
Βιογραφικό
O τυπικός εκπρόσωπος της Φαναριώτικης ποίησης. Ασχετα με την αξία που μπορεί να του αποδίδουμε σήμερα, στην εποχή του, πριν από το Σολωμό, θεωρήθηκε ο μεγαλύτερος νεοέλληνας ποιητής καί τα ποιήματά του ήταν γνωστά καί απαγγέλλονταν παντού.
Σ’ αυτό συντέλεσε ίσως καί το γεγονός, οτι δεν ήταν μόνο ποιητής, αλλά καί πολιτικός, ευχάριστος καί γοητευτικός ως άνθρωπος, καί με απέραντη κοινωνική, φιλολογική καί κλασική μόρφωση.
Ο Αθανάσιος Χριστόπουλος (1772-1847) γεννήθηκε το 1772 στην Καστοριά. Φοίτησε στο ελληνικό σχολείο του Βουκουρεστίου. Συμπλήρωσε τις σπουδές του στην Ακαδημία της Βουδαπέστης (λατινικά, φιλοσοφία, κοινωνιολογία, ιατρική), ύστερα φοίτησε στο Πανεπιστήμιο του Παταβίου στην Ιταλία, όπου έμαθε φυσική, χημεία, βοτανική καί νομικά. Επίσης μουσική καί αστρονομία.
Με τέτοια μόρφωση, φυσικό ήταν να προκαλέσει το ενδιαφέρον καί την εκτίμηση. Οταν γύρισε στο Βουκουρέστι τον πήρε ο πρίγκιπας Αλέξανδρος Μουρούζης ως οικοδιδάσκαλο γιά τα παιδιά του. Παράλληλα διορίστηκε δικαστής στο Ιάσιο. Υστερα έζησε στην Πόλη, ως αυλικός πάλι του Μουρούζη, όπου απερίσπαστος δόθηκε στην ποίηση.
Το 1812 έζησε στη Μολδοβλαχία κοντά στον άρχοντα Καρατζά, ξαναϋπηρέτησε ως δικαστής, προήχθηκε σε «άρχοντα μεγάλου Λογοθέτη», καί περιόδευε στα Επτάνησα ως απόστολος καί προπαγανδιστής της Φιλικής Εταιρείας.
Η προσπάθειά του να προσφέρει τις υπηρεσίες του καί στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος συνάντησε την αδιαφορία. Αυτό τον επίκρανε πολύ. Επέστρεψε τότε στην Τρανσυλβανία, όπου καί πέθανε το 1847.
Από την περιληπτική αυτή δράση του γίνεται φανερό, ότι ήταν μιά προσωπικότητα, γνωστή παντού, όπου υπήρχαν Ελληνες. Φυσικό ήταν να θέλουν να τον διαβάσουν καί ως ποιητή. Κι επειδή η ποίησή του ήταν απλή, ευχάριστη, ξέγνοιαστη, διαδόθηκε ευρύτατα.
Από τη διάδοση αυτή τα γράμματά μας ωφελήθηκαν σημαντικά.
Γιατί η ποίησή του είναι γραμμένη σε δημοτική γλώσσα καί ο κόσμος συνήθισε στην ιδέα οτι καί η δημοτική έχει τα δικαιώματά της καί την αξία της.
Είναι χαρακτηριστικό, οτι ο Σολωμός (όταν αποφάσισε με τη συμβουλή του Τρικούπη να γράφει όχι στα ιταλικά, αλλά στα ελληνικά) τον Χριστόπουλο βάλθηκε να διαβάζει συστηματικά, γιά να συνηθίσει.
Ο Χριστόπουλος ήταν ένθερμος οπαδός της δημοτικής κι έγραψε μάλιστα καί μιά σχετική γραμματική, Γραμματική της Αιολοδωρικής ήτοι της ομιλουμένης τωρινής των Ελλήνων γλώσσης (1805).
Δημοσίευσε επίσης πολλές μελέτες με θέματα πολιτικά, ιστορικά, μουσικά, των φυσικών επιστημών κλπ. Εγραψε κι ένα δράμα, Αχιλλεύς, που παίχτηκε πολλές φορές στις παραδουνάβιες ηγεμονίες. Τέλος μετάφρασε Ομηρο, Σαπφώ καί Ηρόδοτο.
