Αλκυόνη Παπαδάκη

Ελληνες λογοτέχνες
Η Αλκυόνη Παπαδάκη γεννήθηκε στο Νιο Χωριό, κοντά στα Χανιά.
Αφού αποφοίτησε από τη Γαλλική Σχολή, ήρθε στην Αθήνα με το όνειρο να αλλάξει τον κόσμο. Με την εμφάνισή της στη λογοτεχνία κατέκτησε το αναγνωστικό κοινό, το οποίο την ακολουθεί πιστά σε όλη τη συγγραφική πορεία της. Τα έργα της, τα οποία ανήκουν στη σύγχρονη μυθιστορία, διακρίνονται για την προσωπική, λυρική γραφή της. Μέσα στις σελίδες των βιβλίων της αναλύει, συνθέτει, αγωνίζεται, δημιουργεί, διακινδυνεύει και διδάσκει ήθος, σε μια δύσκολη εποχή που αναζητεί οδηγούς και πρότυπα ζωής.

Το κόκκινο σπίτι – Αλκυόνη Παπαδάκη




Το χαμπέρι έφτασε και στο χωριό της πλαγιάς. Εφτασε σαν το κακό πουλί. Κι εσκέπασε σφιχτά με τις φτερούγες του τον ανθισμένο λόφο. Και τον έπνιξε.
Πρωί πρωί η “κυρία είσοδος” του κόκκινου σπιτιού έκλεισε μ’ ένα βρόντο σαν τη στριγκλιά. Και το μπρούντζινο χέρι με το δαχτυλίδι τινάχτηκε δυο φορές στον αέρα και χτύπησε δίχως σκοπό. Τακ. Τακ. Περάστε! είπε η μοίρα στη συφορά. Κι εκείνη πέρασε ευγενικά κι εστρογγυλοκάθισε στον καναπέ, δίπλα στο μαντολίνο του Νικόλα και στα δαντελένια μαξιλαράκια της κυρίας Κατίνας.
Κείνη τη μέρα μαζευτήκανε όλοι στο σπίτι της Σμυρνιάς. Από κει θα φεύγανε οι πέντε άντρες.
«Θα ‘ρθουμε πίσω», λέγανε. Γιατί προσπαθούσανε να δώσουνε κουράγιο στις γυναίκες. Και γελούσανε. Μα το γέλιο έπεφτε από το μισό τους χείλι σαν τ’ αποτσίγαρο. Κι έσβηνε…

Μυθιστόρημα, Καλέντης, 1988, 170 σελ.

Η μπόρα – Αλκυόνη Παπαδάκη




«Εγώ δεν ξέρω πολλά γράμματα. Μα όπως κάθομαι τις νύχτες στην αυλή μου και κοιτάζω τ’ αστέρια, σκέφτομαι και μερικά πράματα. Σκέφτομαι λοιπόν, τι διαφορά υπάρχει να ‘σαι μέσα στους ανθρώπους ή μέσα στα θερία. Και λέω πως με τα θερία, είναι καλύτερα. Στο κάτω κάτω, αυτά τα ξέρεις. Είναι θερία, λες. Και φυλάγεσαι. Τους ανθρώπους όμως; Μέχρι να πάρεις είδηση τι θεριό έχεις δίπλα σου, σε κατασπάραξε. Πάει. Τους ανθρώπους εγώ τρέμω. Τους όμοιούς του. Που μιλούνε, που χαϊδεύουνε, που χιχιρίζουνε, που χαιρετούνε. Αλίμονο απ’ αυτούς, Χριστέ μου. Αλίμονο και τρισαλίμονο».

Μυθιστόρημα, Καλέντης, 1989, 198 σελ.

