Γιάννης Ξανθούλης

Ελληνες λογοτέχνες
Ο Γιάννης Ξανθούλης γεννήθηκε το 1947 στην Αλεξανδρούπολη, στον Έβρο, από γονείς πρόσφυγες από την Ανατολική Θράκη.
Σπούδασε δημοσιογραφία και σχέδιο. Από το 1969 εργάζεται ως δημοσιογράφος και χρονογράφος σε εφημερίδες, περιοδικά και ραδιόφωνο.
Ασχολήθηκε με το παιδικό θέατρο. Έγραψε και εικονογράφησε παιδικά βιβλία. Μερικά απ’ αυτά: “Μέσα στο νερό δασκάλα”, “Ανέβα στη στέγη να φάμε το σύννεφο”, “Ο μάγος με τα χρώματα”, “Τύμπανο, τρομπέτα και κόκκινα κουφέτα”, “Μια τρελή τρελή πολυκατοικία”.
Σατυρικά κείμενα και θεατρικά έργα του – περισσότερα από τριάντα – παρουσιάστηκαν στο ελληνικό θέατρο. Ασχολήθηκε για αρκετά χρόνια με την επιθεωρησιογραφία.
Το 1981 εκδόθηκε το πρώτο του μυθιστόρημα, “Ο μεγάλος θανατικός”, και ακολούθησαν: “Οικογένεια μπες-βγες”, 1982, “Το καλοκαίρι που χάθηκε στο χειμώνα”, 1984, “Ο Σόουμαν δε θα ‘ρθει απόψε”, 1985, “Το πεθαμένο λικέρ”, 1987, “Ο χάρτινος Σεπτέμβρης της καρδιάς μας”, 1989, “Το ρόζ που δεν ξέχασα”, 1991, “Η εποχή των καφέδων”, 1992, “Η Δευτέρα των αθώων”, 1994, “Το τρένο με τις φράουλες, 1996, “…Ύστερα ήρθαν οι μέλισσες”, 1998, “Ο Τούρκος στον κήπο”, 2001, “Το τανγκό των Χριστουγέννων”, 2003, “Ο θείος Τάκης”, 2005, “Του φιδιού το γάλα”, 2007, “Κωνσταντινούπολη – των ασεβών μου φόβων” (2008), “Δεσποινίς Πελαγία” (2010) και “Ο γιος του δάσκαλου”, 2012.
Βιβλία του έχουν μεταφερθεί στη μεγάλη και τη μικρή οθόνη.
Έργα του έχουν μεταφραστεί στα γαλλικά, αγγλικά, γερμανικά, ισπανικά, ολλανδικά, ιαπωνικά, δανέζικα, και σε άλλες γλώσσες.
Επίσης έχει εκδώσει το αυτοβιογραφικό του αφήγημα “Στην κουζίνα των φαντασμάτων” (από τη σειρά: “Η κουζίνα του συγγραφέα” των εκδόσεων Πατάκη), καθώς και μια ανθολογία λογοτεχνικών κειμένων με θέμα την Κωνσταντινούπολη (“Κωνταντινούπολη: Μια πόλη στη λογοτεχνία”, Μεταίχμιο, 2004).
Ζει στην Αθήνα και είναι μέλος της Ένωσης Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών.

Ο μεγάλος θανατικός

Ολα άλλαξαν ριζικά στη ζωή μου τότε που το αυτοκίνητο της Αρχιεπισκοπής με σακάτεψε. Τότε αναδύθηκαν από μέσα μου εντάσεις και δυνατότητες πέραν της μεταφυσικής, που με απογείωσαν οριστικά στη σφαίρα του απόλυτα τραγικού. Τότε κατάλαβα πως έπρεπε να υπερασπιστώ την ηθική του κακού και να παίξω το ρόλο ενός δραματικού απόστολου πέρα απ’ τη λογική των τετριμμένων. Εξάλλου δεν είχα κι άλλες επιλογές στην κατάσταση που βρισκόμουν από το να παίζω με συνειδήσεις και συγκυρίες.

