Ηλίας Σιμόπουλος

Ηλίας Σιμόπουλος (1913-2015)

Ελληνες λογοτέχνες
Ο Ηλίας Σιμόπουλος γεννήθηκε στις 23 Νοεμβρίου 1913 στον Κραμποβό (σήμερα Καστανοχώρι) Αρκαδίας.
Τελείωσε την Νομική Σχολή, και το Γαλλικό Ινστιτούτο. Μιλούσε Γαλλικά, Αγγλικά και Ρώσικα. Από μαθητής στο γυμνάσιο είχε αρχίσει να γράφει ποιήματα και κείμενά του δημοσιεύονταν στη “Διάπλαση των Παίδων”, την “Παιδική Χαρά” και άλλα έντυπα. Στο διάστημα 1934-1936 ήταν Γραμματέας της Καλλιτεχνικής Επιτροπής στην “Ενωτική Συνομοσπονδία των Εργατών Ελλάδας” και σκηνοθέτης στο Εργατικό της Θέατρο. Το 1946 κυκλοφόρησε η πρώτη του ποιητική συλλογή. Μεσολάβησε ο Εμφύλιος Πόλεμος. Με το τέλος του, κυκλοφόρησε το 3ο ποιητικό έργο του και έγινε μέλος του Συνδέσμου Ελλήνων Λογοτεχνών το 1959, και της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών το 1960. Είχε δώσει σειρά διαλέξεων στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, είχε δημοσιεύσει πλήθος μελετήματα σ’ ελληνικά και ξένα περιοδικά.
Είχε πάρει μέρος και σε πολλά διεθνή συνέδρια. Βιβλία του μεταφράστηκαν και κυκλοφόρησαν σε Γαλλία, Ιταλία, Βουλγαρία, Τσεχοσλοβακία, Σουηδία, και ποιήματά του περιέχονται και σε πολλές ξένες ανθολογίες. Πολλά από τα έργα του έχουν μελοποιηθεί από Έλληνες και ξένους συνθέτες. Διετέλεσε Πρόεδρος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών από το 1984 έως το 1989. Το 2011 η Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών τον πρότεινε για το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας. Ο ποιητής είχε μια εβδομηντακονταετή συνεχή παρουσία στα Ελληνικά Γράμματα.
Έφυγε από τη ζωή, πλήρης ημερών, στις 31 Αυγούστου 2015 σε ηλικία 102 ετών.

Χαιρετισμός στον πρώτο ήλιο – Ηλίας Σιμόπουλος

«Συνομιλία»
Και ξανανθίσαν τα κλαδιά και φύγαν οι χειμώνες
και γιόμισε μ’ ανθούς η γη και γιούλια κι ανεμώνες
και πλημμυρίσανε χαρές κι είναι ηδονές γεμάτα
τα γέρα τα καλότυχα και τα’ ανθισμένα νιάτα.

Μα είναι κάποιοι κι όλο αυτούς στοχάζομαι ‘γω μόνο,
που ακόμα δέρνει η χειμωνιά κι ακόμα ζουν στον πόνο.
Κι όλο τους σκέφτομαι: άραγε της άνοιξης η ευωδιά
θα πάει ν’ αγγίξει κάποτε και η δικιά τους καρδιά.

