο αγχωτικός ρυθμός της ζωής του και του γραψίματός του, και κυρίως οι δύο μυστικιστικές εμπειρίες που είχε – η πρώτη το 1963 όπου “είδε” στον ουρανό το πρόσωπο του κακού, και η δεύτερη το 1974, που ο ίδιος ονομάζει “συνάντηση με το Θεό” – είναι τα βασικά γεγονότα που σημάδεψαν τη σύντομη, τραγική ζωή του. Για ένα μικρό χρονικό διάστημα άνοιξε και ένα κατάστημα δίσκων – η μουσική ήταν ένα από τα πάθη του – αλλά το έκλεισε και για λίγο εργάστηκε σε ραδιοφωνικό σταθμό. Πάνω από σαράντα μυθιστορήματα και πάρα πολλά διηγήματα γεμίζουν αυτή τη δυστυχισμένη ζωή, πλουτίζοντας με την ποιότητά τους και την πρωτοτυπία τους τη σύγχρονη αμερικανική επιστημονική φαντασία και τη λογοτεχνία γενικότερα. Η ζωή, ο θάνατος, ο Θεός, η πολύμορφη και πολυδιάστατη “συνείδηση της πραγματικότητας”, η Εξουσία και πάνω απ’ όλα ο Άνθρωπος, είναι τα κέντρα βάρους της προβληματικής του. Θεωρείται και είναι ένας από τους σημαντικότερους συγγραφείς επιστημονικής φαντασίας. Το σπουδαιότερο μυθιστόρημά του “Ο άνθρωπος στο απόρθητο κάστρο”, 1962, ήταν το πρώτο που τιμήθηκε με το βραβείο Χιούγκο, για να ακολουθήσουν πολλές ακόμα βραβεύσεις.
Στα τελευταία χρόνια της ζωής του ο Ντικ γνώρισε την αναγνώριση και την οικονομική άνεση που τόσο στερήθηκε το προηγούμενο διάστημα. Εκδόθηκε επιτέλους ένα συμβατικό μυθιστόρημά του, το Πριν από το Τέλος του Κόσμου, και μεγάλα ποσά άρχισαν να φτάνουν απ’ τις αυξανόμενες πωλήσεις των βιβλίων του. Χάρισε αρκετά απ’ αυτά τα χρήματα σε φιλανθρωπίες και συνέχισε να ζει λιτά, αφοσιωμένος στην ολοκλήρωση της θεολογικής τριλογίας μυθιστορημάτων Valis, Θεϊκή Εισβολή και Η Μετεμψύχωση του Τίμοθυ Άρτσερ. Το 1978 πεθαίνει η μητέρα του. Το 1980 άρχισε το γύρισμα σε ταινία του βιβλίου του Ονειρεύονται τα ανδροειδή ηλεκτρικά πρόβατα; με τον τίτλο Blade Runner, μια υπόθεση που τον άγχωσε υπερβολικά και τον έφερε αρχικά σε αντιπαράθεση με το σκηνοθέτη Ρίντλεϊ Σκοτ. Η ταινία θα του χάριζε φήμη στο πλατύ κοινό· μια φήμη όμως που δεν πρόλαβε να χαρεί. Η υπερπροσπάθεια και οι καταχρήσεις των προηγούμενων χρόνων, μαζί με το άγχος του για την ταινία, άρχισαν να κλονίζουν σοβαρά την υγεία του. Στα μέσα του Φλεβάρη του 1982 έπαθε εγκεφαλικό. Δεν συνήλθε ποτέ, και στις 2 Μαρτίου 1982 πέθανε στο Σάντα Άνα της Καλιφόρνια από καρδιακή ανεπάρκεια. Το Blade Runner βγήκε στις αίθουσες μόλις τέσσερις μήνες μετά. Η σορός του μεταφέρθηκε από τον πατέρα του στο Φορτ Μόργκαν του Κολοράντο, όπου ήταν θαμμένη η δίδυμη αδελφή του. Όταν είχε πεθάνει η Τζέιν, στον τάφο είχαν χαραχτεί τα ονόματα και των δυο τους, με έναν κενό χώρο για την ημερομηνία θανάτου του Φιλ. Μετά από πενήντα τρία χρόνια, η ημερομηνία αυτή χαράχτηκε κι ο Φίλιπ Ντικ ενώθηκε ξανά με την αδερφή του.