 

Το καλοκαίρι που χάθηκε στο χειμώνα

Το καλοκαίρι του 1962 ήταν για κείνον αποκαλυπτικό στον έρωτα και στο θάνατο. Η Ντάλια Βεντάλια ήταν η καθηγήτρια “καταλύτης” στη γνωριμία του με τον πόθο και το φόβο, έτσι όπως διαιωνιζόταν μέσα του εκείνο το ατέλειωτο καλοκαίρι που σφράγισε την εφηβεία του με καύσωνες, θανάτους κι έρωτες…
Κι αυτός μόνος, κατάμονος στη μακρινή επαρχία του, ζούσε στους ξέφρενους ρυθμούς του σπιτιού του, βεβαρυμένου από μικροαστικά καθημερινά πάθη, που τα μεγάλωνε η ηχώ της ευαισθησίας του και τα ‘κανε ένοχες προσευχές.
Μα, πάνω απ’ όλα, ήταν η ανάγκη να μάθει πόσο πραγματική ήταν η ζωή του…

 

Το ροζ που δεν ξέχασα

Τα πρόσωπα ήταν πάντα τα ίδια. Γύριζαν και ξαναγύριζαν μέσ’ από διαφορετικές σιωπές και σχήματα στη ζωή μου, αλλά ήταν τα ίδια. Η ίδια αίσθηση, ο ίδιος πόνος. Γι’ αυτό τα μισώ, τ’ αγαπώ και τα στερούμαι με την ίδια ένταση απ’ τον πρώτο καιρό της γνωριμίας μας.
Ανακυκλώνω τις μορφές τους, τους ήχους τους και το γέλιο τους εδώ και πολλά χρόνια. Κι όσο για τον έρωτα -μη γελάσετε- είχα από καταβολής μου εκείνο τον επώδυνο τίτλο “παιδί του έρωτα”. Αυτή ήταν η καταστροφική μου καραμέλα που τώρα ψάχνω την ανάμνηση της γεύσης της στον κυκλοθυμικό μου ουρανίσκο.
Τα πρόσωπα, όμως, παρέμειναν τα ίδια. Ξαναγυρνώ στις σκιές τους κι αναγνωρίζω τον ωραίο τρόμο που μου χάρισαν κάποτε. Κι όσο περνά ο καιρός, τόσο πιστεύω ότι ήμουν, τελικά, ταγμένος να γίνω ο Ευαγγελιστής των αδυναμιών τους, όταν θα εξιστορούσα το αιρετικό μου Ευαγγέλιο. Ωστόσο, αν είναι κάτι που δεν ξέχασα, αυτό είναι το ροζ. Το χρώμα που αφήνουν οι ουλές πίσω τους όσα χρόνια κι αν περάσουν, όσο κι αν παραπλανούν το δέρμα τα καλοκαίρια κι οι απροσδόκητα ανοιξιάτικες μέρες του χειμώνα. Κι απ’ το ροζ θ’ αρχίσω… ό,τι αρχίσω.

 

Οικογένεια Μπες-Βγες

“…Εδώ και τρία χρόνια είχα καταλάβει ότι δεν ήμουν ένα συνηθισμένο παιδί. Ξαφνικά, εκεί κοντά στα δύο, πάνω που σταθεροποιούσα το βήμα μου, που ανακάλυπτα τη φωνή και τις λέξεις, που μάθαινα να ξεχωρίζω τις μυρωδιές των λουλουδιών, των φαγητών και των δωματίων, κατάλαβα, τελείως μόνη μου, ότι μεγάλωνα με εκατονταπλάσια ταχύτητα από το κανονικό. Άρχισα να κρίνω προτού μάθω, αλλά ο εγκέφαλός μου ήδη προχωρούσε με ξέφρενη ταχύτητα, σαν τρένο χωρίς μηχανοδηγό. Τη μητέρα όμως τη σκότωσαν. Είμαι σίγουρη γι’ αυτό. Τη σκότωσαν μέσα στο ίδιο μας το σπίτι, με τα ίδια τους τα χέρια. Το βράδυ της Τετάρτης…”

 

