Αλμπέρ Καμύ (1913-1960) – Albert Camus

Ξένοι λογοτέχνες


Ο Αλμπερ Καμυ είναι από τους πιο αντιπροσωπευτικούς συγγραφείς και στοχαστές της εποχής μας. Γεννήθηκε το 1913 στην Αλγερία από πατέρα Γάλλο και μητέρα ισπανικής καταγωγής.

Τα παιδικά του χρόνια τα πέρασε με στερήσεις, αλλά κατόρθωσε να σπουδάσει σε Φιλοσοφική Σχολή. Έγραψε φιλοσοφικά δοκίμια (Ο μύθος του Σισύφου 1942, Ο Επαναστατημένος άνθρωπος 1951), μυθιστορήματα (Ο Ξένος 1942, Η Πανούκλα 1947) και θεατρικά έργα (Καλιγούλας 1945).

Ο στοχασμός του κινείται γύρω από το πρόβλημα του «παράλογου», του ιδιαίτερου εκείνου αισθήματος «που γεννιέται από την αντίφαση ανάμεσα στον πόθο του ανθρώπου και την παράλογη σιωπή του κόσμου», όπως λέει ο ίδιος, δηλαδή ανάμεσα στην απαίτηση του ανθρώπου να βρει το νόημα του κόσμου και στην απουσία κάθε νοήματος.

Αναζητώντας κανόνες ζωής μέσα σ’ έναν κόσμο δίχως νόημα, οδηγείται στην «εξέγερση», δηλαδή στη συνειδητοποίηση της υπεροχής των αξιών της ζωής απέναντι στη Βία, στο Κακό και στον Πόνο. Ξεκινώντας λοιπόν ο Καμύ από την απελπισία φτάνει όχι στο μηδενισμό, αλλά στην κατάφαση της ζωής και σε μια ανθρωπιστική ηθική.

Στη διάρκεια της γερμανικής κατοχής στη Γαλλία πήρε μέρος στην αντίσταση. Τότε έγραψε τα τέσσερα Γράμματα σ’ ένα φίλο Γερμανό, για να δημοσιευτούν στον παράνομο αντιστασιακό τύπο της Γαλλίας. Σ’ αυτά ο Καμύ μιλάει για το βαθύ ιδεολογικό χάσμα, που χωρίζει το ναζισμό από την ευρωπαϊκή διανόηση και δίνει την πνευματική διάσταση του αντιστασιακού αγώνα των Γάλλων. Φυσικά ο «φίλος Γερμανός» είναι υποθετικό πρόσωπο. Ο συγγραφέας σε μια σημείωσή του υπογραμμίζει πως όπου μέσα στα Γράμματα λέει «εσείς» δεν εννοεί «εσείς οι Γερμανοί», αλλά «εσείς οι Ναζί». Και όταν λέει «εμείς» δε σημαίνει πάντα «εμείς οι Γάλλοι», αλλά «εμείς οι ελεύθεροι Ευρωπαίοι». «Βάζω», λέει, «αντιμέτωπες δυο στάσεις κι όχι δυο έθνη».

Ο Καμύ τιμήθηκε το 1957 με το βραβείο Νόμπελ της λογοτεχνίας και το 1960 σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα σε ηλικία 47 χρονών.