Αρκαδική Ραψωδία – Ηλίας Σιμόπουλος

Ο Ηλίας Σιμόπουλος ανήκει στη χορεία των μεγάλων αρκάδων πνευματικών δημιουργών που συνεχίζει επάξια την παράδοση της ιδιαίτερης πατρίδας του. Ποιητής του καιρού του και του λαού του, έχει διανύσει μια μακρόχρονη πορεία στα ελληνικά γράμματα, εκφράζοντας πάντα τους οραματισμούς και τις αγωνίες του σύγχρονου Έλληνα, αλλά και του σύγχρονου ανθρώπου, όπου γης. Η ποίησή του αγγίζει κατευθείαν, την καρδιά του αναγνώστη. Δίχως μεγαλοστομίες και αναζητήσεις εντυπωσιακών στίχων και εικόνων, καταγράφει τις συγκινήσεις του και τις προσδοκίες του, με λιτά μέσα, αλλά και μ’ έναν πλούσιο λυρισμό, ενώ βλέπει την τέχνη σαν κοινωνικό φαινόμενο, που θέλει με την ποίησή του να τέρψει, αλλά και να ωφελήσει, να προβληματίσει. Να ξυπνήσει συνειδήσεις. Να καταγγείλει τους δολοφόνους των ελπίδων. Γίνεται ένας οικουμενικός ποιητής, που έχει το μαχητικό του ορμητήριο σ’ ετούτη τη φλούδα γης που λέγεται Ελλάδα. Αρκαδική, ελληνική αλλά και οικουμενική η ποίησή του. Η Αρκαδία άλλωστε υπήρξε ιδανικός συμβολικός χώρος στα ευρωπαϊκά γράμματα.”
«Ο Θρήνος Της Μάνας»
Όλη τη μέρα που ‘λειπες το σπίτι μας ρημάδι.
Κι όμως πώς ήταν όμορφα σα γύριζες το βράδυ
Κι ας τρώγαμε ξερό ψωμί κι ας έλειπε το λάδι.

Κι ας έλειπαν τα κάρβουνα φτάνει που ήσουν κοντά μου.
Αχ πως στο κάθε χτύπημα της πόρτας η καρδιά μου
Ραγίζουνταν, αγόρι μου, και μου ‘φευγε η λαλιά μου.

Θυμάσαι τις τριανταφυλλιές μπροστά στο περιβόλι
Που ανθίζανε την άνοιξη και πια την κάθε σκόλη
Γιομίζαμε τριαντάφυλλα την αγκαλιά μας όλη.

Κι ο γέρος ο πατέρας σου καμάρωνε κι αντάμα
Καμάρωνα κι η δόλια εγώ, κι αν έκλαιγα – τι θάμα!-
Περσότερο ξαλάφρωνε η καρδιά μου από το κλάμα.

Μεγάλωσες. Δε μ’ άκουγες. Έφευγες όλη μέρα.
Κι όταν τα βράδια μου ‘λεγες «Η Λευτεριά μητέρα
Θα ρθεί» μ’ άγγιζαν την καρδιά τα λόγια σα φοβέρα.

Μ’ αν μου ‘φευγες πρωί πρωί, προτού να φέξει, μόνος
Κι αργοκυλούσαν οι ώρες μου, κάθε στιγμή ένας χρόνος
Το ‘ξερα πως θα γύριζες κ’ ήταν γλυκός ο πόνος.

Τώρα στο παραγώνι μας κουβαριασμένη ρέβω
Σαν αστραποκαμένη ελιά και πια δε σε γυρεύω
Τι ‘ναι ψηλός ο ανήφορος και δε μπορώ ν’ ανέβω.

Γιατί δεν άκουες, γιόκα μου, τη μάνα που σ’ εγέννα;
Κι αν έρθει τώρα η Λευτεριά πουν’ όλα ρημαγμένα
Τι να την κάνω, αγόρι μου γλυκό, χωρίς εσένα;
(μελωποιημένο από τον Γιάννη Σπανό και τραγουδισμένο από την έξοχη Αρλέτα)

Η Έκτη Εντολή – Ηλίας Σιμόπουλος

«Το Δέντρο»
Ο άνθρωπος, αγάπη μου
Την ίδια ώρα
γίνεται ποιητής ή δολοφόνος
Ένας άγγελος τον παραστέκει
Ένας δαίμονας του Χαμογελά.

Σκυμμένος στις εξισώσεις του
Με πολλούς αγνώστους
Σπέρνει τον όλεθρο στη Χιροσίμα
Εξακοντίζει τους Σπούτνικ στους αιθέρες.

Ο άνθρωπος, αγάπη μου
Μπορεί μονάχος του
Να γίνεται φως ή νύχτα
Να σκοτώνεται σ’ όλους τους πολέμους
Για τη λευτεριά και τη δικαιοσύνη
Και να λυντσάρει το μικρό νέγρο
Που τόλμησε να ζητωκραυγάσει έξαλλος
την ομορφιά μιάς άσπρης…

Το σπίτι με τις χελιδονοφωλιές – Ηλίας Σιμόπουλος

«Η Ανατολή»
Όθε κοιτάξω αρίφνητοι σταυροί
πάνου από ανθρώπους κι όνειρα
Αχ, κ’ έχω ένα βουνό καημό
που δε μπορώ να πάρω ανάσα.