Το τρένο με τις φράουλες

Ολα ξεκίνησαν ή όλα τέλειωσαν σε μια νύχτα. Είκοσι πέντε χρόνια γάμου θυσιάστηκαν σε μια παρόρμηση. Μια συνηθισμένη βραδιά στο υπνοδωμάτιο, κι έξω μια λασπωμένη βροχή- που, όπως έλεγαν, έφτασε απ’ τη Σαχάρα. Εκείνο το βράδυ ξύπνησε η κοιμισμένη τύψη για μια άδεια ζωή, χωρίς αγάπη, χωρίς χαρά. Έπειτα έπεσε το ζεστό, υγρό σκοτάδι με την απόλυτη σιωπή ενός θεραπευτηρίου για άτομα με ανάγκη υποστήριξης. Μόνο η καρδιά ξαγρυπνούσε κι αφουγκραζόταν ένα μακρινό τρένο με αρώματα παλιού μαγιάτικου μεσημεριού. Το τρένο με τις φράουλες διέσχιζε πάλι τη ζωή της Μαργαρίτας, φέρνοντας την ανάμνηση μιας ξεθυμασμένης ευτυχίας, ζωγραφισμένης με μπογιές.
Τον ίδιο καιρό ένας άντρας με απειλητικό παρόν στοίχειωνε τους ύπνους της, μοσκοβολώντας μαύρο πιπέρι.
Τότε περίπου ξύπνησαν κι οι ομίχλες, με τα περιστατικά των θανάτων και του έρωτα… Τότε άρχισαν και οι περίπατοι στην αλλοδαπή γενέτειρα…

 

Η εποχή των καφέδων

Δε γνώριζα γι’ αυτή την εποχή κι ούτε είχα ακουστά πως υπήρχε. Δεν ήξερα να αναγνωρίζω τα ίχνη και τις επιπτώσεις της. Μόνο όταν την άγγιξα, τον περασμένο Ιούλιο, ένιωσα φόβο για την ανάπλαση όσων ευαισθησιών ήμουν αναγκασμένος να ανασύρω από μια σκοτεινή ανάμνηση. Ανάμνηση εφιάλτης κι αγάπη μαζί. Κάτι είχε απωθήσει απ’ τη μνήμη τον παλιό μου φίλο Ερμή κι άλλα πρόσωπα κι άλλες πτυχές δικές μου, επικίνδυνες. Κι αυτό το “κάτι” ξαναγύρισε έντονα και καταλυτικά τον Ιούλιο των διακοπών. Αυτό το κάτι ήταν που με παρέσυρε στην “Εποχή των Καφέδων”, μέσα στη βελουδένια βραδινή υφή ενός αρχαίου πόνου. Πόνος παραμορφωμένος απ’ το διεγερτικό εξωτισμό του καφέ και τις διαδρομές που επιβάλλει αυτή η νόθα εποχή, σφήνα στις άλλες.

 

Ο χάρτινος Σεπτέμβρης της καρδιάς μας

… Το ταραγμένο καλοκαίρι του 1974, η μεταπολίτευση κι εμείς. Εμείς ολομόναχοι στον έρωτα, στη ζωή, στο θάνατο και στους μεγάλους αποχαιρετισμούς. Τότε που ήμασταν ακόμα νέοι, αλλά έπρεπε να αποκτήσουμε γρήγορα τη σοφία των δοκιμασμένων -και περισσότερο εγώ που, όπως έλεγε και η Φανή, κυνηγούσα τα φαντάσματα της αγάπης μέσα στα παραμύθια μιας ένοχης αθωότητας… Μα δε γινόταν ν’ απαρνηθώ τη ζωή μου στο άψε σβήσε, τόσο γρήγορα, με το πρόσχημα της ενηλικίωσης. Κι εξάλλου ήθελα να ζήσω το δράμα αυτής της περίφημης “ενηλικίωσης” σ’ όλη του την έκταση, για να μάθω επιτέλους, ποιο ήταν το άλλοθι για τόσα “συναισθηματικά τιμήματα”. Κάποτε, όμως άρχισα να μεγαλώνω πραγματικά και μόνο τότε ταξινόμησα εκείνες τις σκόρπιες μέρες του “Χάρτινου Σεπτέμβρη”, που πέρασε κι έφυγε μέσα απ’ τα πιο λαμπερά καλοκαίρια μας, λογαριάζοντάς τον σαν μήνα του φθινοπώρου από συνήθεια ημερολογιακή…

 

