
Η γυναίκα και το δέντρο της σιωπής
Περιγραφή
Πριν το μεγάλο δάσος γεμίσει μάτια αγγέλων, τα σύννεφα στάθηκαν στο φως της Λενόρας. Ένα σημάδι, μια τρύπα στην αύρα της άνοιγε σαν χοάνη, καταπίνοντας τα λιγοστά παράπονα των ξωτικών, τη μενεξεδιά μελαγχολία των ερώτων, τους ανέμους της φυγής και τη νοσταλγικότητα των άστρων. Όλα μαζί διαχέονταν αφήνοντας τριγύρω της κάτι θαμπό, μια μυστικότητα αλλόκοτη στην αφή της και μιαν εξωπραγματική διάσταση στο χρώμα της επιδερμίδας της. Στα μάτια της, μάτια μητέρας, γλιστρούσε απαστράπτον το δελφίνι, πολλούς αιώνες πριν να γεννηθεί ο Ανέπαφος. Μωρό περπάτησε κι ώσπου να φτάσει το νερό ως τη μέση του, είχε γίνει ένα παλικάρι όμορφο, γεροδεμένο, με σγουρά μαλλιά και καθαρό πρόσωπο. Ώσπου να φτάσει το νερό στους ώμους, έγινε ένας άντρας ώριμος, μ’ ελάχιστες ρυτίδες, που θα την έπαιρνε αργότερα στα χέρια του, εξιλεώνοντας τη μνήμη στο κορμί της. Δεν θα γερνούσε ο Ανέπαφος. Η Λενόρα είχε ξαναγεννηθεί, πολλές φορές, μέσα στους άλλους.