Έλα μωρέ τρελοβοριά με τη μεγάλη σκούπα σου
Σάρωσε τούτ’ τα μαύρα σύννεφα
που μας σκεπάζουνε τον ήλιο
Σάρωσε τούτ’ τα μαύρα σύννεφα
που μας βαραίνουν σα μολύβι.

Μέσα στη νύχτα περπατάει η λεβεντιά
-Λευτέρωσε το δρόμο της
Μέσα στη νύχτα περπατάει η λεβεντιά
-Πως μπαίνει στην καρδιά μας το τραγούδι της.
Σιγά αδερφέ
Δε λέγεται με λόγια αλλά με δάκρυα
Σιγά αδερφέ
Δε λέγεται με δάκρυα αλλά με τόλμη

Μέσα στη νύχτα περπατάει η λεβεντιά!
Παραπονιάρη βιολιτζή Δε θέλω μοιρολόγια.
Ταίριαξε τα τραγούδια σου στο βήμα το δικό της.
Το δρόμο μας τον βρήκαμε:
Είναι η Ανατολή.

Τεκμήρια – Ηλίας Σιμόπουλος

«Ιερή Μνήμη»
Πατέρα μου αγρότη
πως τα ήξερες όλα.
Ν’ ανασταίνεις παιδιά
να φυτεύεις να σπέρνεις
να ποτίζεις τη γη, να μιλάς
με τ’ αρνιά με τα δέντρα
ν’ ακούς την ανάσα του χόρτου
να γυρνάς
φορτωμένος τα βράδια στο σπίτι
να σκορπάς τη χαρά και το γέλιο.

Δεν έγραψες στίχους εσύ.
Και ποτέ μου
Δε θ’ άλλαζα εγώ
με τα’ αλέτρι την πέννα.

Μ’ απ’ τους δυό μας πατέρα
ποιητής μόνο εσύ ‘σουν!

Τα ρόδα της Ιεριχώς – Ηλίας Σιμόπουλος

«Η Συνάντηση»
Ένα λευκό σύννεφο
κυμάτιζε στον ουρανό

Ένας κουρασμένος οδοιπόρος
έσερνε τη μοναξιά του στη γη.

Συναντηθήκανε τυχαία
στην καρδιά της νύχτας.

Αντάλλαξαν
ένα σύντομο χαιρετισμό
και συνεχίσανε
καθένας το δικό του πεπρωμένο.

Όμως με πόση ευτυχία
αναθυμάται κείνη τη μικρή
την τόσο σύντομη λάμψη
της μοναδικής τους συνάντησης.

Το τετράδιο της Γης – Ηλίας Σιμόπουλος

«Τα Δάχτυλα»
Μιλούσε με τα δάχτυλά του
Ανάμεσα απ’ αυτά
έβλεπε τα πάντα
Ξαφνικάτα δάχτυλά του
έσμιξαν
Έγιναν Γροθιά

Μικρές Μαρτυρίες – Ηλίας Σιμόπουλος

«Η Λέξη»
Σε γνωρίζω από την κόψη
του σπαθιού την τρομερή -Σολωμός

Είναι μια λέξη
την ακούω καθαρά
πίσω από αυτή τη σιωπή
που βασιλεύει στην πατρίδα μου

Όταν υψώνουν τη φωνή τους οι λαοί
αυτή τη λέξη έχουν για σημαία τους

Μ’ αυτή ποθούν να δώσουν
σάρκα σ’ ένα όνειρο παλιό

Μεσ’ απ’ αυτή τεράστια ηλιοτρόπια
τα δέντρα καθρεφτίζονται
στα μάτια τους
και προχωράνε.