Ο ευτυχισμένος θάνατος
Το θέμα αυτού του μυθιστορήματος του Αλμπέρ Καμύ είναι η επίμονη αναζήτηση της ευτυχίας ακόμα κι όταν το τίμημά της είναι το έγκλημα. Τις περιπέτειες του ήρωα, του Μερσώ (το ίδιο όνομα με τον πρωταγωνιστή του Ξένου), τροφοδοτεί η εμπειρία μιας δύσκολης και παθιασμένης νιότης – φτώχια, αρρώστια, ταξίδια στην κεντρική Ευρώπη και στην Ιταλία, η ζωή συντροφιά με τις τρεις φίλες του στο “Σπίτι μπροστά στον Κόσμο” (“ένα σπίτι στο οποίο δεν διασκεδάζεις αλλά ένα σπίτι όπου νιώθεις ευτυχισμένος”) αλλά και η μοναχική ζωή στα ριζά του βουνού Σενουά. Ο ευτυχισμένος θάνατος γράφτηκε στη δεκαετία του ’30 αλλά εκδόθηκε στη Γαλλία μετά το θάνατο του συγγραφέα.
“Ο Μερσώ ανάσανε δυνατά την πικρή και μοσχοβόλα μυρωδιά που ευλογούσε τούτη τη βραδιά το γάμο του με τη γη. Αυτό το βράδυ που έπεφτε πάνω στον κόσμο, στο δρομάκι ανάμεσα στα λιόδεντρα και τους σχίνους, πάνω στ’ αμπέλια και στο κοκκινόχωμα, κοντά στη θάλασσα που σιγοσφύριζε, αυτό το βράδυ τον πλημμύριζε σαν φουσκονεριά. Παρόμοια βράδια ήταν γι’ αυτόν σαν μια υπόσχεση ευτυχίας κι όταν το ένιωσε πράγματι σαν μια ευτυχία, μπόρεσε να υπολογίσει το δρόμο που διέτρεξε από την ελπίδα ως την κατάκτηση. Με την αθωότητα στην καρδιά του δεχόταν τούτο τον πράσινο ουρανό κι αυτή τη νοτισμένη από έρωτα γη με την ίδια τρεμούλα πάθους και πόθου, όπως όταν σκότωσε τον Ζαγραίο με την αθωότητα στην καρδιά”

Ο ξένος
«Ο Ξένος» είναι ένα από τα σημαντικότερα έργα του Καμύ, ενδεικτικό των απόψεών του για το παράλογο. Όπως δε λέει ο Σαρτρ, το βιβλίο γράφτηκε για το παράλογο και ενάντια σ’ αυτό. Ο πρωταγωνιστής του βιβλίου, ο Μερσώ, αρνείται τη συμβατικότητα της καθημερινής ζωής και αδιαφορεί για τις συναισθηματικές και ηθικές αξίες της κοινωνίας μέσα στην οποία ζει. Κατηγορείται όχι τόσο για το έγκλημα που έχει διαπράξει όσο για το ότι είναι τόσο διαφορετικός από τους ομοίους του, «ξένος» ανάμεσά τους.
Έχοντας χάσει την αίσθηση των ανθρώπινων νόμων, ο ξένος αποδέχεται τις συνέπειες του αυτοαποκλεισμού του ζώντας στις παρυφές της κοινωνίας. Αντίθετα, για τη λογοτεχνία αποτελεί το επίκεντρο, με τη διαφορετικότητα να κατοχυρώνει τις αντιφάσεις του, απόλυτος εγωιστής και συγχρόνως ήρωας της αυταπάρνησης, απάνθρωπος μαζί και ευαίσθητος. Η πολλαπλότητα των μεταμορφώσεων του ξένου μέσα από το έργο μεγάλων δημιουργών αποτελεί το αντικείμενο αυτού του βιβλίου.

Η πανούκλα
Μέσα στο αποκλεισμένο Οράν, η πανούκλα θερίζει ζωές, τα κρεματόρια δουλεύουν μέρα νύχτα, τα τραμ περνούν φορτωμένα νεκρούς. Κι όμως ο κόσμος κυκλοφορεί στους δρόμους, παραδομένος σε μιαν αδιάκοπη αναζήτηση, κι όμως ο γερο-ασθματικός μετράει το χρόνο με ξερά μπιζέλια μέσα σε δυο καραβάνες, κι ενώ μερικοί πασχίζουν να ξεπεράσουν τις ενοχές τους, κάποιοι άλλοι βρίσκουν μέσα στον τρόμο και την αγωνία τις μεγάλες φιλίες που θα τους σημαδέψουν…