Ο Σόουμαν δε θά ‘ρθει απόψε

Showman (σόουμαν) είναι εγγλέζικη λέξη με αμερικάνικη φυσιογνωμία και διεθνή ισχύ. Σημαίνει αυτός που κάνει show (σόου). Που δείχνει και λέει σ’ ένα λεηλατημένο κοινό πράγματα μ’ έναν τρόπο θεαματικό και ξεχωριστό. Αυτό είναι περίπου ο showman (σόουμαν). Στη χώρα μας χαρακτηρίζεται σόουμαν αυτός που παραβαίνει τις κοινές προδιαγραφές αντοχής, που τραγουδά και χορεύει σαν θεατρίνος ή που παίζει σαν τραγουδιστής, εκφραστής ονείρων με μια μαγική παραλλαγή του όρου και τελικά μεταμορφώνεται, σαν μάρτυρας βυζαντινός με ιλουστρασιόν προοπτικές…
Μάρτυρας έντονα προσωπικών βιωμάτων -εκεί άλλωστε είναι η ουσιώδης διαφορά του με τον ηθοποιό- που εξακοντίζονται, άσχετα με τη δραματικότητά τους, με το κέφι και τη λάμψη φωτοβολίδας. Ατομα σπάνια, γοητευτικά και εξόχως επικίνδυνα.
Στο βιβλίο αυτό μιλώ για τους συναισθηματικά περιθωριακούς ανθρώπους που έπαιξαν κερδίζοντας ή χάνοντας κάτω απ’ την παρανομία της ευτυχίας, αν υποτεθεί πως η ευτυχία είναι η λιγότερο νόμιμη εκδοχή της ζωής. Ολοι οι ήρωες είναι φανταστικοί, παρόλο που με εκφράζουν σαν άποψη σχήματος κάποιες ιδιαίτερες στιγμές νοσταλγίας.
Οσο για τον Σόουμαν, είναι ο άγγελος της δοκιμασίας, αφορμή για να δηλώσω τη συναισθηματική ταυτότητα της ιστορίας μου. Κι είναι πια εποχή ν’ αρχίσω να εφευρίσκω τους αγγέλους μου, ξέροντας καλά μετά τόσα και τόσα μαθήματα θρησκευτικών πως οι άγγελοι είναι αυτοί που μας προετοιμάζουν, αθέατοι, μυστικά και σοφά, για τις μέρες του πάθους, του έρωτα, της σιωπής και του θανάτου…

 

Η Δευτέρα των αθώων

… Εμείς οι ένοχοι, εμείς οι αθώοι. Πιστεύαμε κάποτε στην εχοχή και στην αθωότητα της Δευτέρας, μαθημένοι από ημερολόγια τύψεων. Ύστερα, ένα βροχερό Σαββατόβραδο, παραμονή της γιορτής των Ταξιαρχών, άρχισε η περιπέτεια που με ταξίδεψε στον ταραγμένο Ατλαντικό των εκκρεμοτήτων. Θα ‘πρεπε ίσως να σημειώσω πως ο πατέρας μου, σκοτεινός θαυμαστής κι αυτός της Δευτέρας, είχε εμπιστοσύνη στο ζωικό λίπος απ’ τον καιρό που έχανε την αγάπη· αλλά ήταν και πολλά άλλα που οδήγησαν το υπερωκεάνιο “Τιτανικός” στο διάσημο ναυάγιο, κι εμένα στο γρίφο της αθωότητας. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά. Εκείνο το βεβαρημένο απόγευμα του Νοέμβρη…

 

… Υστερα, ήρθαν οι μέλισσες

… Εκείνοι που ανέλαβαν να παίξουν το ρόλο του Θεού πριμοδότησαν και τους θανάτους -τιμωρία των αναμνήσεών τους. Θάνατος προσώπων από ένα υγρό, αμύθητο παρελθόν, ευτράπελο όσο και τρομακτικό, προσκολλημένο στα τέλη της δεκαετίας του ’40.
Τότε που ο θίασος της Μαρίκας Σουέζ περιόδευε με τρέλα και αυταπάρνηση στις ιαματικές λουτροπηγές μιας εξαθλιωμένης από τους πολέμους Ελλάδας. Για τον Στάθη, που κόντευε τα εξήντα, με παράστημα αλά Κλιντ Ιστγουντ, όπως αρμόζει σε διασωθέντα ήρωα, όλα αυτά ήταν γρίφος. Όμως όσο κι αν το πήρε αψήφιστα, ασφαλισμένος στο χλιαρό παρόν του, συνεχίζοντας δηλαδή να εκδίδει επιμελώς μοναχικά το μελισσοκομικό περιοδικό του-μέρος κι αυτό της αλυσιδωτής περιπέτειας -χρειάστηκε να μπει στη λογική του φόβου και στα “επιμέρους” μιας ηθελημένα ξεχασμένης περιόδου. Ίσως της πιο ανεξέλεγκτα ασύδοτης. Γεμάτη πάθος, παράλογη βία, έρωτες, παραστάσεις με ομοιοκατάληκτα δράματα, όπως “Η Παναγιά τιμωρεί το Κρεμλίνο” -αινίγματα φωσφορούχα στα μάτια ενός μικρού αγοριού που βιαζόταν να μεγαλώσει. Έτσι άνοιξε η επικίνδυνη χαραμάδα στο “ιαματικό” παρελθόν, μπάζοντας ταυτόχρονα ανέμους με αλήθειες και υστερικά συναισθήματα, φορτωμένα τα εύσημα της αγάπης, του μίσους αλλά και της μεγάλης νοσταλγίας που υφαίνει το δέρμα του ανήσυχου ύπνου.

