Δημήτρης Σπ. Τσερές

Ελληνες λογοτέχνες

Ο Δημήτρης Σπ. Τσερές γεννήθηκε στην Πλαγιά της Ακαρνανίας, ένα χωριό απέναντι από τη Λευκάδα. Τελείωσε το Λύκειο Αρρένων Λευκάδος το 1966 και σπούδασε ως υπότροφος του Ι.Κ.Υ. στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών, απ’ το Φιλολογικό Τμήμα της οποίας πήρε το πτυχίο του.
Το Σεπτέβρη του 1974 διορίστηκε καθηγητής μέσης εκπαίδευσης στη Λευκάδα στην οποία υπηρέτησε ανελλιπώς μέχρι τη συνταξιοδότησή του.

Η μέση εκπαίδευση στη Λευκάδα 1829-1929
Επεξεργασμένα στοιχεία για τους εκπαιδευτικούς και τους μαθητές με τη βάση δεδομένων σε CD-ROM. Κατάλογος του αρχείου του γυμνασίου και του ελληνικού σχολείου.
… Το βιβλίο πήρε τη μορφή του: το πρώτο μέρος αποτελείται από μια μικρή ιστορική εισαγωγή και την εκτενή “ανάγνωση” των γραφημάτων που ακολουθούν. Το δεύτερο μέρος καταλαμβάνουν τα γραφήματα και το τρίτο μέρος ο Κατάλογος του Αρχείου. Για τα γραφήματα, που αποτελούν τον κεντρικό πυρήνα του βιβλίου, θέλω προεξαγγελτικά να πω μόνο ότι επιχειρούν να αποτυπώσουν τάσεις της διαχρονίας, συνολικά ποσοστά των εξεταζόμενων μεγεθών, ποικίλες συγκρίσεις των μεγεθών αυτών και γενικά, επιδιώκουν να τομογραφήσουν πολλαπλώς το σώμα της μέσης εκπαίδευσης στην Λευκάδα σε διάστημα ενός αιώνα -απαραίτητη προϋπόθεση για την αποδέσμευση των ζητούμενων πληροφοριών. Κρίθηκε όμως σκόπιμο να προστεθεί και ένα παράρτημα σε ηλεκτρονική μορφή, δηλαδή ένα cd-rom, στο οποίο να περιληφθούν όλα τα δεδομένα στα οποία στηρίχτηκε η κατασκευή η κατασκευή των γραφημάτων και συνεπώς, όλα το βιβλίο…
(από τον πρόλογο του συγγραφέα)
414 σελ.

Άγριο ροδάκινο
Εκεί που τέμνονται οι συντεταγμένες του γενέθλιου τόπου και του προνομιακού χρόνου της παιδικής ελευθερίας, αρχίζει η Χώρα των Τόπων και των Σωμάτων. Στεγνωμένη στην άκρη των δακρύων και στις ρωγμές των ονείρων εξόριστη. Από πέτρα, φως και θάλασσα καμωμένη. Στους διάφεγγους ίσκιους των κήπων της η εφηβεία των Σωμάτων ανθίζει ανέκκλητη και λεπτουργεί στα κύτταρά τους του Έρωτα την ολοστρόγγυλη στιγμή. Την πλημμυρίζουν λεπτά αρώματα διψασμένων καρπών και ανθεκτικών λουλουδιών.
Αυτή τη Χώρα μας καλεί ο αφηγητής να ιχνηλατήσουμε αλαφροπάτητοι. Αλαφροΐσκιωτοι που ελπίζουνε στο συναπάντημα του απρόβλεπτου. Σαν αυτό που γήτεψε και τον ίδιο ένα νεραϊδοάλωτο μεσημέρι: “Αυθεντικό άρωμα άγριου ροδάκινου έσταζε το μεσημέρι, χρώμα άγριου ροδάκινου χάραζε αινιγματικά διλήμματα στις παραστάδες του χνοάζοντος εφηβαίου σου, γεύση άγριου ροδάκινου πότιζε τα ανοιχτά σου χείλη, τσέρνιαζε τα λευκά σου δόντια, νάρκωνε τα κλειστά σου βλέφαρα… Το μεσημβρινό δαιμόνιο θριάμβευε. Δεν υπήρχε “ρύσαι”…”.
123 σελ.