Εσπερινός Απόλογος – Ηλίας Σιμόπουλος

«Μου Φτάνει»
Μ’ όλο το αβυσσαλέο στόμα
να με κατατρώει
κυκλοφορώ ανάμεσά σας
άνθρωποι αγέννητοι
σας αγγίζω
όπως το χέρι του ήλιου
τον άσπιλο χιτώνα του χρόνου.

Σε σας στρέφω τη σκέψη μου
όπως τα λευκά άλογα των πηγών
με τις αφρισμένες χαίτες.

Δε ζητάω άλλη χαρά να βρώ
στον ωκεανό των λέξεων
ούτε εικόνες πιο καταπληκτικές.

Μου φτάνει
όταν θα διαβάζετε τους στίχους μου
να λέτε: Ήταν δικός μας.

Επαφές και προσεγγίσεις – Ηλίας Σιμόπουλος

21 λογοτεχνικές μορφές
Ο συγγραφέας δίνει τον καλύτερο εαυτό του για να διεισδύσει στο έργο και την προσφορά 21 Ελλήνων δημιουργών (Γρηγόρης Ξενόπουλος, Γιάννης Κονδυλάκης, Οδυσσέας Ελύτης, Νίκος Παππάς, Γιάννης Κορδάτος, Νικηφόρος Βρεττάκος, Νίκος Σημηριώτης κ.ά.).

Επαφές και προσεγγίσεις ΙΙ – Ηλίας Σιμόπουλος

Η παρουσίαση 21 δημιουργών των ελληνικών γραμμάτων από έναν καταξιωμένο ποιητή και δοκιμιογράφο είναι αναμφισβήτητα μια υπεύθυνη κατάθεση. Ο στοχαστικός λόγος του Ηλία Σιμόπουλου σκιαγραφεί τους δημιουργούς (Γρηγόριο Ξενόπουλο, Γιάννη Κονδυλάκη, Γιάννη Σκαρίμπα, Φώτο Γιοφύλλη, Οδυσσέα Ελύτη, Γιώργο Βαφόπουλο, Σοφία Μαυροειδή, Παπαδάκη, Γιάννη Κορδάτο, Νικηφόρο Βρεττάκο, Γεράσιμο Γρηγόρη, Μηνά Δημάκη, Νίκο Σημηριώτη, Νίκο Κοτσελόπουλο, Μήτσο Λυγίζο, Νίκο Κρανιδιώτη, Στέλιο Γεράνη, Χρήστο Κουλούρη, Πάνο Παναγιωτούνη, Λένα Παππά, Κώστα Πηγαδιώτη) και αξιολογεί το έργο τους με τρόπο που να κατανοηθεί και να αγαπηθεί.