Η πτώση
Ο Ζαν-Μπατίστ-Κλαμάνς είναι ένας “ήρωας της εποχής μας”: η εξυπνάδα του να στέκεται πάντα στη “σωστή” πλευρά της ζωής τον κάνει έναν άντρα ικανοποιημένο από τον εαυτό του, έναν άνθρωπο που χρησιμοποιεί την υποκρισία για να αρέσει στους άλλους. Μέχρι που μια νύχτα ακούει μια άγνωστή του γυναίκα να πέφτει στα νερά ενός ποταμού. Αυτός ο τόσο καλός, ο τόσο ελεήμων, ο τόσο συμφιλιωμένος με την “σωστή”, ανθρώπινη συμπεριφορά, δεν θα τη βοηθήσει και τότε όλα γύρω του θα καταρρεύσουν. Μετά τον “Ξένο” και την “Πανούκλα”, ο Καμύ με την “Πτώση” ολοκληρώνει την αριστουργηματική του τριλογία που τον έκανε διάσημο σ’ όλο τον κόσμο χαρίζοντάς του και ένα από τα πιο δίκαια βραβεία Νόμπελ στην ιστορία του θεσμού.

Ο πρώτος άνθρωπος
“Τελικά, θα μιλήσω γι’ αυτούς που αγαπούσα”, γράφει ο συγγραφέας Αλμπέρ Καμί σε μια σημείωση για το βιβλίο του “Ο πρώτος άνθρωπος”. Το σχέδιο αυτού του μυθιστορήματος, που ο συγγραφέας δούλεψε λίγο πριν από το θάνατό του, ήταν φιλόδοξο. Είχε πει μάλιστα κάποτε πως οι συγγραφείς “διατηρούν την ελπίδα να ξαναβρούν τα μυστικά μιας παγκόσμιας τέχνης που, με ταπεινότητα κι ανωτερότητα, θα ανάσταινε επιτέλους τα πρόσωπα στη σάρκα τους και τη διάρκειά τους”.
Ξεκινώντας, έθεσε τα θεμέλια αυτού που αποτελούσε την αφήγηση της παιδικής ηλικίας του “πρώτου ανθρώπου” του. Αυτή η πρώτη γραφή είναι αυτοβιογραφική, χαρακτηριστικό που σίγουρα δε θα παρέμενε στην τελική απόδοση του μυθιστορήματος. Όμως αυτή η αυτοβιογραφική πλευρά είναι σήμερα πολύτιμη. Ο Καμί διηγείται εδώ, χρησιμοποιώντας χιλιάδες άγνωστες λεπτομέριες, τη γέννηση στην άγρια Ανατολική Αλγερία. Την απουσία του πατέρα, που σκοτώθηκε στην αρχή κιόλας του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, έτσι ώστε ο γιος να γίνει “ο πρώτος άνθρωπος”. Τις μέρες των παιδικών χρόνων στην Μπελκούρ, στη “φτωχική γειτονιά” του Αλγερίου, μέσα σ’ ένα περιβάλλον στερημένο απ’ όλα και αγράμματο. Τις χαρές των ταπεινών. Το σχολείο, την εκ θαύματος επέμβαση του δασκάλου, που θα βοηθήσει το παιδί να συνεχίσει τις σπουδές του, έναν ολόκληρο μικρόκοσμο, άλλοτε ευτράπελο και ζεστό, άλλοτε σκληρό, και πρόσωπα φτιαγμένα από αγάπη, όπως η μητέρα του, πάντα σιωπηλή. Αυτές οι εικόνες δε συγκροτούν μονάχα μια γλαφυρή ιστορία, αλλά και μια συνταρακτική εξομολόγηση.
Όταν ο αναγνώστης διαβάσει αυτές τις σελίδες, θα δει να εμφανίζονται οι ρίζες της μελλοντικής προσωπικότητας του Καμί, η ευαισθησία του, η γέννηση της σκέψης του, οι αιτίες της πολιτικής του στράτευσης. Θα καταλάβει γιατί, σ’ όλη του τη ζωή, ο Αλμπέρ Καμί θέλησε να μιλά εν ονόματι αυτών που δεν τους επιτρέπεται ο λόγος.

