Δημήτρης Μίγγας

Ελληνες λογοτέχνες
Ο Δημήτρης Μίγγας γεννήθηκε το 1951.
Κατάγεται από τη Μεσσηνία. Είναι πτυχιούχος της Φυσικομαθηματικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Εργάζεται ως καθηγητής στη Μέση Εκπαίδευση και ζει στη Θεσσαλονίκη.
Για το βιβλίο του “Των κεκοιμημένων” (“Πόλις”, 1999), τιμήθηκε με το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου πεζογράφου του περιοδικού “Διαβάζω”.
Βιβλία του έχουν μεταφραστεί στα ιταλικά και στα σέρβικα.

Αγκαλιάζεις τον άνθρωπο αν αγγίξεις τη θάλασσα – Δημήτρης Μίγγας

Α’
Σου γράφω από την πολιτειούλα δίπλα στη θάλασσα που’ φτασα. Η
επιστροφή, σκέφτομαι, είναι ένας θάνατος που τον διαλέγεις. Χθες
βράδυ άνοιξα πάλι την Οδύσσεια· ας είναι ευλογημένο το όνομά του,
μου έδειχνε πάντα να κρύβομαι… ή να φεύγω.

Των κεκοιμημένων – Δημήτρης Μίγγας

Τέσσερις και μία παραλλαγές
Μια συλλογή διηγημάτων όπου οι ήρωές του, ζωντανοί και πεθαμένοι, μπορούν να συνυπάρχουν στο βιβλίο αυτό, που μέχρι την τελευταία ιστορία μας μαγεύουν ταξιδεύοντας μας μεταξύ των δυο κόσμων, ζωής και θανάτου

Σπάνια χιονίζει στα νησιά – Δημήτρης Μίγγας

Σε λίγο ξημερώνει και σήμερα, που κρατώ -επιτέλους!- το βιβλίο μας στα χέρια, είπα να σου γράψω. Ποια είναι η αίσθηση, όταν αντικρίσεις τυπωμένο ένα κείμενο δικό σου; Τις πρώτες ώρες δεν τολμάς να συλλαβίσεις ούτε μία φράση· κλείνεις τα μάτια, προσπερνάς σελίδες, διαβάζεις τα στοιχεία της έκδοσης αμήχανος. Παραφυλάς και, όταν σιγουρευτείς πως είσαι μόνος, ρίχνεις κλεφτές ματιές, σαν τα παιδιά που κλείνονται στην κάμαρά τους να χαρούνε το καινούργιο τους παιχνίδι μακριά απ’ τους μεγάλους. Κάποιοι ισχυρίζονται πως είναι ένα ξένο σώμα -έξω από σε- όταν κατακαθίσουν στο χαρτί οι σκέψεις. Λάθος! Ο ίδιος είσαι εκεί μικρός, ξυπόλυτος να πιλαλάς στην αμμουδιά. Σε βλέπουν όλοι, καθώς σε ξεσκεπάζουν οι σελίδες· δεν καταφέρνουνε τα γράμματα και οι λέξεις να σε κρύψουν, όπως κάποτε νομίζαμε. Οι φράσεις είναι διάφανες. Όμως δεν επιστρέφεις ούτε εσύ, Αίθωνα, μήτε η αρχική συγκίνηση, που με συνέπαιρνε, όταν έγραφα -ούτε εκείνη φάνηκε. Το πιθανότερο είναι να μην προσπάθησα αρκετά, ίσως και να μην έχω τη δύναμη μήτε τις ικανότητες που απαιτούνται για να σας κρατήσω. Συγχώρα με· δεν αξιώθηκα να βρω τις μαγικές εκείνες λέξεις… Ο φίλος σου Κι εσύ, αδερφέ, αθέτησες τον τελευταίο λόγο σου. Έφυγες δίχως να μου διηγηθείς ποια τύχη επεφύλασσες στο δεύτερο εκείνο άντρα, που διεκδικούσε η ηρωίδα σου.