Aλλ’ άπ’ όλα του τα έργα, την πολιτική δράση καί την πνευματική προσφορά, εκείνο που απόμεινε είναι τα ποιήματά του. Η μοναδική του συλλογή Λυρικά κυκλοφόρησε το 1811 στη Βιέννη.
Τα ποιήματα αυτά, όπως είπαμε, είναι απλά καί ο ποιητής φαίνεται να τα έγραψε μάλλον παίζοντας. Τα περισσότερα είναι «βακχικά», υμνούν δηλαδή το κρασί καί την ευθυμία της ζωής. Συχνά όμως, εδώ κι εκεί, οι στίχοι του παρουσιάζουν χάρη καί κομψότητα.
Το συγγραφικό έργο του Χριστόπουλου περιλαμβάνει μια Γραμματική της αιολοδωρικής διαλέκτου (1805), όπου υποστήριξε τη γλωσσική θεωρία του Καταρτζή και υπεραμύνθηκε της ‘λαλουμένης’ γλώσσας, το τετράπρακτο ιστορικό δράμα Αχιλλεύς, που παραστάθηκε στην Αυλή του Μουρούζη με τον τίτλο Ο θάνατος του Πατρόκλου και αποτελεί πρωτόλειο έργο με σαφείς επιδράσεις από τον Διαφωτισμό και τις ιδέες περί αναβίωσης των αρχαιοελληνικών προτύπων, τα Λυρικά, συλλογή βακχικών και ερωτικών (σύμφωνα με δικούς του χαρακτηρισμούς) ποιημάτων, στα οποία συνυπάρχουν η αισιοδοξία και η μελαγχολία, ο ύμνος του έρωτα και η ηθική της ζωής και της ύπαρξης με το στοιχείο του εφήμερου του βίου. Ο Χριστόπουλος μπόλιασε την φαναριώτικη ποίηση με στοιχεία της γαλλικής ποίησης του 18ου αιώνα και της ιταλικής ανακρεόντειας τάσης και τα έργα του γνώρισαν μεγάλη επιτυχία στην εποχή τους. Ο Λίνος Πολίτης στην “Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας” χαρακτηρίζει τον Χριστόπουλο πρόδρομο του Σολωμού στα πρώτα του βήματα, ως προς τη γλώσσα και τη στιχουργική. Πρέπει να επισημανθεί τέλος η συγγραφή μεταφράσεων, αρχαιολογικών μελετών, πολιτικών σκέψεων και κριτικών δοκιμίων και γενικότερα η πνευματική πολυπραγμοσύνη του.
Σ’ αυτό συντέλεσε ίσως καί το γεγονός, οτι δεν ήταν μόνο ποιητής, αλλά καί πολιτικός, ευχάριστος καί γοητευτικός ως άνθρωπος, καί με απέραντη κοινωνική, φιλολογική καί κλασική μόρφωση.
Ο Αθανάσιος Χριστόπουλος (1772-1847) γεννήθηκε το 1772 στην Καστοριά. Φοίτησε στο ελληνικό σχολείο του Βουκουρεστίου. Συμπλήρωσε τις σπουδές του στην Ακαδημία της Βουδαπέστης (λατινικά, φιλοσοφία, κοινωνιολογία, ιατρική), ύστερα φοίτησε στο Πανεπιστήμιο του Παταβίου στην Ιταλία, όπου έμαθε φυσική, χημεία, βοτανική καί νομικά. Επίσης μουσική καί αστρονομία.
Με τέτοια μόρφωση, φυσικό ήταν να προκαλέσει το ενδιαφέρον καί την εκτίμηση. Οταν γύρισε στο Βουκουρέστι τον πήρε ο πρίγκιπας Αλέξανδρος Μουρούζης ως οικοδιδάσκαλο γιά τα παιδιά του. Παράλληλα διορίστηκε δικαστής στο Ιάσιο. Υστερα έζησε στην Πόλη, ως αυλικός πάλι του Μουρούζη, όπου απερίσπαστος δόθηκε στην ποίηση.
Το 1812 έζησε στη Μολδοβλαχία κοντά στον άρχοντα Καρατζά, ξαναϋπηρέτησε ως δικαστής, προήχθηκε σε «άρχοντα μεγάλου Λογοθέτη», καί περιόδευε στα Επτάνησα ως απόστολος καί προπαγανδιστής της Φιλικής Εταιρείας.
Η προσπάθειά του να προσφέρει τις υπηρεσίες του καί στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος συνάντησε την αδιαφορία. Αυτό τον επίκρανε πολύ. Επέστρεψε τότε στην Τρανσυλβανία, όπου καί πέθανε το 1847.