Μορφές του Κραμποβού – Ηλίας Σιμόπουλος

Μαζί με τον Ιωάννη Γ. Ασημακόπουλο
Από τις αρχές του προηγούμενου αιώνα στο ωραίο αυτό χωριό με την πανοραμική θέα, που με τις μετονομασίες που έγιναν το 1929 μετονομάστηκε σε Καστανοχώρι, ζούσαν πάνω από 700 ψυχές. Κάθε μέρα μια μικρή κυψέλη, πάνω από 50 σχολιαρόπαιδα βομβούσαν στους δρόμους του. (Τα κορίτσια τότε δεν πήγαιναν σχολείο).
Μ’ έναν λόγο το χωριό έσφυζε από ζωή.
Ήταν το κέντρο και ο προμηθευτής για όλα τα γύρω χωριά, ακόμα και της Ολυμπίας, αφού τότε ο Αλφειός ποταμός το χειμώνα ήταν αδιαπέραστος.
Τα χωρικά του όρια ήταν πολύ εκτεταμένα, όμως τα εδάφη του, στο μεγαλύτερο μέρος τους άγονα. Δεν μπορούσαν να εξασφαλίσουν το ψωμί σε όλους τους κατοίκους. Γι’ αυτό, το σύνολο σχεδόν των αντρών που ήσαν σε θέση να δουλέψουν, ξενιτεύονταν μπαλωματήδες σε τόπους μακρινούς και γύριζαν πάντα να βοηθήσουν στις εποχές της σποράς και του θερισμού.
Ωστόσο δεν είναι λίγα τα παραδείγματα εκείνων που κατάφεραν να ξεπεράσουν τις μεγάλες δυσκολίες και τα εμπόδια και να διαπρέψουν σ’ όλους τους χώρους της κοινωνικής ζωής. Στην τέχνη, στην επιστήμη, στο εμπόριο. Ανάμεσά τους ο Νίκος Κοτσελόπουλος, ο Σταύρος Ηλιόπουλος, ο Κυριάκος Σιμόπουλος και ο Ηλίας Σιμόπουλος.
Βέβαια, στο διάστημα της Γερμανικής κατοχής, όλοι οι κάτοικοι οργανώθηκαν και πήραν ενεργό μέρος στην εθνική αντίσταση. Όμως μετά την ειρήνη, ο εμφύλιος πόλεμος χώρισε τους Έλληνες σε δύο φανατισμένα και αλληλομισούμενα στρατόπεδα. Το ίδιο έγινε και εδώ. Πολλοί νέοι που είχαν πάρει μέρος στην αντίσταση κατηγορήθηκαν, κυνηγήθηκαν, φυλακίστηκαν, πέρασαν από στρατοδικεία. Ένας εκτελέστηκε.
Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, οι σεισμοί των ετών 1965 – 1966 ήρθαν να ολοκληρώσουν την καταστροφή.
Οι λίγοι κάτοικοι που είχαν μείνει το 1966 μετακινήθηκαν στη Μεγαλόπολη, σε μικρά σπίτια που τους παραχώρησε το κράτος. Για να πραγματοποιηθεί όμως αυτό, έπρεπε πρώτα να κηρυχθεί ολισθήσιμο το έδαφος του χωριού μετά τους καταστροφικούς σεισμούς του 1965 – 1966. Για να το επιτύχουν όμως αυτό εκείνα τα χρόνια της αναταραχής, οι εναπομείναντες κάτοικοι, με την συνδρομή του στρατού, κατεδάφισαν τα μισογκρεμισμένα σπίτια με τις μπουλντόζες. Όλοι οι αντιφρονούντες κρύφτηκαν και έτσι παραμείνανε στο χωριό 10-15 ζευγάρια γέρων, φρουροί του περασμένου μεγαλείου του. Σήμερα βέβαια, ύστερα από τόσα χρόνια, παρά την μετακίνηση των κατοίκων του στην Μεγαλόπολη, εξακολουθεί, όχι μόνο να υπάρχει, αλλά τα καλοκαίρια να πλημμυρίζει από επισκέπτες και να σφύζει από ζωή.
Σημαντική συμβολή σ’ αυτό προσέφερε και ο Σύλλογος Καστανοχωριτών της Αθήνας που ιδρύθηκε το 1926, και είναι ο πρώτος εθνοτοπικός σύλλογος της περιοχής. Η συνεχής, επί 85 χρόνια, δράση του, βοήθησε αποφασιστικά στην αναμόρφωση του χωριού και την μετατροπή του σε περιζήτητο τουριστικό κέντρο της περιοχής. Η μετατροπή του παλιού σχολείου σε ξενώνα, η διαμόρφωση του γύρω χώρου, η πλακόστρωση των δρόμων, της πλατείας και του χώρου της εκκλησίας είναι λίγα από τα έργα του. Και η δράση του συνεχίζεται άοκνη πάντα, γιατί οι Καστανοχωρίτες αγαπούν το χωριό τους και θέλουν, χάρη στα πλεονεκτήματά του να το καταστήσουν πρότυπο θέρετρο της περιοχής.

Ράθυμες ώρες – Ηλίας Σιμόπουλος

Εδώ, σ’ αυτά τα χώματα γεννήθηκα
Ανάμεσα σε πέτρες και σε δάκρυα
ολοκλήρωσα το έργο μου.

Πλούσια φυτρώνανε τα στάχυα στους αγρούς
έσφυζε η ζωή και τα δρεπάνια τα τσαπιά
βιολιά και φλάουτα.

Τώρα το όμορφο χωριό λίκνο νεκρών
Όμως αγέραστη η καρδιά
σα βάρκα του Οδυσσέα λάμνει ακάθεκτη
και η μοναξιά εξαφανίζεται
ανάμεσα σε φλόγες της μνήμης.