Της Σαλονίκης μοναχά… – Δημήτρης Μίγγας

Οχτώ ιστορίες, δύο παραμύθια και ένα όνειρο
“Της Σαλονίκης μοναχά τής πρέπει το καράβι. Να μην τολμήσεις να τη δεις ποτέ από τη στεριά.” Έγραψε ο Καββαδίας. Κι εσύ που έζησες τα φοιτητικά σου χρόνια εκεί, μην επιχειρήσεις να κοιτάξεις από τη μέση της ζωής σου εκείνη τη Θεσσαλονίκη που άφησες. Μην ξανάρθεις.
Δεν εννοώ, βέβαια, μια ολιγοήμερη επίσκεψη αναψυχής. Δεν προλαβαίνουν να ξεφτίσουν οι αναμνήσεις τόσο σύντομα – μάλλον συντηρούνται. Μιλώ για μόνιμη εγκατάσταση. Αν τα γυρίσματα του βίου σε ξαναφέρουν ύστερα από χρόνια, ώριμο πια, εκεί, μην επιστρέψεις ψάχνοντας την ίδια πόλη.
Αν μείνεις με τις αναμνήσεις, η πόλη πάντα “θα σε ακολουθεί”. Όποιος όμως κάνει το λάθος και ξαναγυρίσει για να συνεχίσει τη ζωή που άφησε, εκείνη θα τον διώξει.

Στα ψέματα παίζαμε – Δημήτρης Μίγγας

Πέντε φίλοι ανταμώνουν κάθε τέσσερα χρόνια για να παρακολουθήσουν τον τελικό του παγκοσμίου ποδοσφαιρικού κυπέλλου. Το ποδόσφαιρο είναι η αφορμή για να βρεθούν, και η συνάντησή τους ευκαιρία να μιλήσουν, να σχεδιάσουν και να αναπολήσουν.
Εννέα τελικοί, εννιά συναντήσεις, εννέα κεφάλαια. Από το 1970 μέχρι το 2002, από τα φοιτητικά τους χρόνια στην ωριμότητα, από τη δικτατορία στην Ευρωπαϊκή Ένωση, από τον 20ό αιώνα στον 21ο, από τα όνειρα στην πραγματικότητα, από τον υπαρκτό σοσιαλισμό στην παγκοσμιοποίηση, από τη Βραζιλία του Πελέ στη Βραζιλία του Ρονάλντο. Η αφήγηση των γεγονότων ακολουθεί αντίστροφη χρονικά πορεία. Έχει δηλαδή αφετηρία το 2002 και κατάληξη το 1970. Οι ήρωες του μυθιστορήματος από κεφάλαιο σε κεφάλαιο παρουσιάζονται κατά τέσσερα χρόνια νεότεροι και ο αναγνώστης γνωρίζει το μέλλον και υποψιάζεται το παρελθόν τους.
Το μυθιστόρημα αποτελείται από εννέα κεφαλαία, που το καθένα αντιστοιχεί σε έναν τελικό του Παγκοσμίου πρωταθλήματος ποδοσφαίρου. Στα πρώτα τρία κεφάλαια (2002, 1998, 1994) γνωρίζουμε τους τέσσερις από τους πέντε φίλους. Τον Αντρέα, βουλευτή και υποψήφιο δήμαρχο, τον Στάθη, δικηγόρο, τον Πρόδρομο, καθηγητή στο Πολυτεχνείο, και τον Αλέκο, σκηνοθέτη. Από το 1990 και μετά τη συντροφιά συμπληρώνει και ο Θεοφάνης, που είναι πεθαμένος από το 1991. Από κεφάλαιο σε κεφάλαιο ο αναγνώστης παρακολουθεί την προσωπική ιστορία κάθε ήρωα με φόντο τις πολιτικές και κοινωνικές αλλαγές στην Ελλάδα και στον υπόλοιπο κόσμο.
Το τέλος του μυθιστορήματος τους βρίσκει δεκαεννιάχρονους φοιτητές στη Θεσσαλονίκη. Λίγο πριν ο αναγνώστης έρχεται αντιμέτωπος με μια απρόσμενη ανατροπή και κατανοεί τους λόγους που ώθησαν το συγγραφέα να αντιστρέψει την κανονική ροή του χρόνου.
Ο τίτλος του μυθιστορήματος είναι στίχος δανεισμένος από το ποίημα του Μανόλη Αναγνωστάκη “Στ’ αστεία παίζαμε.”. Συγκεκριμένα πρόκειται για τον τελευταίο στίχο του ποιήματος: “Δώστε μας πίσω τα χρόνια μας δώστε μας πίσω τα χαρτιά μας / Κλέφτες! / Στα ψέματα παίζαμε!”.

