Οι μαθητευόμενοι της οδύνης
Περιγραφή
Αδιέξοδα Ξυπνώ και βλέπω μπροστά μου ένα τείχος. Το τείχος αυτό με περιβάλλει κάθε στιγμή. Ίσως να μην είναι τίποτα περισσότερο από ένα δημιούργημα της φαντασίας μου. Κι όμως, να ‘το πάλι μπροστά μου, να παίρνει τη μορφή μεσαιωνικού κάστρου και μέσα του να με φυλακίζει. Κόβει τα φτερά του έρωτα, κόβει τα φτερά των ονείρων και με προσγειώνει στην πεζή καθημερινότητα. Τότε αντιλαμβάνομαι πόσο μόνος είμαι σ’ αυτόν τον πλανήτη των έξι δισεκατομμυρίων ψυχών, σ’ αυτόν τον πλανήτη με τις ατέλειωτες μνήμες και τους απαισιόδοξους στίχους των ποιητών: «Χωρίς περίσκεψι, χωρίς λύπη, χωρίς αιδώ μεγάλα κ’ υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη.» Ψάχνω τους τρόπους και τις λύσεις. Αναζητώ την προσωπογραφία μου: «Ποιος αλήθεια είμαι εγώ και πού πάω με χίλιες δυο εικόνες στο μυαλό;»…