Αγώνας είναι η ζωή
ενάντια
στις σφραγισμένες πόρτες
στην ανέλπιδη αναμονή
στο χέρι
που σφίγγει το χέρι που λείπει.

Αγώνας είναι πάντα η ζωή
ενάντια στο φόβο
στους δημαγωγούς
στους κλέφτες
στη μονόφθαλμη δικαιοσύνη
στους θανάτους απ’ την πείνα
και στους άδειους λόγους των πολιτικών.

Αγώνας είναι η ζωή.
Ώσπου μια μέρα η οργή να γίνει ποταμός
και στην ορμή του επάνω
να την καθαρίσει από τους ρύπους της
όπως ο Αλφειός την κόπρο του Αυγεία.

Ίμεροι – Ηλίας Σιμόπουλος

«Η Συνάντηση»
Ένα λευκό σύννεφο
κυμάτιζε στον ουρανό

Ένας κουρασμένος οδοιπόρος
έσερνε τη μοναξιά του στη γη
Συναντηθήκανε τυχαία
στην καρδιά της νύχτας.

Αντάλλαξαν
ένα σύντομο χαιρετισμό
και συνεχίσανε
καθένας το δικό του πεπρωμένο.

Όμως με πόση ευτυχία
αναθυμάται κείνη τη μικρή
την τόσο σύντομη λάμψη
της μοναδικής τους συνάντησης.

Ποίηση
Χαιρετισμός στον πρώτο ήλιο (1946)
Αρκαδική Ραψωδία (1958)
Έκτη Εντολή (1959)
Το σπίτι με τις χελιδονοφωλιές (1961)
Το μεγάλο ποτάμι (1964)
Τεκμήρια (1968)
Τα ρόδα της Ιεριχώς (1970)
Το τετράδιο της γης (1971)
Μικρές μαρτυρίες (1972)
Εναγώνια (1974)
Προσπελάσεις (1976)
Σημαφόροι (1980)
Εσπερινός απόλογος (1983)
Οι πληγές και τα παράθυρα (1986)
Ποίηση τόμος Α΄ (1989)
Μακρινό ταξίδι (1990)
Ποίηση τόμος Β΄ (1990)
Πέτρες (1992)
Κέρματα (1995)
Θροϊσματα ανέμων (1997)
Οι κήποι του Νοέμβρη (1999)
Ποίηση τόμος Γ΄ (2003), Ιωλκός
Ρινίσματα μετάλλων (2005)
Ράθυμες ώρες (2010), Αρκαδικές Εκδόσεις Επιλογή
Αρκαδική ραψωδία (2011), Αρκαδικές Εκδόσεις Επιλογή
Ίμεροι (2012), Αρκαδικές Εκδόσεις Επιλογή

Μελέτες
Επαφές και προσεγγίσεις (1981)
Άγνωστοι και λησμονημένοι αρκάδες ποιητές (1989)
Επαφές και προσεγγίσεις ΙΙ (2001), Ιωλκός

Συλλογικά έργα
Μορφές του Κραμποβού (2011)

Βραβεία
Έχει τιμηθεί με χρυσά μετάλλια από τις κυβερνήσεις της Βουλγαρίας και της Κούβας.
Ακόμα από την «Ένωση Βουλγάρων Λογοτεχνών» και από το Δήμο της Αθήνας με το χρυσό μετάλλιο της πόλης.
Επίσης έχει τιμηθεί από το «Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο», το Φιλολογικό Σύλλογο «Παρνασσός», τους Δήμους Νικαίας, Κορυδαλλού, Τρίπολης, Μεγαλόπολης, τη «Διεθνή Αρκαδική Ακαδημία», την «Ένωση Συντακτών Πολιτιστικών Περιοδικών», την «Εταιρία Αρκαδικών Γραμμάτων και Τεχνών» και πολλών άλλων.

Πηγές: EKEBI, BIBLIONET, Αρκαδικές Εκδόσεις Επιλογή, Εκδόσεις Ιωλκός

143 views.