Τηλέμαχου Οδύσσεια – Δημήτρης Μίγγας

Κάθε χωριό ή νησί έχει την εκκλησία, τον παπά και τον τρελό του. Ενδεχομένως να λείπει ο γιατρός ή ο δάσκαλος -συχνά και οι δυο- αλλά αυτοί αναπληρώνονται με χίλιους άλλους τρόπους. Οι κουζουλοί είναι ο καθρέφτης που κοιτάζονται οι σωστοί και καμαρώνουν, για τούτο και απαραίτητοι. Σε αντάλλαγμα περνούν αλώβητοι μέσα από τη ζωή αφήνοντας τους γνωστικούς να ξεμπερδέψουν το κουβάρι.
Κάθε νησί έχει τον παλαβό του. Σ’ αυτή τη συμπαθή ομάδα ανήκει κι ο Τηλέμαχος Χαρίτος ή Τρωχάλιας, που σε στιγμές αναγνωστικού οίστρου ανέθεσε σε δόκιμο συγγραφέα να φέρει πίσω τον χαμένο του πατέρα. Ήθελε όμως ένα γονιό στα μέτρα του, ήπιο, λιγομίλητο και άδολο κι όχι κάποιον σαν τον Οδυσσέα Λαερτιάδη (πρόγονο μακρινό και κοντοχωριανό του) ο οποίος, ενώ άφηνε να εννοηθεί πως αρμένιζε δέκα χρόνους στις θάλασσες και πάλευε με κύματα και με στοιχειά, απέφευγε επιμελώς να αφαιρέσει τα οχτώ χρόνια που ήταν σπιτωμένος απ’ την Καλυψώ, τους μήνες που τον μάγεψε η Κίρκη, χώρια τις νύχτες που έτρωγε, έπινε και παραμύθιαζε τους Φαίακες.

Πλωτά νησιά – Δημήτρης Μίγγας

Κατά κανόνα οι συγγραφείς μεταφέρουν στα γραφτά τους μια εμπειρία μεταπλάθοντας γεγονότα ιστορικά, πραγματικά ή φανταστικά. Ωστόσο ένας από τους ήρωες του συγκεκριμένου μυθιστορήματος, αφού πρώτα εκδώσει ένα λογοτεχνικό βιβλίο, στο οποίο περιγράφει το θαλασσινό ταξίδι τριών ανδρών από το Ναβαρίνο προς το νησιωτικό σύμπλεγμα των Στροφάδων, προσπαθεί έπειτα να προσαρμόσει την πραγματικότητα στα μέτρα των κειμένων του. Οργανώνει, λοιπόν, μια νυχτερινή κρουαζιέρα με τον ίδιο προορισμό και συνοδούς δυο αδελφικούς φίλους του. Η εξιστόρηση της εκδρομής με τη βοήθεια των λογοτεχνικών υπερβάσεων και τεχνικών απέχει προφανώς από την εμπειρία που βιώνουν. Η ανάγνωση του βιβλίου όμως (μέσα στη νύχτα και στη θάλασσα) επηρεάζει τους ανυποψίαστους συνταξιδιώτες, ειδικά μάλιστα, όταν διαπιστώνουν κοινά στοιχεία με τους αντίστοιχους χαρακτήρες των κειμένων και συνειδητοποιούν ότι ο φίλος τους συγγραφέας επιδιώκει να τους αποσπάσει από τον αισθητό κόσμο παρασύροντάς τους με την τέχνη του.
Στο τέλος του ταξιδιού αποβιβάζονται σε κάποια στεριά, ωστόσο σταδιακά διαπιστώνουν πως δεν πρόκειται ακριβώς για τον τόπο που θυμούνταν από προηγούμενες επισκέψεις και προσδοκούσαν να αντικρίσουν. Ξεμπαρκάρουν σε ένα νησί πλωτό που βρίσκεται κάπου ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη λογοτεχνική αναπαράστασή της, παλινδρομούν από το παρόν στο παρελθόν, από τον ρεαλισμό στο όνειρο και τη ζωή που έζησαν σε αυτή που λαχταρούσαν.
Πώς βγαίνει κάποιος, άραγε, από τέτοιες ιστορίες; Στη στεριά ξυπνάς στο σπίτι σου, ψάχνεις στα τυφλά το φως του κομοδίνου και τ’ ανάβεις, αντικρίζεις το ρολόι, το ποτήρι που είχες ακουμπήσει αποβραδίς, νιώθεις στο πλάι τη γυναίκα να τεντώνεται επιστρέφεις. Στη θάλασσα όμως όλα είναι μουντά κι υγρά, κουνιούνται και γλιστρούν είσαι λιγάκι πιο κοντά στο όνειρο. Δεν είναι εύκολο να ξεφύγεις απ’ τη νύχτα μεσοπέλαγα.