Σκισμένο ψαθάκι – Αλκυόνη Παπαδάκη




Μια ζωή θυμάμαι τον εαυτό μου να φτιάχνει στέκια και καταφύγια για την ψυχή μου. Κι εκεί που είναι όλα έτοιμα κι έχω αρχίσει να βολεύομαι, εκεί που είναι τα πάντα τακτοποιημένα και κάθομαι λίγο να ξεκουραστώ και να κάμω τσιγαράκι, μπαίνει ο διάολος μέσα μου και μου την ανάβει.
-Τι ‘ναι τούτα δω τα σκιάχτρα; μου λέει. Δεν είναι για σένα η λούφα, κορίτσι μου. Πάλι πλαστογραφίες κάνεις;
Και βροντάω τότε ένα ασιχτίρ και τα κάνω όλα κεραμιδαριό.
Ύστερα κάθομαι σταυροπόδι και γλείφω τις πληγές μου σαν το σκυλί. Δεν πειράζει, λέω. Πάμε γι’ άλλα. Οπως και να ‘χει το πράμα, η Ρόζυ γεννήθηκε με το βλέμμα καρφωμένο στο ξημέρωμα. Όρτσα τα πανιά λοιπόν.
Ενα μικρό ψαροκάικο είναι η ζωή μου. Ένα μικρό φθαρμένο ψαροκάικο που έχει σμαραγδιά φεγγάρια στο κατάρτι του κι έναν ξεσκούφωτο ήλιο αληταρά για τιμονιέρη.
Ενα ψαροκάικο, δίχως ρότα.
-Πού πάμε, καπετάνιο; με ρωτάει ο τιμονιέρης και μου κλείνει το μάτι. Όπου πάν’ τα κύματα! λέω επίσημα εγώ.
Και τα σμαραγδιά φεγγάρια που είναι στο κατάρτι σκάνε σαν ρόδια στην κουβέρτα.
Κι ο ξεσκούφωτος ήλιος ο αληταράς παρατάει το τιμόνι του και χορεύει. Και
η νύχτα γεμίζει χιλιάδες ήλιους, αληταράδες. Και η ψυχή μου γεμίζει νύχτες
πολύχρωμες. Γεμίζει σμαραγδιά φεγγάρια και θαλασσινά πουλιά. Πού να
χωρέσουν μέσα μου όλ’ αυτά; Πού να στριμωχτούν, π’ ανάθεμά τα;

Μυθιστόρημα, Καλέντης, 1993, 241 σελ.

Το χρώμα του φεγγαριού – Αλκυόνη Παπαδάκη




-Τι χρώμα έχει η λύπη; ρώτησε το αστέρι την κερασιά και παραπάτησε στο ξέφτι κάποιου σύννεφου που περνούσε βιαστικά. Δεν άκουσες; Σε ρώτησα, τι χρώμα έχει η λύπη;
-Εχει το χρώμα που παίρνει η θάλασσα την ώρα που γέρνει ο ήλιος στην αγκαλιά της. Ένα βαθύ άγριο μπλε.
-Τι χρώμα έχουν τα όνειρα;
-Τα όνειρα; Τα όνειρα έχουν το χρώμα του δειλινού.
-Τι χρώμα έχει η χαρά;
-Το χρώμα του μεσημεριού, αστεράκι μου.
-Και η μοναξιά;
-Η μοναξιά έχει χρώμα μενεξελί.
-Τι όμορφα που είναι τα χρώματα! Θα σου χαρίσω ένα ουράνιο τόξο, να το ρίχνεις επάνω σου όταν κρυώνεις.
-Το αστέρι έκλεισε τα μάτια του κι ακούμπησε στο φράχτη. Έμεινε κάμποσο εκεί και ξεκουράστηκε.
-Και η αγάπη; ξέχασα να σε ρωτήσω, τι χρώμα έχει η αγάπη;
-…Το χρώμα που έχουν τα μάτια του Θεού, απάντησε το δέντρο.
-Τι χρώμα έχει ο έρωτας;
-Ο έρωτας έχει το χρώμα του φεγγαριού, όταν είναι πανσέληνος.
-Ετσι, ε; Ο έρωτας έχει το χρώμα του φεγγαριού, είπε τ’ αστέρι…
Κοίταξε μακριά στο κενό… και δάκρυσε…

Μυθιστόρημα, Καλέντης, 1995, 156 σελ.

Αμάν, αμάν – Αλκυόνη Παπαδάκη




Ηταν η μικρή αράχνη που στήριζε μια μεταξωτή κλωστή σ’ ένα φύλλο του γιασεμιού κι ύστερα κρεμότανε πάνω της και νανούριζε τους πόθους της. Ήταν η ανόητη σαύρα που κρύφτηκε στη ρίζα του αλεξανδρινού, γιατί φοβήθηκε τη σκιά της. Ήταν η φτερούγα από το όνειρο του Σέβη που καρφώθηκε σαν το σουγιά σε μια γινωμένη ρόγα σταφυλιού… Ήταν όλ’ αυτά ανακατωμένα. Ποιος μπορούσε να τα ξεχωρίσει. Και προς τι;

Μυθιστόρημα, Καλέντης, 1995, 250 σελ.