Η εξορία και το βασίλειο
“Τούτη η γη ήταν αχανής, το αίμα και οι εποχές συγχέονταν μέσα της, ο χρόνος γινόταν ρευστός. Η ζωή εδώ ήταν ζυμωμένη με τη γη, και για να ενσωματωθείς σ’ αυτήν θα ‘πρεπε να πλαγιάσεις και να κοιμηθείς για χρόνια και χρόνια πάνω στο λασπερό ή ξερό χώμα. Εκεί, στην Ευρώπη, ήταν η ντροπή και η οργή. Εδώ, η εξορία ή η μοναξιά, ανάμεσα σ’ αυτούς τους νωχελικούς και δονούμενους τρελούς που χόρευαν για να πεθάνουν. Μα, μέσα στην υγρή νύχτα, γεμάτη από ευωδιές φυτών, έφτανε ακόμα στ’ αφτιά του η αλλόκοτη κραυγή πληγωμένου πουλιού που είχε βγάλει η ωραία κοιμωμένη της καλύβας…”
Έξι διηγήματα με κοινό θέμα την εξορία και το βασίλειο του ανθρώπου, από τον Αλμπέρ Καμύ (Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας), το συγγραφέα του “Ξένου” και της “Πανούκλας”.

Καλιγούλας
Δεν μεταφράζεις εύκολα τον «Καλιγούλα» του Albert Camus. Πρέπει να έχεις χτυπηθεί κι εσύ σε με ανύποπτη στιγμή -έτσι καθώς κατεβαίνεις από κάποιο λεωφορείο ίσως, ή φέρνοντας το φλιτζάνι του καφέ στα χείλη, κοιτάζοντας μια χιλιοειδωμένη διαφήμιση -απ’ τον κεραυνό:
“Οι άνθρωποι πεθαίνουν και δεν είναι ευτυχισμένοι”.
Ή από τον άλλο, εκείνον που καθώς πέφτει βλέπεις:
“Όλο και λιγοστεύουν οι άνθρωποι γύρω μου, παράξενο…”.
Αυτοί που “σκοτώσαμε” ξεχνώντας να τους αγαπήσομε, αυτοί που έφυγαν χωρίς ποτέ να μάθουν πόσο τους είχαμε αγαπήσει. Για όποια αιτία. Λιγοστεύουν.
Πρέπει νάχεις ζήσει και συ την απελπισία της ερήμου. Της ερήμου του Camus, αυτής που αγγίζει η θάλασσα της Αφρικής και της άλλης. Της γνωστής της άλλης…
Και νάχεις νοιώσει την ανάγκη να τη σταματήσεις την απελπισία αυτή. Με την εκδίκηση, γιατί σου αρνήθηκε όποια δροσιά ή με την πίστη πως κάπου, κάποια μέρα η όαση με τις φοινικιές θα σε περιμένει.
Θέλω να πω, πώς κοιτάζοντας ξανά τη μετάφραση αυτή του 1963 με 1965, που η πιο πολλή έγινε στο καυτό καλοκαίρι εκεί στην Αίγυπτο, πως δεν φτάνει να ξέρεις Γαλλικά, και τα πιο φίνα, για να μεταφράσεις τον “Καλιγούλα”.
Καθόλου δεν φτάνει.
Ολυμπία Καράγιωργα.