Έρως ανίατος – Δημήτρης Μίγγας

Ένας συγγραφέας επιχειρεί να γράψει ένα μυθιστόρημα θέλοντας να μιλήσει για τη φθορά του σώματος και τις εκπτώσεις φιλοδοξιών και ονείρων. Ωστόσο ο ηθοποιός ήρωάς του (δίχως αυτό να είναι στα σχέδια του δημιουργού) ερωτεύεται μια μοναχική, ξεχωριστή και ιδιόμορφη γυναίκα. Ο συγγραφέας επιδοκιμάζει την πρωτοβουλία του και αποφασίζει να ασχοληθεί επιπλέον με την έκρηξη και τον αναπότρεπτο μαρασμό της ερωτικής σχέσης. Σελίδα τη σελίδα ξαναβρίσκουν όλα τον κανονικό ρυθμό. Ώσπου ένα απόγευμα η ηρωίδα επισκέπτεται τον συγγραφέα στο σπίτι του…
Κάποιες φορές οι ήρωες ανεξαρτητοποιούνται, λειτουργούν αυτόνομα, ακόμα και ανταγωνιστικά προς τον συγγραφέα. Από ένα σημείο και μετά είναι τέτοια η διαδοχή των γεγονότων, των σκηνών και των διαλόγων που ο συγγραφέας δεν είναι σίγουρος για το πού θα οδηγήσουν οι ήρωές του τον ίδιο και το μυθιστόρημά του.

Μυθιστορήματα
Σπάνια χιονίζει στα νησιά (2001), Πόλις
Στα ψέματα παίζαμε (2005), Μεταίχμιο
Τηλέμαχου Οδύσσεια (2007), Μεταίχμιο
Τηλέμαχου Οδύσσεια (2011), Μεταίχμιο
Πλωτά νησιά (2012), Μεταίχμιο
Έρως ανίατος (2015), Μεταίχμιο

Διηγήματα
Των κεκοιμημένων (1999), Πόλις
Της Σαλονίκης μοναχά… (2003), Μεταίχμιο
Της Σαλονίκης μοναχά… (2011), Μεταίχμιο

Ποίηση
Αγκαλιάζεις τον άνθρωπο αν αγγίξεις τη θάλασσα (1995), Εντευκτήριο

Συλλογικά έργα
Ο τρίτος πελάτης. Η Σβετλάνα και η Σταματία. Ταξίδι αλλού. Η κρυφή γοργόνα. Ο άλλος. Η Λάμπουσα. Ο υπόγειος των Αθηνών. Η επιστροφή (2003), Μεταίχμιο
Νάνι, τ’ άνθι των ανθώ (2005), Ίνδικτος
Μετά το ’89 (2007), Γαβριηλίδης
Τα μπεστ σέλερ της παραλίας (2012), Alter – Ego ΜΜΕ Α.Ε.

Βραβεία-Διακρίσεις
Των κεκοιμημένων – Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Πεζογράφου- Περιοδικό “Διαβάζω” (2000)

Πηγές: BIBLIONET, Μεταίχμιο, Πόλις, Εντευκτήριο