Οι κάργιες – Αλκυόνη Παπαδάκη




Ηταν μια μικρή ροδακινιά, που δώριζε τα πρώτα της ροδάκινα στον ήλιο. «Παρ’ τα», του ‘λεγε και γελούσε. «Παρ’ τα. Σ’ αγαπώ». Οι κάργιες κάθισαν όλες μαζί με φούρια στα τρυφερά κλαδιά της. Λίγο ακόμα και θα τα ‘σπαζαν.
«Ερωτας!» φώναξε η Ατόπη και έκανε έναν κύκλο γύρω από τη ροδακινιά. «Έρωτας!»
Υστερα, σηκώθηκαν ξαφνικά από το δέντρο και ακολούθησαν ένα άλλο τσούρμο μαυροπούλια, που έτρεχε κατά τη Δύση, πλάι σε κάποιο σταχτοκίτρινο σύννεφο.
«Σαν τι να μοιάζει αυτό το σύννεφο!» σκέφτηκε η Ατόπη.
Κι η Σανωτία, που πετούσε δίπλα της και διάβαζε κάθε της σκέψη, γύρισε απότομα και την κοίταξε. «Περίεργο σύννεφο, ε; Έχει το σχήμα της φυγής».
«Σαν να τρέχει για να σωθεί. Ποιος το κυνηγάει;»
«Τρέχει κανείς με τόση φούρια μόνο όταν τον κυνηγάει ο εαυτός του. Κανείς άλλος δεν κυνηγάει τόσο επίμονα, τόσο ύπουλα».
«Κι είναι η φυγή σωτηρία;»
«Είναι ποτέ η φυγή σκοπός;»
«Οχούου! Παράτα με με τους σκοπούς σου! Υπάρχει πάντοτε η μαγεία του ταξιδιού… Υπάρχουν πάντοτε τα μεσημέρια της φυγής…».

Μυθιστόρημα, Καλέντης, 1997, 154 σελ.

Σαν χειμωνιάτικη λιακάδα – Αλκυόνη Παπαδάκη




Είναι μερικοί άνθρωποι που δεν μπόρεσαν ποτέ να διαβάσουν το μυστικό σημείωμα που άφησε μέσα τους ο Θεός. Είναι μερικοί άνθρωποι που, όταν πέσει στα χέρια τους η χαρά, δεν ξέρουν πως τους ανήκει. Και σαστίζουν. Είναι μερικοί άνθρωποι που πίστεψαν αλήθεια πως ο Θεός αγαπάει τους μουτρωμένους. Χαρά σ’ αυτούς που γέμισαν την ψυχή τους και διάβασαν τραγουδιστά το μυστικό τους σημειωματάκι. Χαρά σ’ αυτούς που πιάστηκαν στο δόλωμα της ζωής και σπαρτάρισαν μέσα στα δίχτυα της. Αν τα τρύπησαν μια στιγμή και ξαναβγήκαν στο πέλαγος, το έκαναν μόνο και μόνο για να ‘χουν τη χαρά να ξαναπιαστούν;

Μυθιστόρημα, Καλέντης, 1999, 379 σελ.

Βαρκάρισσα της χίμαιρας – Αλκυόνη Παπαδάκη




«Να ονειρεύεσαι, μου ‘λεγε ένας φίλος που μ’ αγαπούσε και με ήξερε καλά. Τα όνειρα, συνήθως, προδίδουν. Παραπλανούν. Καμιά φορά και σκοτώνουν.
Ομως, δεν γίνεται να ζεις χωρίς να ονειρεύεσαι. Δεν έχει νόημα. Δεν έχει ουσία. Να ονειρεύεσαι!
Κοίτα μόνο να ‘χεις σταμπάρει καλά την έξοδο κινδύνου από τα όνειρά σου. Τότε σώζεσαι.
Και ποια είναι η έξοδος κινδύνου; Τίποτα δεν είναι στη ζωή το παν!
Εχει και παρακάτω… Εχει κι άλλο… Προχώρα, λοιπόν, ξεκόλλα! Αυτή είναι η έξοδος κινδύνου!
Οταν ένας άνθρωπος έχει ενδώσει εντελώς στο πάθος του, είναι μάταιο να προσπαθείς να του αλλάξεις τακτική. Είναι όπως ακριβώς ο τζόγος. Όσο χάνεις, τόσο κολλάς. Έχει μια περίεργη γλύκα η αυτοκαταστροφή. Ανήκει στα σκληρά ναρκωτικά.
Αν εθιστείς, μάλλον τελείωσες. Εκτός αν… αν πετύχεις στις καλές του τον Θεό. Συμβαίνει.
Εγώ τα είχα βρει μια χαρά με τη ζωή. Γίναμε κολλητάρια και τα περνούσαμε περίφημα.
Πήγαινα ως εκεί που μ’ έπαιρνε. Για να χαίρομαι.
Κι αν είχα κέφι, προχωρούσα ως εκεί που δεν μ’ έπαιρνε.
Για να μαθαίνω!».