Η παρεξήγηση
Το θέμα της “Παρεξήγησης” είναι η εξορία του ανθρώπου στον άφιλο κόσμο. Η υπόθεση είναι παρμένη από μια λαϊκή ιστορία. Ο ήρωας επιστρέφει στην οικογένειά του και στη γενέθλια γη για να δολοφονηθεί από τη μητέρα του και την αδελφή του που δεν τον αναγνωρίζουν. Η δικαιολογία της κόρης για το φόνο είναι να μπορέσει να ζήσει κοντά στη θάλασσα και το δυνατό φως. Ο Καμύ ο ίδιος υπήρξε ο ευτυχέστερος μεσογειακός που μεθά και λούζεται στο φως και στη θάλασσα. Τα ψυχρά όμως εγκλήματα θα παραμείνουν δικαιολογία και ποτέ δικαίωση. Αν δηλαδή το παράλογο είναι κανόνας στον κόσμο, η Μάρθα αποτελεί εξαίρεση που αντιστρατεύεται τον κανόνα.
Η μάνα που δεν έχει τίποτα πια να ελπίζει και η τωρινή κόλαση είναι το βασίλειό της, όπως λέει στην πρώτη σκηνή της τρίτης πράξης “έχασα την ελευθερία μου, η κόλαση με τυλίγει από παντού”. Παρ’ όλα αυτά θα βρει το κουράγιο να ξεφύγει απ’ το βασίλειο της κόλασής της, επαναστατώντας με την αυτοκτονία της.
Το έγκλημα και η τιμωρία.
Ο Γιαν πεθαίνει σαν ξένος στο ίδιο του το σπίτι. Δολοφονείται εξαιτίας μιας παρεξήγησης. Τα τρία πρόσωπα βιώνουν μιαν αφόρητη μοναξιά. Βαδίζουν προς το θάνατο χωρίς να έχουν κατανοήσει το νόημα της ζωής και χωρίς να έχουν συμβιβαστεί με την αναγκαιότητα του θανάτου. Και τα τρία πρόσωπα έχουν ήδη εγκληματίσει πριν κάνουν τα εγκλήματα. Η Μάρθα προσδοκώντας μάταια τις ηλιόλουστες χώρες και τη θάλασσα μαζί μ’ έναν ιδανικό έρωτα. Η μάνα με το να τυραννιέται από την κούραση, ενώ κιόλας αισθάνεται παραιτημένη από τη ζωή. Ο Γιαν τέλος με το να τον τυραννεί ο νόστος για την πατρίδα και για τους αγαπημένους του – μητέρα, αδελφή.
Πρόσωπα σύμβολα που όμως δε χάνουν την υπόσταση και το χαρακτήρα τους από όπου και το ιδιαίτερο ενδιαφέρον του έργου για το θέατρο.

Κατάσταση πολιορκίας
Η υπόθεση του έργου ξεκινά, όταν εμφανίζεται ένας κομήτης πάνω από τον ουρανό της Ισπανικής πόλης Κάδιθ. Ο μέθυσος της πόλης διαδίδει πως πρόκειται για έναν κακό οιωνό, όμως η αναταραχή μεταξύ των ντόπιων σταματά έπειτα από κυβερνητικό διάταγμα που τους απαγορεύει να παραδέχονται πως είδαν αυτό το φαινόμενο. Η πανούκλα εμφανίζεται υπό τη μορφή ενός άνδρα και μιας γυναίκας, που σφετερίζονται τη θέση του κυβερνήτη και θέτουν σε εφαρμογή ένα γραφειοκρατικό πρόγραμμα όπου όλα τα αισθήματα και συναισθήματα οργανοποιούνται. Ο θάνατος γίνεται ζήτημα λογικής και αποτελεσματικότητας, τα πιστοποιητικά ύπαρξης των ανθρώπων γίνονται πια, η πρώτη προϋπόθεση για την ίδια την ύπαρξη.
Ωστόσο, μια πηγή φωτός μέσα σε αυτή τη φρικαλεότητα που επικρατεί στη πόλη, είναι ένας νεαρός. Ο Ντιέγκο, ερωτεύεται τη Βικτώρια η οποία έχει πληγεί από τη πανούκλα και ο εκείνος θυσιάζει τη ζωή του για να τη σώσει. Τελικά η πανούκλα αποβάλλεται και το προσωπικό θάρρος καταπολεμά τις επιπτώσεις του ολοκληρωτισμού.

Οι Δίκαιοι
Η ιστορία των δικαίων εκτυλίσσεται στην Μόσχα του 1906. Ο συγγραφέας εμβαθύνει στα κίνητρα και στις εσωτερικές συγκρούσεις μιας ομάδας επαναστατών, οι οποίοι σχεδιάζουν και πραγματοποιούν μια δολοφονία, προχωρώντας σε μια απαράμιλλη ανατομία της ανθρώπινης ψυχής.