Από την περιληπτική αυτή δράση του γίνεται φανερό, ότι ήταν μιά προσωπικότητα, γνωστή παντού, όπου υπήρχαν Ελληνες. Φυσικό ήταν να θέλουν να τον διαβάσουν καί ως ποιητή. Κι επειδή η ποίησή του ήταν απλή, ευχάριστη, ξέγνοιαστη, διαδόθηκε ευρύτατα.
Από τη διάδοση αυτή τα γράμματά μας ωφελήθηκαν σημαντικά.
Γιατί η ποίησή του είναι γραμμένη σε δημοτική γλώσσα καί ο κόσμος συνήθισε στην ιδέα οτι καί η δημοτική έχει τα δικαιώματά της καί την αξία της.
Είναι χαρακτηριστικό, οτι ο Σολωμός (όταν αποφάσισε με τη συμβουλή του Τρικούπη να γράφει όχι στα ιταλικά, αλλά στα ελληνικά) τον Χριστόπουλο βάλθηκε να διαβάζει συστηματικά, γιά να συνηθίσει.
Ο Χριστόπουλος ήταν ένθερμος οπαδός της δημοτικής κι έγραψε μάλιστα καί μιά σχετική γραμματική, Γραμματική της Αιολοδωρικής ήτοι της ομιλουμένης τωρινής των Ελλήνων γλώσσης (1805).
Δημοσίευσε επίσης πολλές μελέτες με θέματα πολιτικά, ιστορικά, μουσικά, των φυσικών επιστημών κλπ. Εγραψε κι ένα δράμα, Αχιλλεύς, που παίχτηκε πολλές φορές στις παραδουνάβιες ηγεμονίες. Τέλος μετάφρασε Ομηρο, Σαπφώ καί Ηρόδοτο.
Aλλ’ άπ’ όλα του τα έργα, την πολιτική δράση καί την πνευματική προσφορά, εκείνο που απόμεινε είναι τα ποιήματά του. Η μοναδική του συλλογή Λυρικά κυκλοφόρησε το 1811 στη Βιέννη.
Τα ποιήματα αυτά, όπως είπαμε, είναι απλά καί ο ποιητής φαίνεται να τα έγραψε μάλλον παίζοντας. Τα περισσότερα είναι «βακχικά», υμνούν δηλαδή το κρασί καί την ευθυμία της ζωής. Συχνά όμως, εδώ κι εκεί, οι στίχοι του παρουσιάζουν χάρη καί κομψότητα.
Το συγγραφικό έργο του Χριστόπουλου περιλαμβάνει μια Γραμματική της αιολοδωρικής διαλέκτου (1805), όπου υποστήριξε τη γλωσσική θεωρία του Καταρτζή και υπεραμύνθηκε της ‘λαλουμένης’ γλώσσας, το τετράπρακτο ιστορικό δράμα Αχιλλεύς, που παραστάθηκε στην Αυλή του Μουρούζη με τον τίτλο Ο θάνατος του Πατρόκλου και αποτελεί πρωτόλειο έργο με σαφείς επιδράσεις από τον Διαφωτισμό και τις ιδέες περί αναβίωσης των αρχαιοελληνικών προτύπων, τα Λυρικά, συλλογή βακχικών και ερωτικών (σύμφωνα με δικούς του χαρακτηρισμούς) ποιημάτων, στα οποία συνυπάρχουν η αισιοδοξία και η μελαγχολία, ο ύμνος του έρωτα και η ηθική της ζωής και της ύπαρξης με το στοιχείο του εφήμερου του βίου. Ο Χριστόπουλος μπόλιασε την φαναριώτικη ποίηση με στοιχεία της γαλλικής ποίησης του 18ου αιώνα και της ιταλικής ανακρεόντειας τάσης και τα έργα του γνώρισαν μεγάλη επιτυχία στην εποχή τους. Ο Λίνος Πολίτης στην “Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας” χαρακτηρίζει τον Χριστόπουλο πρόδρομο του Σολωμού στα πρώτα του βήματα, ως προς τη γλώσσα και τη στιχουργική. Πρέπει να επισημανθεί τέλος η συγγραφή μεταφράσεων, αρχαιολογικών μελετών, πολιτικών σκέψεων και κριτικών δοκιμίων και γενικότερα η πνευματική πολυπραγμοσύνη του.

