Αλέξανδρος Μιχάλογλου

Ελληνες λογοτέχνες
Ο Αλέξανδρος Μιχάλογλου γεννήθηκε στην Ξάνθη το 1945.
Σπούδασε στην Ιατρική Σχολή των Αθηνών από το 1967 μέχρι και το 1973. Πήρε την ειδικότητα της Παθολογίας και έγινε Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Αθηνών.Υπηρέτησε σε διάφορα Νοσοκομεία της Αθήνας και από το 1980 μέχρι το 2010 στο Ιατρείο του στον Άλιμο, όπου και συνταξιοδοτήθηκε. Τον Δεκέμβριο του 1992 εκδόθηκε από τις εκδόσεις Δελφίνι με ψευδώνυμο ‘Αλέξης Κλεάρχου’ η μοναδική ποιητική συλλογή του με τίτλο “Η γοητεία του γυμνού ορίζοντα”.
Ποίηση
Η χώρα του θέλω (2020), Το Σκαθάρι
Από το ορατό στο αόρατο (2020), Το Σκαθάρι
Τα αθόρυβα της ζωής βήματα (2021), Το Σκαθάρι
Τα θαλασσοπούλια του άλλου Αυγούστου (2021), Το Σκαθάρι

Τα θαλασσοπούλια του άλλου Αυγούστου – Αλέξανδρος Μιχάλογλου

Τα θαλασσοπούλια


Είναι φορές που το βλέμμα γλιστράει από την πραγματικότητα και καθηλώνεται στον χώρο αμέτοχο, δίχως σκέψη, δίχως ήχους και δίχως χρώματα. Κι αυτή η απρόσμενη στιγμιαία ακινησία του χρόνου δίνει το έναυσμα να αντιληφθείς με άλλη οπτική γωνία τη ζωή. Είναι η στιγμή που η ψυχή σε σπρώχνει απαλά να ενσκήψεις όχι στο περιβάλλον, μα στον δικό της κόσμο. Δεν το ζητάει επίμονα, δεν το ζητάει συχνά. Αφήνει ορθάνοιχτα τα παράθυρά της κάπου κάπου για να ρίξεις έστω μια ματιά, φτάνει να το διακρίνεις, να το καταλάβεις. Και αυτό της αρκεί. Γιατί είναι πεπεισμένη πως όσο κι αν είναι φευγαλέο το βλέμμα θα καρφωθεί στην παράξενη μορφή της και δεν θα θέλει να φύγει.
Γιατί γνωρίζει πως εκεί θα δεις τον εαυτό σου, τις αδυναμίες σου, τις ευαισθησίες σου. Πως εκεί θα δεις και θα βρεις και τα δυο σου πρόσωπα που όχι μόνον χάνονται, αλλά και τα ξεχνάς στην καθημερινότητα. Θα δεις και θα βρεις πίκρες, πόνους κι απογοητεύσεις αλλά και εφήμερες επιτυχίες και ολιγόλεπτες χαρές. Πως εκεί το συναπάντημα λανθασμένων πράξεων με τα χρώματα και την ευαισθησία της δίνουν άλλη χροιά κι άλλη υφή στην περίτεχνη κορμοστασιά της. Και πως τα λάθη και σφάλματα που έντεχνα λησμονείς στη ζωή εγκαταλείπουν στη σειρά διαφόρων μεγεθών ουλές. Κι αν πιο προσεκτικά αγναντεύσεις ή λάμψεις τραβήξουν την προσοχή σου, αυτές είναι οι πενιχρές άσπιλες πράξεις που δίνουν αξία στη ζωή.
Ένας θαλασσόβραχος ελκυστικός στη μέση του πελάγους με οξύαιχμα και πλατύσωμα βράχια φαγωμένα από την αρμύρα και τον ήλιο κι ανάμεσα στα φιδόστρατα και στις κακοτοπιές φαντασμένες αρμυρήθρες ξημεροβραδιάζονται. Εκεί όλα τα Θαλασσοπούλια κουρνιάζουν και νυχθημερόν κράζουν πότε με ένστιχτα και πότε με συναισθήματα. Πότε με φθηνά κίνητρα και πότε με υποκριτικές αφορμές. Κι όσο λιγοστό το μάτι έβλεπε κρίταμο κι αρμυρίκι, τόσο άφθονα έβλεπε σωριασμένα φύκια για να τα παρασέρνει εμπαίζοντας ο άνεμος.
Μονάχα να, στων γηρατειών την ανηφόρα η αυθόρμητη κριτική αφήνει στα χείλη της ψυχής μια πίκρα, αλλά στην καρδιά της ένα ανεξίτηλο κι αθέατο ανάμνησης σημάδι.

Ποίηση, Το Σκαθάρι, 2021, 200 σελ.