Μυθιστόρημα, Καλέντης, 2001, 369 σελ.

Στον ίσκιο των πουλιών – Αλκυόνη Παπαδάκη




Είναι κάτι νύχτες, που τ’ αστέρια κατεβαίνουνε χαμηλά.
Που λιώνει το φεγγάρι και νοτίζει την ψυχή σου.
Είναι κάτι νύχτες, που όλα σιγοτραγουδούν. Ακόμα κι οι πέτρες.
Και τα ξερά κλαδιά.
Αυτές τις νύχτες προτιμά να σε θυμάται η μοναξιά σου.
Κι έρχεται ακάλεστη. Χωρίς να χτυπήσει ούτε καν την πόρτα,
να ρωτήσει αν δέχεσαι επισκέψεις. Χωρίς να κρατά η αφιλότιμη,
ούτ’ ένα λουλουδάκι. Ούτ’ ένα γλυκό, μπας και σε ξεγελάσει.
Θρονιάζεται στην ψυχή σου κι ανάβει προκλητικά το τσιγαράκι της.
«Αυτάααα! Πού είχαμε μείνει;»
Σου λέει μ’ όλο το θράσος της και σε κοιτά κατάματα.
Είν’ αυτές οι νύχτες, που τ’ άστρα κατεβαίνουν χαμηλά.
Που λιώνει το φεγγάρι. Που όλα σιγοτραγουδούν.
Είν’ αυτές οι νύχτες τελικά, που βλέπεις καθαρά, το χρώμα που
έχουν τα μάτια της μοναξιάς.
Ιδιο ακριβώς, όπως οι στάχτες από τα όνειρα.

Μυθιστόρημα, Καλέντης, 2003, 381 σελ.

Το τετράδιο της Αλκυόνης – Αλκυόνη Παπαδάκη




Το “Τετράδιο της Αλκυόνης” είναι αφιερωμένο “σ’ αυτούς που ξέρουν να ζουν, ν’ αγαπούν, να ελπίζουν, να χαίρονται…” Και ξεκινά στέλνοντας “ένα γλυκό φιλί στη νέα μέρα που ξεπροβάλλει”. Δεν έχει σημασία αν αυτή η μέρα είναι η 1η Ιανουαρίου του 2004, ούτε αν είναι η περσινή, ούτε αν είναι μια απ’ αυτές που μελλοντικά θα ξημερώσουν μαζί με το φως του ήλιου.
Γιατί αυτό το βιβλίο δεν είναι άλλο ένα ημερολόγιο του 2004. Είναι ένα ξεχωριστό “αντι-ημερολόγιο” διαχρονικό, που γαληνεύει την ψυχή και την οδηγεί σε ονειρικά μονοπάτια.
Eικονογράφηση: Ελένη Μαραθού

Ημερολόγιο, Καλέντης, 2004

Ξεφυλλίζοντας τη σιωπή – Αλκυόνη Παπαδάκη




Τι φταις αλήθεια.
Κανείς δε σου ‘μαθε το δρόμο για το “εμείς”.
Και το χειρότερο, κανένας δε σε εκπαίδευσε
να επενδύεις στο “εγώ”.
Σαν επαίτης εκλιπαρείς μπροστά στην πόρτα του “εσείς”.
Εσπασες αμέτρητες φορές τα μούτρα σου, προσπαθώντας
ανάμεσα σε σκοτάδια ν’ ανακαλύψεις το “εσύ”.
Σ’ έπιασε πάντα πανικός στη θέα και στη σκέψη του “αυτοί”.
Και στην απελπισία, στο χαμό σου, φώναζε
“Αυτός! Αυτός!”
Κι έπιασες ένα πιστόλι, να πολεμάς.
Τι φταις!

Αποφθέγματα, Καλέντης, 2004, 135 σελ.

