Κωνσταντίνος Γυπαράκης

Κωνσταντίνος Γυπαράκης

Ελληνες λογοτέχνες
Ο Κωνσταντίνος Γυπαράκης γεννήθηκε το 1963 στην Αθήνα.
Μεγάλωσε στην Πετρούπολη Αττικής. Σπούδασε ελαιοχρωματισμούς με τον πατέρα του κι αργότερα μπήκε στη Νομική Σχολή να βρει πάτημα για την απελευθέρωση των χρωμάτων από τα δοχεία και τα εμφιαλωμένα γενικώς. Μετά πέρασαν τα χρόνια κι άρχισε να γράφει χρησιμοποιώντας ένα πινέλο: “Δεν μ’ αρέσουν οι Κυριακές”, “Χωρίς σημεία στίξεως σιωπή”, “Το οροπέδιο ύψος των μυρμηγκιών”, “Επί του έρωτος ομιλία”.
Μυθιστορήματα
Δε μ’ αρέσουν οι Κυριακές (2001), Εκδοτικός Οίκος Α. Α. Λιβάνη
Εφ’ ενός λυγμού (2021), Ιωλκός

Ποίηση
Επί του έρωτος ομιλία (2017), Ιωλκός

Εφ’ ενός λυγμού – Κωνσταντίνος Γυπαράκης

Εφ’ ενός λυγμού


Μια διαδρομή από την Πετρούπολη Αττικής τη δεκαετία του ’70 ως τις μέρες μας. Για έναν Κρητικό κι ένα παιδί που μεγάλωνε γεμάτο απορίες. Κι όσο ο πατέρας αγωνιζόταν να επιβιώσει με αξιοπρέπεια τόσο το παιδί ερχόταν σ’ επαφή με την πραγματικότητα. Μια σκληρή πραγματικότητα, έμπλεη, όμως, από κοντυλιές του πεντοζάλη. Κι όσο το παιδί έβλεπε τον κόσμο των μεγάλων, άλλο τόσο έψαχνε την ομορφιά στα πάντα. Κι ανακάλυψε τις γυναίκες. Το ωραιότερο ποίημα του σύμπαντος. Και τις λάτρεψε. Σε κάποιες λίγες είδε την ταχύτητα του φωτός. Πού να προλάβει όμως; Κι έτσι έπιασε μια λύρα από χορδές ενός μολυβιού κι αποφάσισε να ζωγραφίσει τα δάκρυα των γυναικών που συνάντησε. Εφ’ ενός λυγμού. Μια ιστορία για έναν Κρητικό κι ένα παιδί που ήθελε να ξεπεράσει την ταχύτητα του φωτός.

Μυθιστόρημα, Ιωλκός, 2021, 192 σελ.

Επί του έρωτος ομιλία – Κωνσταντίνος Γυπαράκης

Επί του έρωτοςΠοιήματα


Ο έρωτας, το φως, η ζωή · γράφονται με ωμέγα, επομένως το αλφάβητο ξεκινά από το τέλος για να καταλήξει στο άλφα της αγάπης.

Κάθε κεφαλαίου ξεκινήματος προηγείται μια τελεία, της οποίας η ακολουθία αποτελείται από κόμματα, ερωτηματικά και θαυμαστικά μικρών στάσεων από αναπνοές φωνηέντων εν αναμονή αρραβώνα με τα σύμφωνα, ώστε να εκκινήσει το αλφάβητο ζωής με όσο οξυγόνο χρειάζεται για τη διέλευση από τη διάσταση των φαντασιώσεων σε αυτήν της πραγματικότητας.

Έρωτας μεσάζων για κατανόηση του έρωτα αλφαβήτου.

Ποίηση, Ιωλκός, 2017, 60 σελ.

Δε μ’ αρέσουν οι Κυριακές – Κωνσταντίνος Γυπαράκης

Δε μ' αρέσουν


Μου ζήτησαν να γράψω μια περίληψη του βιβλίου. Να γράψω, ήθελαν, σε δέκα δεκαπέντε στίχους το όνειρο μιας ολόκληρης ζωής. Το είπα στη γυναίκα μου. Με κοίταξε ψύχραιμα και μου είπε: “Φαντάσου ότι σου ζήτησαν να γράψεις για κάποια από τις συμφωνίες του Μότσαρτ, ας πούμε την 29η, ή για τότε προ δεκαπενταετίας που είχε ανέβει πρώτη φορά ο Βαν Μόρισον στον Λυκαβηττό, ή θυμήσου πώς ένιωσες τότε που γεννήθηκε η κόρη μας ή τότε που με γράμματα υπηρετούσες τη θητεία σου στο στρατό. Μπορείς ακόμα να ανασύρεις από τη μνήμη σου πώς έκλαιγες στην αγκαλιά μου τότε που μάθαμε πως πέρασες στη Νομική, τις σαββατιάτικες εξόδους μας στον “Ιπποπόταμο” με σάντουιτς τόνου διά δύο και σαγκρία και τρεχάλα λίγο μετά τις δώδεκα για να προλάβουμε το τελευταίο λεωφορείο της επιστροφής. Θυμήσου κάποτε πώς αγναντεύαμε το Αιγαίο πριν γίνουν οι Κυκλάδες ξαπλώστρες για πάσης φύσεως ενοχές. Γράψε φέρνοντας στο μυαλό σου τις δυσκολίες που σε προσγείωναν πάντα να χαίρεσαι με τις μικρές πολυτέλειες, όπως τα αυγουστιάτικα βράδια στη “Δεξαμενή””. Έτσι μου μίλησε η γυναίκα μου· τελειώνοντας μόνο μου είπε να μην ξεχάσω πως όλα αυτά δεν είναι παρελθόν, είναι η ζωή μας.
Με λένε Νώντα. Δε μ’ αρέσουν οι Κυριακές. Είναι σαν τις πουτάνες. Γδύνονται αργά, για να σε φτιάξουν, και μετά ντύνονται γρήγορα τα ρούχα της μιζέριας της Δευτέρας. Συχνάζουν πάντα στα σοκάκια των φτωχών, βάφονται πρόστυχα στα χρώματα που λάμπουν στο σκοτάδι μιας σκληρής ζωής, κοιμούνται στα όνειρα όλων των παιχνιδιών εκείνων των παιδιών που παίζουν βόλους με τα άστρα, λιμνάζοντας μέσα στα κουκλόσπιτα που στήνουν οι βιτρίνες, και παίζουν θέατρο στους περαστικούς την ίδια τη ζωή τους.
Η Νάσια ήταν ντυμένη allegro moderato. Μαύρο φόρεμα κοντό, μια πιθαμή πάνω από τα γόνατα, ένα ημίπαλτο στο μπλε της θυμωμένης θάλασσας λίγο να χάσκει στων γονάτων της τον ορίζοντα, μπότες βελούδινες στο απόλυτο μαύρο να ανεβαίνουν πάνω κι από τους κροτάφους των υπέροχων ποδιών της. Κάλτσες, όχι καλσόν, με τελείωμα δαντέλας ν’ αφήνουν ξέσκεπο τον ανθισμένο κήπο της.

Μυθιστόρημα, Εκδοτικός Οίκος Α. Α. Λιβάνη, 2001, 347 σελ.

Πηγές: Biblionet, Εκδοτικός Οίκος Α. Α. Λιβάνη, Ιωλκός