Τα αθόρυβα της ζωής βήματα – Αλέξανδρος Μιχάλογλου

Τα αθόρυβα


Από τις τόσες τριγύρω που σκορπίζει ομορφιές η φύση ανεπιφύλαχτα και γενναιόδωρα φρόντισε με μητρική αγάπη τον άνθρωπο. Τον προίκισε με αισθήσεις, με συναισθήματα, με νόηση, με θέληση αλλά και με συνείδηση. Και προπαντός με ελευθερία. Ελευθερία να σπείρει και να καλλιεργήσει στα χωράφια της φαιάς ουσίας τη νόηση, τα συναισθήματα και τις αξίες της ζωής. Αυτή είναι η δική μας μαγιά.
Να κοσκινίσεις πρέπει πολύ καλά τη γνώση μέσα στη συνείδηση, απομακρύνοντας τις ξένες προσμίξεις. Τότε μόνον η γνώση διαπερνά το Είναι μας και γίνεται κατανόηση. Κι η κατανόηση όχι μόνον απομακρύνει τον πεισματάρη εγωισμό, αλλά και τις αρνητικές σκέψεις και συναισθήματα. Φτάνει να ζυμώσεις το μίγμα με γουλιές αγάπης για να μην κολλάει στα χέρια της συνείδησης.
Μιας συνείδησης άλλου επιπέδου που θα βλέπει και θα ακούει τις φωνές τής σάρκας, της ψυχής και του πνεύματος. Μιας συνείδησης που πρέπει να ανανήψει με αθόρυβα βήματα από τη γέννηση μέχρι τον θάνατο. Αλλά αυτή θα είναι η συνείδηση που θα δρασκελίσει το κατώφλι της νέας σου ζωής.

Το κύμα αμφίδρομο κι εγώ εκεί.

Το κύμα αμφίδρομο κι εγώ εκεί στηριγμένος
τις ρίζες του βουνού κράταγα και τη γενιά.

Ποίηση, Το Σκαθάρι, 2021, 104 σελ.

Η χώρα του θέλω – Αλέξανδρος Μιχάλογλου




Νοτιοδυτικά του εγκεφάλου και σε απόσταση πέντε χιλιομέτρων
υπάρχει μια χώρα σε σχήμα οβάλ.
Είναι η χώρα του Θέλω.

Στα βάθη του εγκεφάλου θάβω τον πόνο.
Φρέσκος σέρνεται ψυχομαχώντας.
Μια σπίθα φόβου ξεπετιέται, αλλά δεν σβήνει.
Κίνησε η ματιά να φέρνει γύρα τον ορίζοντα.
Ένας απλοϊκός πολίτης της χώρας του Θέλω είμαι,
ανυποψίαστος, σε νησί για διακοπές ξαποσταίνω.
Ξένος βραχνάς με κυκλώνει και με φιλοξενεί.
Κάτι, κάτι άπιαστο με πολιορκεί. Αλλά τι;
Ή το παρακάμπτω ή το ξεψαχνίζω.
Έσπρωξε η συνήθεια το σώμα στο μονοπάτι της παραλίας.
Αλλά στα έμπειρα μάτια των ανέμων σκάλωνε,
και παρενοχλούσε επίμονα η υπεκφυγή,
τόσο πολύ που έριξαν άγκυρα στον ορίζοντα.
Κι η θάλασσα απίστευτα πονηρή, γαλήνια.
Μήτε φλοίσβος μήτε αεράκι, ένας νους μόνο κονταροχτυπιέται,
αμήχανος και φυλακισμένος σε κελί γρυλίζει.

Eπιμέλεια σειράς: Κλεονίκη Μαγκλάρα

Ποίηση, Το Σκαθάρι, 2020, 80 σελ.

Από το ορατό στο αόρατο – Αλέξανδρος Μιχάλογλου




Όταν ο πόνος σαν καταρράκτης πλημμυρίζει την ψυχή κι η απόγνωση σαν βράχος γίνεται ένοικος κι αφέντης, τότε όλα καταρρέουν. Και τις νύχτες στα όπλα που διαθέτεις, λογική κι αισθήσεις, απάντηση ποτέ δε θα πάρεις στα χρόνια της καταχνιάς. Βραδιά απελπισίας, αφού τα νανουρίσεις να κοιμηθούν, άφησε λεύτερη την καρδιά να αγναντεύει, να βυθίζεται στα σωθικά και να καταγράφει, δίχως ερμηνείες και συμπεράσματα, μονοπάτι αυτογνωσίας. Αναβλύζουν τότε σαν ένστιχτα, σαν διαίσθηση, αυθεντικά συναισθήματα και σκέψεις. Τότε βιώνεις το νόημα του Εγώ. Φτάνει να μην αγνοήσεις την αυθεντική και μονάκριβη στιγμή που ζεις έξω από τα δεσμά του χρόνου, το Τώρα.

ΕΙΝΑΙ ΚΑΙΡΟΣ ΠΟΥ
με σφυρί κι αμόνι λειαίνω
τις αδικίες και τις υπερβολές,
αλλά νιώθω να σκιαμαχώ,
κι όσο πεισμώνω και δυναμώνω τη φωτιά,
τόσο μεγαλώνω την αστάθεια·
έγερνα τότε τη σιγουριά στο τραπέζι
ως αιχμάλωτος σε ιστό αράχνης.

Όμως τα αδιέξοδα αυτά με απωθούσαν·
έκλεινα τότε πόρτες και παράθυρα
κι εξουσιοδοτούσα στην καρδιά τις αισθήσεις
να μην ερμηνεύουν και με παρασύρουν
σε συνήθη αίτια και κίνητρα.

Έτσι βάζω τον εγωισμό
σε μια πολυθρόνα να λιάζεται
κι αμέριμνος πια προσμένω.

Eπιμέλεια σειράς: Κλεονίκη Μαγκλάρα

Ποίηση, Το Σκαθάρι, 2020, 120 σελ.

Πηγές: Biblionet, Το Σκαθάρι