Η καλή και η ανάποδη
Το “Η καλή και η ανάποδη” είναι το πρώτο βιβλίο του Καμύ και τροφοδότης – όπως ο ίδιος ο συγγραφέας παραδέχτηκε στο τέλος της ζωής του – όλων των κατοπινών του έργων. Περιδιαβάζοντας από την αλγερινή γειτονιά της Μπελκούρ μέχρι την Πράγα ή τις Βαλεαρίδες νήσους, ο Καμύ ξεδιπλώνει τα θέματα που θα τον απασχολήσουν σ’ όλη του τη ζωή, προσπαθώντας να περιγράψει «τη θαυμαστή σιωπή μιας μάνας και την προσπάθεια ενός άντρα να ξαναβρεί μια δικαιοσύνη ή μια αγάπη που να εξισορροπεί τούτη τη σιωπή…»

Οι γάμοι
Αυτή η συλλογή αποτελείται από τέσσερα κείμενα που γράφτηκαν το 1936 και το 1937 κι εκδόθηκαν το 1950.
“Οι γάμοι στην Τιπαζά”: Ένας νεαρός, παιδί «ενός λαού γεννημένου από τον ήλιο και τη θάλασσα», τραγουδά τη χαρά του για τη ζωή και την υπερηφάνεια του που μπορεί ν’ αγαπά απεριόριστα.
“Ο άνεμος στην Τζεμιλά”: Στον τραγικό διάκοσμο μιας νεκρής πολιτείας που τη σαρώνει ο άνεμος, ο συγγραφέας εκφράζει «τη συνειδητή βεβαιότητά του ενός ανέλπιδου θανάτου». Μα ακόμα κι η φρίκη αυτού του θανάτου δεν θα τον αποσπάσει από τους στοχασμούς του.
“Το καλοκαίρι στο Αλγέρι”: Ψυχολογική περιγραφή μιας πόλης χωρίς παρελθόν, που αγνοεί την έννοια της αρετής, μα που έχει την ηθική της και που οι άνθρωποί της βρίσκουν «καθ’ όλη τη διάρκεια της νιότης τους μια ζωή στα μέτρα της ομορφιάς τους».
“Η έρημος”: Ο συγγραφέας ανακαλύπτει ότι η συμφωνία που ενώνει έναν άνθρωπο με τη ζωή του, σ’ έναν κόσμο που η ομορφιά του θα χαθεί, είναι «η διπλή συνείδηση της επιθυμίας του να διαρκέσει και της μοίρας του να πεθάνει».

Ο μύθος του Σίσυφου
Η έννοια του παραλόγου και η σχέση ανάμεσα στο παράλογο και την αυτοκτονία αποτελούν τα θέματα αυτού του δοκιμίου. Από τη στιγμή που ο άνθρωπος παραδέχεται τη διάσταση ανάμεσα στη λογική επιθυμία του για κατανόηση και ευτυχία και στη σιωπή του κόσμου, μπορεί άραγε να κρίνει αν η ζωή αξίζει τον κόπο να την ζει κανείς; Τούτο είναι θεμελιώδες ερώτημα της φιλοσοφίας.
Αν όμως το παράλογο μου φαίνεται πρόδηλο, οφείλω να το διατηρήσω με μια διαυγή προσπάθεια και να δεχτώ να ζήσω βιώνοντάς το. Η εξέγερσή μου, η ελευθερία, το πάθος μου, θα είναι οι συνέπειές του. Ο άνθρωπος, σίγουρος ότι θα πεθάνει ολοκληρωτικά, αρνούμενος όμως το θάνατο, λυτρωμένος από την υπερφυσική ελπίδα που του έδενε τα χέρια, θα μπορέσει να γνωρίσει το πάθος της ζωής σ’ έναν κόσμο δοσμένο στην αδιαφορία του και στη φθαρτή ομορφιά του. Όμως η δημιουργία είναι για εκείνον η καλύτερη ευκαιρία για να διατηρεί τη συνείδησή του άγρυπνη μπροστά στις λαμπερές και αλόγιστες εικόνες του κόσμου. Ο αγώνας του Σισύφου που περιφρονεί τους θεούς, αγαπά τη ζωή και μισεί το θάνατο γίνεται το σύμβολο της ανθρώπινης μοίρας.

