Δεν υπάρχει εξώφυλλο

Ο Ποπολάρος και άλλα διηγήματα

Περιγραφή

Το “δράμα” της ζωής του Μαρινέρη αντί να καταπραϋνει τον ανεψιό του, απεναντίας τον εξερέθισε.΄Ενα μίσος παλιό μα ξανανιωμένο, αιστάνθηκε να ξυπνά μέσα του και να θεριεύει – μίσος εναντίον όλου εκείνου του “σιναφιού”, που είχε κάμει τόσο δυστυχισμένο τον καλό του θείο, τον άγιο εκείνον άνθρωπο, με τη Ζαμπέλλα, – κι αυτόν τον ίδιο, με την Έλδα… Από τη στιγμή εκείνη ο νέος ποπολάρος δεν θάξερε να πει αν την αγαπούσε την ξανθή κοντεσσίνα ή αν τη μισούσε μ’ όλη του δύναμη. –Ώστε, έτσι! είπε στο γιατρό αφού πέρασαν λίγες στιγμές με σιωπή- αυτοί οι άνθρωποι μας έχουν εμάς σαν σκυλιά. –Και κάτι χειρότερο!… αποκρίθηκε ο Μαρινέρης, νομίζοντας πως με την υπερβολή θα τον απόπαιρνε. – Πρέπει να το δεχτείς και να πεις: Τι να κάνουμε; Είμασστε οι αδυνατότεροι. Έτσι είναι πλασμένος, Ζέππο μου, ο κόσμος. –Άσχημος κόσμος!… ανήθικος!… σατανικά πλασμένος! εφώναξε ο νέος, παρωδώντας το στίχο του Σολωμού. –Μα εγώ δε θα το δεχτώ ποτέ! Σεις μπορέσατε να το υποφέρετε, και σας θαυμάζω. Μα εγώ είμαι αλλιώτικος… Ποπολάρος. Δε θα πεθάνω, αν δεν τους δείξω πως είμαστε τόσο άνθρωποι, όσο τουλάχιστο κι αυτοί. –Χμ! Αυτό μυρίζει λίγο επανάσταση… –Ναι, θα βγω επαναστάτης! Αντάρτης… κοινωνικός! –Χμ! χμ! μη θέλεις μάτια μου, να κάμεις κανένα καινούργιο “ρεμπελιό των ποπολάρων”; –Μπορεί κι’ αυτό. Μ’ αν δεν κάνω εκείνη την Έλδα να με βλέπει μπροστά της και να κάνει το σταυρό της, όπως να έβλεπε το διάολο, να με κρεμάσουν από τον Τηλέγραφο του Κάστρου!