Μικρή πατριδογνωσία
22 σονέτα + 3
Μοσχοβολάει σιωπή το ασύχναστο σοκάκι
Κι απ’ τη σιγή του αντηχεί αβρής γυναίκας βήμα
Γραμμένο μέσα στου παλιού λιθόστρωτου τα ράκη
Της μακρινής τσιλιβίτας ξεθυμασμένο σήμα
43 σελ.

Λόγω μέθης
Γιατί είναι στιγμές που σ’ ακουμπάει βαθιά η αποστροφή της Κίρκης προς τον Οδυσσέα μετά τη Νέκυια: Εσείς που πεθάνατε δυο φορές, όταν οι άλλοι άνθρωποι πεθαίνουν μία; Γιατί είναι στιγμές που ακούς το τρίξιμο της παλιάς πόρτας κι απ’ τις χαραμάδες της να περνάει το σώμα του έρωτα· να αλώνει το νυσταγμένο μεσημέρι του Ιουλίου· και πάλι ξαφνικά να χάνεται στις πνοές των ανέμων; Στιγμές που σε παιδεύει ο μύθος της Αριάδνης -που τη μπερδεύεις με την Κίρκη- και νιώθεις την παλάμη της να σου κρατεί το χέρι; Στιγμές που νιώθεις στο πετσί σου πως οι νεκροί κι οι ζωντανοί, σιμά μου, καθώς οι βάτοι, επιάνονταν από το φόρεμά μου; Και τ’ άλογα που τρέχοντας με τα γοργά φτερά τους μας φθάνουνε στο θάνατο, πριν να μας φθάσει αυτός! Κι αυτή η βαθιά φωνή των χωμάτων; των αθώων δέντρων τα νεύματα; το έαρ των πουλιών και η νύχτα των Μυροφόρων; Αυτές οι πανάρχαιες φωνές, αυτές οι αρχέγονες εικόνες από πού έρχονται και πού σε πάνε; Σ’ αυτήν την πρόκληση, σαν το τραγούδι των Σειρήνων δίκοπη, δύσκολο ν’ αντισταθείς. Κι ακροβατείς μοναχικός στο χείλος της αβύσσου των πανάρχαιων ερωτημάτων. Ελπίδα σου μόνη να τ’ αγγίξεις. Με το άγγιγμα να στομώσεις την επώδυνη κόψη τους. Και να φιλιώσεις με τα φωτεινά σκοτάδια τους – μήπως και μέσα τους ανταμώσεις τον πρώτο σου εαυτό.
136 σελ.

Στου τραγουδιού την κόψη
Όταν ο ήλιος κόκκινος βουλιάζει μες τη Γύρα
Και τα τζιτζίκια κλείδωναν τη μέρα του ελαιώνα
Της βραδινής της θάλασσας τα μονοπάτια πήρα
Μιας μνήμης αβασίλευτης φορώντας το χιτώνα

Πλέοντας ύπτιος άνοιξα των Ηλυσίων τη θύρα
Απ’ τα βουνά μ’ αγνάντευε του Φωτεινού η σφεντόνα
Το πλανημένο ρέμβαζα φεγγάρι του Πορφύρα
Κι από τον Κάβο ένας λυγμός… εγώ καθεύδω μόνα

Βαθιά σαν σ’ όνειρο άκουγα του κινητού το σήμα
… μες τη νυχτιά να πάρουμε τις ξεχασμένες στράτες
Σφιχτά κρατώντας της διπλής πατρίδας μας το νήμα

Μα ως βγήκα από το βύθος μου λουσμένος απ’ το κύμα
Είχαν σαλπάρει οι φίλοι μου, του νόστου κωπηλάτες,
Και το τηλέφωνο βουβό στης προσμονής το λήμμα.
88 σελ.

Το οθωμαντικό υδραγωγείο της Αγίας Μαύρας
Μια λεπτομερής μελέτη, διανθισμένη με σκίτσα και φωτογραφίες, που αποκαλύπτει αδιερεύνητες μέχρι τώρα πτυχές της πολύχρονης ιστορίας του.
96 σελ.