Το καλοκαίρι
«…Ο κόσμος ξανάρχιζε κάθε μέρα στην Τιπαζά μέσα σ’ ένα φως καινούριο πάντα. Ω φως! Κραυγή όλων των ηρώων στο αρχαίο δράμα, μπροστά στο πεπρωμένο τους. Το τελευταίο τούτο καταφύγιο ήταν και δικό μας και τώρα το ‘ξερα. Στην καρδιά του χειμώνα, ανακάλυπτα επιτέλους πως φύλαγα μέσα μου ένα αήττητο καλοκαίρι».
Για την ανθρωπότητα που ασφυκτιά κάτω απ’ τις δικτατορίες, αιμορραγεί απ’ τους πολέμους, ξεψυχά στα μίση, ο Αλμπέρ Καμύ έχει τη δική του ιδέα: παρά το πεπρωμένο κι ενάντια στο παράλογο, ο άνθρωπος είναι το μοναδικό νόημα του κόσμου μας, γιατί είναι το μόνο πλάσμα που απαιτεί να έχει νόημα. Όπως σ’ όλα τα έργα του, έτσι και στο “Καλοκαίρι”, ο Καμύ συνεχίζει να ψάχνει για το πιο αναγκαίο στη ζωή: το φως, την ευτυχία.

Γράμματα σ’ ένα Γερμανό φίλο
Δεν μπορώ όμως να αφήσω να τυπωθούν εκ νέου αυτές οι σελίδες, χωρίς να πω τι ακριβώς αντιπροσωπεύουν. Γράφτηκαν και δημοσιεύτηκαν παράνομα. Σκοπός τους ήταν να ρίξουν λίγο φως στον αγώνα που κάναμε στα τυφλά, και με αυτό τον τρόπο να τον καταστήσουν πιο αποτελεσματικό. Είναι γραπτά περιστασιακά που μπορούν, συνεπώς, να δημιουργήσουν μια κάποια εντύπωση αδικίας. Αν έπρεπε πράγματι να γράψουμε για την ηττημένη Γερμανία, θα χρειαζόταν να υιοθετήσουμε μια γλώσσα κάπως διαφορετική. Ωστόσο, θα ήθελα μόνο να προλάβω μια παρεξήγηση. Όταν ο συγγραφέας αυτών των γραμμάτων λέει “εσείς”, δεν εννοεί “εσείς οι Γερμανοί”, αλλά “εσείς οι ναζί”.Όταν λέει “εμείς”, αυτό δεν σημαίνει πάντα “εμείς οι Γάλλοι”, αλλά “εμείς οι ελεύθεροι Ευρωπαίοι”. Αντιπαραθέτω δύο στάσεις, όχι δύο έθνη, έστω και αν σε κάποια στιγμή της ιστορίας αυτά τα δύο έθνη αντιπροσώπευσαν δύο εχθρικές στάσεις. Για να επαναλάβω λόγια που δεν είναι δικά μου, αγαπώ υπερβολικά τη χώρα μου για να είμαι εθνικιστής. Και ξέρω ότι ούτε η Γαλλία ούτε η Ιταλία θα έχαναν τίποτα -απεναντίας μάλιστα-, εάν ανοίγονταν σε μια ευρύτερη κοινωνία.
Αλλά απέχουμε ακόμη πολύ από κάτι τέτοιο, και η Ευρώπη συνεχίζει να σπαράσσεται. Γι’ αυτό θα αισθανόμουν ντροπή σήμερα εάν άφηνα να πιστεύουν ότι ένας Γάλλος συγγραφέας μπορεί να είναι εχθρός ενός μόνον έθνους. Μισώ μόνο τους δήμιους. Κάθε αναγνώστης που θα θελήσει να διαβάσει τα Γράμματα σ’ έναν φίλο Γερμανό με αυτή την οπτική, δηλαδή ως ντοκουμέντο του αγώνα ενάντια στη βία, θα παραδεχτεί πως τώρα μπορώ να πω ότι δεν απαρνιέμαι ούτε μία λέξη τους.