Στο ακρογιάλι της ουτοπίας – Αλκυόνη Παπαδάκη




Εχω γνωρίσει στη ζωή μου αρκετούς ανθρώπους, που έψαχναν απεγνωσμένα την ελευθερία της ψυχής τους. Πέρασαν βουνά, θάλασσες και ποτάμια, μοναχικοί καβαλάρηδες πάντα, εραστές μιας χίμαιρας που την είχαν βαφτίσει ελευθερία.
Αυτού του είδους οι άνθρωποι μοιάζει να ψάχνουν τελικά για την παγίδα τους.
Μοιάζει να ψάχνουν, κάπου να αιχμαλωτιστούν.
Κάπου να χαρίσουν, κάπου να πετάξουν, την ελευθερία που ήδη κουβαλάνε μέσα τους, χωρίς οι ίδιοι να το ξέρουν.
Μερικοί, μπαίνουν σε ναρκοπέδια και χάνονται.
Αλλοι βρίσκουν τη μεγάλη παγίδα και παγιδεύονται.
Ολότελα. Για πάντα.
Μόνο που δεν παραδέχονται ποτέ, πως εκεί που έφτασαν, είναι παγίδα.
Της δίνουν απλώς μια άλλη ονομασία. Χρέος, ας πούμε. Θυσία. Αποστολή.
Ετσι για να μπορούνε δηλαδή, άμα λάχει, να φοράνε το καπελάκι τους, στραβά.

Μυθιστόρημα, Καλέντης, 2005, 279 σελ.

Το ταξίδι που λέγαμε… – Αλκυόνη Παπαδάκη




Είναι άνοιξη! Απόβραδο.
Με πνίγει η άνοιξη. Μου κόβει την ανάσα. Δεν αντέχει πια η ψυχή μου να κουβαλήσει τόση ομορφιά.
Σαν να φορτώσεις στη ράχη μιας κάμπιας ένα κόκκινο ρόδι.
Φουσκώνουν οι φλέβες μου, πονάει το αίμα μου, παλεύουν να βλαστήσουν οι σπόροι μέσα μου και δεν υπάρχει χώμα για να ριζώσουν. Δεν υπάρχει αρκετό νερό να ποτιστούν.
Οταν έπρεπε να κόψω όλους τους άγριους θάμνους να ελευθερωθεί το τοπίο, δεν το ‘κανα. Λυπήθηκα τα φίδια, που δεν θα είχαν άλλες φωλιές για να κρυφτούν.
Οταν έπρεπε να φυλάξω λίγο νερό, για ώρα ανάγκης, δεν το ‘κανα.
Λυπήθηκα τ’ αδέσποτα, που διψούσαν.
Τώρα… Τώρα, πώς να φυτρώσουν οι βολβοί; Πως να ποτιστούν τα όνειρα…
Παρ’ όλα αυτά, δεν λέω πως δεν βρίσκω κάποιες λύσεις.
Πάντα υπάρχει ένα ξεχασμένο, άδειο κονσερβοκούτι στην ψυχή μου. Με φτάνει για να φυτέψω ένα λουλούδι, εποχιακό.
-Δεν ξέρω αν υπάρχει άλλο πλάσμα επί της γης, που να υπηρετεί και να λατρεύει τόσο το εφήμερο όσο εσύ! μου είπε κάποτε ένας εραστής μου.
– Αμέ υπάρχει. Οι πεταλούδες! του απάντησα.

Μυθιστόρημα, Καλέντης, 2007, 394 σελ.

Αν ήταν όλα… αλλιώς – Αλκυόνη Παπαδάκη




Αν η ψυχή μας φορούσε πάντα τα καλά της και καλωσόριζε τα όνειρά μας… Αν το καράβι μας έφτανε φωταγωγημένο στο λιμάνι που είχαμε διαλέξει… Αν στην προβλήτα μάς περίμεναν, με ανθοδέσμες και χειροκροτήματα, όλοι αυτοί που αγαπήσαμε… Αν δεν είχαμε αφήσει την πόρτα της ψυχής μας ανοιχτή, για να βρουν άσυλο οι κατατρεγμένοι… Τι απερισκεψία κι αυτή! Πάντα τους ληστές τούς περνούσαμε για κατατρεγμένους. Αν ξέραμε να διαβάζουμε εγκαίρως τα σημάδια των καιρών και να προβλέπουμε τις καταιγίδες… Αν δεν είχαμε μπερδέψει τα σημεία του ορίζοντα και περιμέναμε να βγει ο ήλιος από τη δύση…
Πόσος χαμένος χρόνος, αλήθεια!
Aν… Αν…
Αν ήταν όλα… αλλιώς!
Μα τότε, πώς θα ξεχωρίζαμε το φως που κλείνουν μέσα τους τα φύλλα της παπαρούνας;

Μυθιστόρημα, Καλέντης, 2009, 288 σελ.

