Modus Vivendi
Περιγραφή
Αν μπορούσα να διαλέξω -εκ των υστέρων- ακόμη θα ονειρευόμουν στο κορμί του σκουληκιού, αναβάλλοντας το ξύπνημα της πεταλούδας. Γιατί μπορώ ν’ αντέξω το αδηφάγο βλέμμα των περαστικών, που με κρατούν αιχμάλωτη στη φτωχική τους συλλογή των αναμνήσεων… «Η βαλίτσα» Μάζεψε στις αποσκευές του ό,τι πολυτιμότερο είχε, μία γλάστρα γέρικη που κόντευε να ξεραθεί, μία παρτίδα σκάκι στημένη στη μέση μιας φιλίας που βρήκε άδοξο τέλος – αλλά φιλοδοξούσε πάντοτε να την τελειώσει – ένα βιβλίο που μάσαγε τα λόγια του ακόμη, το ξεχνούσε το βαριόταν, το μισούσε, το ξανάπιανε, λυπότανε να το αφήσει πίσω, ένα φρούτο για το δρόμο, μία πέτρα της αυλής -έσπαγε το κεφάλι του μ’ αυτή μικρός τις Κυριακές να βρίσκει τρόπους να μην πεθάνει από ανία- πήρε κι ένα ξεφούσκωτο μπαλόνι που άναβε τις νύχτες, για να μη φοβάται. Μέτρησε τα υπάρχοντά του, ανάμεσά τους καταχώνιασε σκέψεις παυσίπονες, φόβους χρήσιμους για το ταξίδι, συνήθειες για να στολίσει τους άδειους τοίχους των πρώτων ημερών με οικειότητα. Η βαλίτσα του έγινε ασήκωτη. Όπως συνήθως. Έπρεπε κάτι να πετάξει, κάτι να πεθάνει, να τελειώσει, κάτι απ’ όλα ή όλα. Ή να αναβάλει, πάλι, το ταξίδι. Eικονογράφηση: Τάσος Παπαηλιού