Σημειωματάρια Ι: Μάιος 1935 – Φεβρουάριος 1942
“Πρώτα πρώτα πρέπει να σωπαίνουµε – να καταργούµε το κοινό και να έχουµε το κουράγιο της αυτοκριτικής. Να εξισορροπούµε µια προσεκτική καλλιέργεια του σώµατος µε την πλήρη συνείδηση της ζωής. Να εγκαταλείπουµε κάθε αξίωση και ν’ αφοσιωνόµαστε σ’ ένα διπλό έργο απελευθέρωσης – ως προς τα χρήµατα και ως προς τις µαταιοδοξίες και τις µικροψυχίες µας. Να ζούµε ακολουθώντας τους κανόνες του παιχνιδιού. Δεν είναι υπερβολικά τα δύο χρόνια από µια ολόκληρη ζωή για να σκεφτούµε πάνω σ’ ένα µόνο πράγµα. Πρέπει να εξουδετερώσουµε οριστικά όλες τις προηγούµενες καταστάσεις και να βάλουµε όλη µας τη δύναµη, πρωτίστως για να µην ξεµάθουµε τίποτα, κατόπιν για να µάθουµε υποµονετικά”.
Ο Αλµπέρ Καµύ αντιµέτωπος τόσο µε τον κόσµο όσο και µε τον εαυτό του. Με περιέργεια για όλους και για όλα, διηγείται ένα συµβάν, “πιάνει” µια αίσθηση, αποτυπώνει -για να επιστρέψει αργότερα σε αυτές- ιδέες και µνείες. Οι σηµειώσεις αφορούν τα παιδικά του χρόνια, αρχικά, τα αναγνώσµατά του εκείνης της εποχής. Τις σκέψεις, κατόπιν, που θα πλέξουν τα θέµατα από όπου θ’ αναδυθούν ο “Ευτυχισµένος θάνατος”, ύστερα ο “Ξένος”, αποσπάσµατα του “Μύθου του Σισύφου” και της “Πανούκλας”, που προαναγγέλλουν τον “Επαναστατηµένο άνθρωπο”. Τα “Σηµειωµατάρια” µας µισανοίγουν την πόρτα της εσωτερικής ζωής του Καµύ, σε µια ατµόσφαιρα οικειότητας που φωτίζει το έργο του, ενώ αποτελούν, παράλληλα, µια θαυµαστή µαρτυρία για τη σχέση του µε τον κόσµο.

Μυθιστορήματα
Ο ευτυχισμένος θάνατος – La Mort heureuse (1936-1938)
Ο Ξένος – L’Étranger (1942)
Η πανούκλα – La Peste (1947)
Η πτώση – La Chute (1956)
Ο πρώτος άνθρωπος Le Premier Homme (1995)

Διηγήματα
Η εξορία και το βασίλειο – L’Exil et le Royaume (1957)

Θεατρικά
Καλιγούλας – Caligula (1938)
Η παρεξήγηση – Le Malentendu (1944)
Κατάσταση πολιορκίας – L’ Etat de Siege (1948)
Οι Δίκαιοι – Les Justes (1949)

Δοκίμια
Εξέγερση στις Αστουρίες – Révolte dans les Asturies (1936)
Η καλή και η ανάποδη – L’Envers et l’Endroit (1937)
Γάμοι – Noces (1939)
Ο μύθος του Σίσυφου – Le Mythe de Sisyphe (1942)
Ο επαναστατημένος άνθρωπος – L’Homme révolté (1951)
Το καλοκαίρι – L’Été (1954)
Γράμματα σ’ ένα Γερμανό φίλο – Lettres à un ami allemand (1948)
Σημειωματάρια I – Carnets Ι, (1935-1942)
Σημειωματάρια II – Carnets II (1942-1951)
Σημειωματάρια III – Carnets III (1951-1959)
Σκέψεις για τη λαιμητόμο – Reflections on the Guillotine (1957)

Πηγές: BIBLIONET, Wikipedia, Κατσάνος, Δαμιανός, Μπουκουμάνης, Δωδώνη, Ζαχαρόπουλος Σ. Ι., Νεφέλη, Εκδόσεις Καστανιώτη, Εκδόσεις Πατάκη, Κάπα Εκδοτική, Εξάντας, Μίνωας, Γράμματα

178 views.