Τι σου είναι η αγάπη τελικά… – Αλκυόνη Παπαδάκη




Η ζωή παίζει πολλά παιχνίδια και επιφυλάσσει πολλές εκπλήξεις. Η αγάπη, ακέραιη και ανυπότακτη, δε χάνεται, δε γονατίζει ούτε εγκαταλείπει ποτέ τις καρδιές των ανθρώπων. Δύο κορίτσια, που η μοίρα και η δίνη της ζωής τα χώρισε, κράτησαν ανέπαφη την αγάπη και την ελπίδα στις πληγωμένες καρδιές τους…
Ενα μυθιστόρημα, γεμάτο απρόσμενα γεγονότα και συνεχείς ανατροπές, που θα σας καθηλώσει.

Μυθιστόρημα, Καλέντης, 2011, 330 σελ.

Σ΄ένα γύρισμα της ζωής – Αλκυόνη Παπαδάκη




Σε κάποιο χωριό της Κρήτης γεννιέται ο Νικηφόρος Χερουβείμ, καρπός ενός βιασμού και “υιοθετημένο” τέκνο ενός βεβιασμένου γάμου. Είναι ένα πανέξυπνο παιδί που λατρεύει τη μητέρα του τη Συρμαλιώ και μισεί τον “πατέρα” του. Με αποσκευές βαριές από την παιδική του ηλικία, ο Νικηφόρος εκτινάσσεται και διαγράφει μια λαμπρή, για τους πολλούς, πορεία: κατακτά τίτλους σπουδών, αποκτά διασυνδέσεις, θέσεις, κοινωνική επιφάνεια, πλούτο, οικογένεια. Μέσα σε αυτή τη λυσσαλέα προσπάθεια για άνοδο, χάνει το πολυτιμότερο: την ψυχή του. Η εμπλοκή του σε κυκλώματα τοκογλυφίας, πλειστηριασμών, λαθρομετανάστευσης τον ανεβάζει στο βάθρο της εξουσίας, θεωρώντας ότι έχει τον έλεγχο των πάντων. Όταν, όμως, χάνεις τον έλεγχο της συνείδησής σου, μοιραία έρχεται η ανατροπή: ένα ξαφνικό γεγονός όσο κι οριστικό όπως ο θάνατος θα φέρει στη ζωή του τις Eρινύες. Όλα γύρω του καταρρέουν και οι ενοχές του τον οδηγούν στη μεταστροφή, αγνοώντας όμως κι ο ίδιος αυτό που του επιφυλάσσει η μοίρα. Οι ιστορίες των ανθρώπων γύρω του θα κάνουν το δικό τους κύκλο για να ζήσουν, να πάθουν, να μάθουν, να καταστραφούν ή να βρουν τη γαλήνη. Όλοι τους θα βαδίσουν το δρόμο τους, αφήνοντας ο καθένας τα δικά του χνάρια. Και κάπου εκεί, σε αυτό το γύρισμα της ζωής, μετά τη στροφή, ο Νικηφόρος σε ένα άγνωρο μονοπάτι θα συναντήσει την Ελένη, μια γυναίκα που κουβαλά κι εκείνη βαριές αποσκευές από το παρελθόν. Η μία ψυχή με δανεικά αποφόρια και η άλλη με δανεικές στολές και ψεύτικα παράσημα ενώνονται για να ζήσουν και να παλέψουν μαζί.

Μυθιστόρημα, Καλέντης, 2013, 246 σελ.