Αϊ χαρές και αϊ πάθια της πατρίδας
Κολυμπάω ύπτιος. Μόνος. Τέλεια ηρεμία. Δεν φτάνει ως εδώ η ξέχειλη συναυλία των τζιτζικιών. Φτάνουν όμως οι στεγνές ευωδιές του βαθυπράσινου παράδεισου, που γλιστράει απαλά ως τη θάλασσα. Λαμπικαρισμένο στα νώτα μου το γαλάζιο διάφανο και τα πράσινα ρεύματά του. Ο ουρανός πάνω εκτυφλωτικά γαλάζιος. Παραμέσα έχει αράξει ένα κάτασπρο πολυτελές κότερο. Ακούω τις φωνές τους. Είναι γερμανόφωνοι. Και ξαφνικά μύρια μαύρα κινητά στίγματα σπάνε την πράσινη μονοτονία. Ροβολάει το κοπάδι με τα γίδια. Ο ηλιοκαμένος, φριξότριχος και λιπόσαρκος αιπόλος, ευκίνητος σαν κατσίκι κι αυτός κατεβάζει να ποτίσει το κοπάδι του χαμηλά στην ακτή. Γίνομαι ένα με το τοπίο. Αφουγκράζομαι τις μυστικές του φωνές. Ένα βαθύ μεράκι μουδιάζει το κορμί μου ως το μεδούλι. Θέλω να χορέψω, να τραγουδήσω, να ψάλλω, να σουρίξω. Από το Με γέλασε μια χαραυγή πάω στον Αναβαλλόμενο, από την Παπαδιά στον Σκάρο. Γεια σου Τζάρα με το κλαρίνο σου. Γεια σου Καρναβά αθάνατε! Αχ Ελλάδα σ’ αγαπώ… Πατρίδα, αχ πατρίδα!
… Όχι, βαθιά πατρίδα, ποτέ δεν σε ξέχασα! Σ’ αγαπώ, πάντα σ’ αγαπώ… αλλά έχεις και τόσα βαρίδια που δεν τα υποφέρω! Έχεις δίκιο, Μανόλη Ρασούλη! Και ξαφνικά από το κότερο ένα Allegro ma non tropo στη διαπασών κομματιάζει την απόλυτη νηνεμία. Η Ποιμενική του Μπετόβεν τρικυμίζει τον διάφανο αέρα! Ο μπροστάρης τράγος του κοπαδιού κοκαλώνει στη θέση του και ακουρμαίνεται με απορημένα τα κεχριμπαρένια του μάτια. Τι ανεπάντεχη σύμπτωση! Από την πλαγιά κατεβαίνουν χέρι με χέρι η Ρωμιοσύνη, τα Βαλκάνια, η Ορθοδοξία, τα κλαρίνα. Μέσα στο κότερο αναπαύονται και ευφραίνονται τα ανήλιαγα τέκνα του βιομηχανικού Βορρά, ο Δυτικός Κόσμος, ο Προτεσταντισμός, ο Μπετόβεν, η Τάξη, ο Ορθολογισμός, ο Ξένος. Δυο κόσμοι ξένοι αντικριστά. Κι ανάμεσά τους σύνορο το ύπτιο σώμα μου και μια λωρίδα θάλασσα!
200 σελ.

Διηγήματα
Καρφιά και ανεμώνες (2006), Γαβριηλίδης
Άγριο ροδάκινο (2010), Γαβριηλίδης
Λόγω μέθης (2014), Γαβριηλίδης
Αϊ χαρές και αϊ πάθια της πατρίδας (2018), Γαβριηλίδης

Ποίηση
Στου τραγουδιού την κόψη (2009), Γαβριηλίδης
Μικρή πατριδογνωσία (2011), Γαβριηλίδης

Δοκίμια-Μελέτες-Εκπαίδευση-Ιστορία
Η μέση εκπαίδευση στη Λευκάδα 1829-1929, Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς (2007). Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
Το οθωμαντικό υδραγωγείο της Αγίας Μαύρας (2017), Fagotto

Συλλογικά έργα
Αφιέρωμα στο γυμνάσιο Λευκάδος (2002), Εταιρεία Λευκαδικών Μελετών
Επετηρίς Εταιρίας Λευκαδικών Μελετών Ι΄ (2006), Εταιρεία Λευκαδικών Μελετών
Έκφραση έκθεση Β΄ Ενιαίου Λυκείου (2006), Ελληνικά Γράμματα
Δήμος Μαλακάσης 1923-1997 (2006), Εταιρεία Λευκαδικών Μελετών
Λογοτεχνία και λογοτέχνες της Λευκάδας, 19ος-20ός αι. (2018), Εταιρεία Λευκαδικών Μελετών

Πηγές: Biblionet, Γαβριηλίδης, Fagotto