Γιάννης Τσίγκρας (1952-2016)

Ο Γιάννης Τσίγκρας γεννήθηκε το 1952 στο Βόλο.
Σπούδασε δημοσιογραφία. Ήταν Υπεύθυνος Τύπου στο Δήμο Βόλου. Έγραφε σε περιοδικά και σε εφημερίδες.
Ο Γιάννης Τσίγκρας ήταν ένας θαυμάσιος λογοτέχνης, που εργάστηκε με επιτυχία και σαν δημοσιογράφος, μεταξύ άλλων στην εφημερίδα ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ και το περιοδικό ΩΡΕΣ και συνάμα ένας θαυμαστός άνθρωπος της βιοπάλης, που νίκησε και τα προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε από νέος.
Πέθανε το 2016 μετά από πολύμηνη νοσηλεία.

«Ποιητής και πεζογράφος, πρόλαβε να γράψει σε όλη του τη ζωή πάνω από χίλια τριακόσια ποιήματα, ρεαλιστικά, μυθικά, αναλυτικά, αναφορικά, παρά τον περιορισμένο αριθμό των στίχων που, στην πλειονότητά τους, δεν ξεπερνούν τη μισή σελίδα.
Υπήρξε ένας βαθύς διαλογικός δημιουργός. Έγραφε με την ίδια ευκολία για θέματα υπαρξιακά και παράλληλα έκρινε μύθους βγαλμένους από την υποβαθμισμένη γειτονιά του, στην οποία πέρασε ολόκληρη τη ζωή του.
Γράφει για τον Θεό, τον Χριστό, τους αγγέλους που τον προστάτευαν, τις εκκλησίες μέσα στις οποίες υμνούνται τα Θεία, Οσίους και Αγίους της Χριστιανικής παράδοσης.
Βιώνει τον θάνατο σχεδόν όλων των δικών του, μιλά σαν να πρόκειται να πεθάνει την επόμενη ώρα και έχοντας βυθιστεί σε πηγάδια μοναξιάς, αντιμετωπίζει τον θάνατο με εξαιρετική ψυχραιμία, του απευθύνει τον λόγο και του καθιστά σαφές ότι δεν φοβάται.»
Πηγή: Κείμενα του Χρίστου Παπαγεωργίου στο diastixo.gr

Υπάρχει το blog: Γιάννης Τσίγκρας

Η δίψα του Ελπήνορα – Γιάννης Τσίγκρας

Διηγήματα, Νεφέλη, 1996, 108 σελ.

Οι τερματοφύλακες των πάρκων – Γιάννης Τσίγκρας

Διηγήματα, Νεφέλη, 1998

Ποιήματα – Γιάννης Τσίγκρας
ΝΑ ΤΙΣ ΚΑΡΦΩΝΕΙΣ
Τις λέξεις που έφερε ο άνεμος
να τις καρφώσεις πάνω σου κι ας ματώσεις
γιατί κανένα ποίημα δεν χτίζεται χωρίς πόνο,
μπαίνουμε εντός του αρτιμελείς
και βγαίνουμε (αν βγούμε) τυφλοί, μονόχειρες
με πατερίτσες.
Δεν ανθίζουν τα ποιήματα, μόνον αφήνουν σημάδια
τύπους των ήλων
και μια μυστήρια μουσική, σαν την ουρά των κομητών,
τ’ ακολουθεί.

Ο,ΤΙ ΑΝΑΔΕΙΚΝΥΕΙ ΤΗ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥΣ
Έφυγαν όλοι και μου άφησαν
τη μουσική
φόδρα
του πανωφοριού τους,
μια λάμπα που ανάβει δύσκολα
κι ένα κομμάτι πηλό,
να φτιάξω τα, αέρινα, ομοιώματά τους,
να αναδείξω
ό,τι, τελοσπάντων, από εκείνους,
συγκρατεί η μνήμη.
Έφυγαν όλοι, με τσέπες άδειες από βότσαλα
κι αυτό σημαίνει ότι
επιδιώκουν την αιώνια ξενιτεία.
Έφυγαν δίχως να με ρωτήσουν αν αντέχω
ένα χώρο άδειο σαν τον ουρανό,
μιαν απουσία αναπνοής,
κάποια του νεύματός τους
απροσδιοριστία.

Ποίηση, Ενδυμίων, 2018, 960 σελ.

Ποίηση
Μερίμνη ανθισμένων δαιμόνων (1991)
Ποιήματα (2018), Ενδυμίων

Διηγήματα
Κυκλω (1980)
Εκκαρυς (1984)
Η δίψα του Ελπήνορα (1996), Νεφέλη
Οι τερματοφύλακες των πάρκων (1998), Νέφέλη

Πηγές: Biblionet, Νεφέλη, Ενδυμίων, diastixo.gr

Επισκέψεις: 6