Θα ξανάρθουν τα χελιδόνια – Αλκυόνη Παπαδάκη




Η νεαρή Ολάνθη προσπαθεί να επιβιώσει μέσα σε μια κοινωνία αντιθέσεων, εκεί όπου η σκληρότητα στέκεται δίπλα στη φιλευσπλαχνία, το γέλιο έρχεται μαζί με το δάκρυ, το μίσος φωλιάζει πλάι στην αγάπη. Κουβαλώντας ένα παρελθόν που ακόμη και η ίδια αγνοεί και με μοναδικό στήριγμά της τη φίλη της Μαλαματένια, ζει και ελπίζει σε έναν κόσμο γεμάτο δεινά.
Πολυάριθμα πρόσωπα και ζωές που διασταυρώνονται δημιουργούν μια συνεχή αλληλουχία αφηγήσεων. Ο κάθε ήρωας εξομολογείται τη δική του ιστορία, αλλά και τη δική του εκδοχή που διαφοροποιεί τα γενόμενα, συνθέτοντας ένα μυθιστόρημα που καθρεφτίζει έναν ολόκληρο κόσμο που ζει και ενεργεί σε μια εποχή σε βαθιά αξιακή κρίση.
Η Αλκυόνη Παπαδάκη, στο νέο μυθιστόρημά της, με επίγνωση -σχεδόν αμείλικτη- αλλά και με τη σοφία της συγκατάβασης, ξεδιπλώνει τους ήρωες και το πεπρωμένο τους σαν το μίτο της Αριάδνης για να μας οδηγήσει -πάντα- σε μια φωτεινή διέξοδο, θυμίζοντάς μας ενθαρρυντικά πως θα ξανάρθουν τα χελιδόνια.

Μυθιστόρημα, Καλέντης, 2015, 384 σελ.

Μια ατέλειωτη φυγή – Αλκυόνη Παπαδάκη




Το ημερολόγιο μιας γυναίκας, η διαδρομή της, με τις ιστορίες προσώπων που έγιναν σταθμοί στη ζωή της. Ιστορίες ανθρώπινες και αληθινές.
Πάντα ήθελα να φεύγω. Να πετάει η ψυχή μου σαν τα πουλιά. Να νιώθω τη γλύκα μιας ατέλειωτης φυγής.
Όχι να φεύγω γι’ άλλους τόπους. Από την ίδια τη ζωή μου να φεύγω. Να ρίχνω τα «στοπ» στον δρόμο μου. Να γκρεμίζω τις πινακίδες που σηματοδοτούσαν διαδρομές. Να πατάω στις διαχωριστικές γραμμές. Ν’ αψηφώ τα όρια της ταχύτητας. Να φεύγω χωρίς προορισμό. Μια φυγή μέσα στην ίδια τη φυγή.
Σα να με κυνηγούσε πάντα ο εαυτός μου. Και μόλις έβρισκα ένα ξέφωτο, να πάρω μια ανάσα, βρε αδερφέ, να στήσω μια σκηνή να ξαποστάσω, βαρούσε ο συναγερμός μέσα μου και με ξεκούφαινε.
Φεύγοντας, άφησα πίσω μου πολλά σκουπίδια.
Άφησα όμως, στη φούρια μου, και πράγματα πολύ σημαντικά.
Κάτι κοσμήματα, ας πούμε, ακριβά, που κάποιοι μου είχαν χαρίσει για να στολίσω την ψυχή μου…

Μυθιστόρημα, Καλέντης, 2017, 304 σελ.

Το χαμόγελο του δράκου – Αλκυόνη Παπαδάκη




Εμείς… που κάναμε ψίχουλα την ψυχή μας για να ταΐσουμε τα όρνια.
Εμείς… που περπατήσαμε μέσα στη βροχή γιατί δεν καταδεχτήκαμε να πάρουμε την ομπρέλα που μας πρόσφεραν οι άλλοι επ’ αμοιβή…
Εμείς… που περπατήσαμε στον υπόνομο μ’ ένα τριαντάφυλλο στο χέρι.
Εμείς… που κάναμε τον δράκο που φώλιαζε μέσα μας να χαμογελάσει.
Εμείς… που φτάσαμε στην άκρη του γκρεμού, μόνο και μόνο για ν’ απολαύσουμε τη θέα…
Εμείς… που δεν ζητήσαμε ποτέ τα ρέστα της ζωής μας από τον ταμία.
Να ’μαστε, λέει, στη βαρκούλα… και να ’χε φεγγαράδα… και ν’ αρμενίζαμε…

Μυθιστόρημα, Διόπτρα, 2018, 336 σελ.

Στην άκρη του βράχου – Αλκυόνη Παπαδάκη




Εκεί στην άκρη του βράχου…στην κόψη του γκρεμού… οι πέτρες γυαλίζουνε τις νύχτες σαν κοφτερά μαχαίρια.
Οι πιο πολλοί έφτασαν ως εδώ δίχως καλά καλά να το καταλάβουν. Τους ξέβρασε ένα άγριο κύμα της μοίρας τους.
Είναι και κάποιοι, λιγοστοί είν’ αυτοί, που ξεκίνησαν μόνοι τους, παρασυρμένοι από μια χίμαιρα.
Έτσι… για να συναντήσουν την ψυχή τους, πέρα από τα όριά της.
Έτσι… για να προκαλέσουν το πεπρωμένο τους.
Έτσι… για να θαυμάσουν το τοπίο.
Όμως, πάντα, απ’ όλους αυτούς που περιφέρονται στην άκρη του γκρεμού, μερικοί τα καταφέρνουν να γλιτώσουν. Είν’ αυτοί που σκάλισαν με τα νύχια τους στις σχισμές του βράχου και βρήκαν το λουλούδι που είχε κρυμμένο η ζωή.
Κι ύστερα, γυμνοί, ξυπόλυτοι, ματωμένοι, ανακάλυψαν ένα μονοπάτι κι έτρεξαν να της το προσφέρουν.

Μυθιστόρημα, Διόπτρα, 2019, 304 σελ.

Κόντρα στο κύμα – Αλκυόνη Παπαδάκη




Είναι κάποιες φορές που θέλεις να κάνεις έναν περίπατο στα χορταριασμένα μονοπάτια της ζωής σου.
Να ξαναθυμηθείς τ’ αρώματα και τα χρώματα.
Να ξανακούσεις τα τραγούδια των πουλιών που σε συντρόφεψαν στο διάβα σου.
Να ξανακούσεις το γάβγισμα των άγριων σκυλιών που ήταν κρυμμένα πίσω από τα δέντρα όπου κάθισες να ξαποστάσεις.
Να ξανάρθουν στο μυαλό σου οι εικόνες του εαυτού σου, πότε να χορεύει ανέμελα μέσα στις κόκκινες παπαρούνες και πότε να σέρνεται με σκισμένα ρούχα, ξυπόλυτος και πληγιασμένος, στα λασπόνερα.

Πολυγραφότατη, ευρηματική, ταλαντούχα, με μια πορεία σεμνή και αθόρυβη, δεν έπαψε ποτέ να μοιράζεται με τον αναγνώστη το πηγαία λυρικό και αντισυμβατικό ύφος της. Διαβάζοντάς την, αισθάνεσαι την ψυχή που κρύβει η πένα της, χαρακτηριστικό που κάνει τους αναγνώστες της να παραμένουν πεισματικά πιστοί στα μυθιστορήματά της.

Γράφει για ό,τι αγγίζει την ψυχή της και με τη δύναμη της πένας της αγγίζει τη δική μας…

Μυθιστόρημα, Διόπτρα, 2020, 360 σελ.

Μυθιστορήματα
Το κόκκινο σπίτι (1988), Καλέντης
Η μπόρα (1989), Καλέντης
Die Farbe des Mondes (1991), Καλέντης
Σκισμένο ψαθάκι (1993), Καλέντης
Το χρώμα του φεγγαριού (1995), Καλέντης
Αμάν, αμάν (1995), Καλέντης
The Colour of the Moon (1995), Καλέντης
Οι κάργιες (1997), Καλέντης
Σαν χειμωνιάτικη λιακάδα (1999), Καλέντης
Βαρκάρισσα της χίμαιρας (2001), Καλέντης
Στον ίσκιο των πουλιών (2003), Καλέντης
Στο ακρογιάλι της ουτοπίας (2005), Καλέντης
Το ταξίδι που λέγαμε… (2007), Καλέντης
Αν ήταν όλα… αλλιώς (2009), Καλέντης
Τι σου είναι η αγάπη τελικά… (2011), Καλέντης
Σ΄ένα γύρισμα της ζωής (2013), Καλέντης
Θα ξανάρθουν τα χελιδόνια (2015), Καλέντης
Μια ατέλειωτη φυγή (2017), Καλέντης
Το χαμόγελο του δράκου (2018), Διόπτρα
Στην άκρη του βράχου (2019), Διόπτρα
Κόντρα στο κύμα (2020), Διόπτρα

Ημερολόγια
Το τετράδιο της Αλκυόνης (2004), Καλέντης

Αποφθέγματα
Ξεφυλλίζοντας τη σιωπή (2004), Καλέντης

Συλλογικά έργα
Σου γράφω ένα γράμμα (2008), Εμπειρία Εκδοτική

Πηγές: Biblionet, Εκδόσεις Καλέντης, Διόπτρα