 

Ο Τούρκος στον κήπο

Ιούλιος το 1958 -Νοέμβριος του 1998. Μεσολάβησαν σαράντα ακριβώς χρόνια ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο κρίσιμα «οκτάρια» του πρόσφατα τελειωμένου αγώνα. Θα μπορούσαν ΟΛΑ να συμβούν και γρηγορότερα, όμως τα μοιραία χρονοδιαγράμματα καθορίζουν ερήμην των ηρώων μιας ιστορίας τα παιχνίδια τους. Κι αυτό ακριβώς συνέβη στον κήπο του παλιού αρχοντικού του μακαρίτη Ζάννου Ριζούδη εκ Ρουμανίας, που μύριζε ντομάτα και κάρβουνο. Φαίνεται -μια υπόθεση κάνω- πως όλα ήταν έτοιμα από καιρό και περίμεναν το κατάλληλο πρόσωπο για να ξεκινήσει ο μηχανισμός του δράματος. Έτσι, τον Ιούλιο του 1958, παραμονές της γιορτής του Προφήτη Ηλία, ένας εντεκάχρονος ήρθε να ξυπνήσει πλήθος σκιών και παθών -χωρίς, βέβαια, να’ χει καμιά τέτοια πρόθεση. Δεν υπήρχαν προθέσεις γενικώς. Υπήρχε μόνο η μισοσβησμένη φήμη μιας παραγράφου της επίσημης Ιστορίας. Οχι της δικής μου. Αυτής που συστηματικά παραμερίζει τις ευαισθησίες και τη δράση των δευτεραγωνιστών, για να φωτιστούν καλύτερα οι πρώτοι.

 

Το τανγκό των Χριστουγέννων

Ενα τανγκό για τα Χριστούγεννα γίνεται αφορμή να ανατραπεί ο “αμφίσημος” -έτσι κι αλλιώς- αισθηματικός κόσμος του Στρατοπέδου Βάτη στον Έβρο. Ένα τανγκό που ξεδιπλώνει ρυθμικά σχέσεις και απελπισίες μέσα από ξεκαρδιστικά δραματικές συγκυρίες. Καταγραφέας όλων αυτών ο Λάζαρος Λαζάρου, που γίνεται μάρτυρας ερώτων, θανάτων και εορταστικών πανικών. Έτσι τα Χριστούγεννα του 1970 θα καταχωρηθούν στη μνήμη του σαν σκοτεινός αισθησιακός εφιάλτης, που θα τον ακολουθεί σε όλη του τη ζωή με ένα αθεράπευτα ρυθμικό τανγκό.

 

Ο θείος Τάκης

Ο Τάκης, προτού γίνει “θείος”, ήταν ένα αγόρι ελαφρώς κλειστό, απόφοιτος Νομικής και απίθανος σφυριχτής μπλουζ και αυτοσχέδιων κομματιών. Ξαφνικά, το 1951, αλλάζουν όλα στη ζωή του. Μια σκοτεινή υπόθεση παιδεραστίας βαρύνει τον πατέρα του, μια παλιότερη ερωτική ίντριγκα ρίχνει άγριες σκιές στην οικογένεια, ενώ ο πόλεμος της Κορέας του υπόσχεται μια ελκυστική κάθαρση απ’ όλα όσα τον βασανίζουν. Κι έτσι ξεκινά να γίνει εθελοντής πολεμιστής, αφήνοντας πίσω του τα οικογενειακά στίγματα και τις δύο αδερφές του, που, μέσα απ’ την απουσία του, θα αναδείξουν μια απέραντη αγάπη και τρυφερότητα για ό,τι τους διέφυγε στα χρόνια της νιότης.
Ομως ο Τάκης είναι δεμένος με τον έρωτα, τη ζωή και τους όρκους του…
Κι έτσι θα ξανάρθει πίσω, σαν περιπετειώδης σκιά, φέρνοντας τον αέρα μιας νοσταλγίας που τρέφει τη φαντασία όσων τον αγάπησαν κι όσων υπολόγισαν στη σταθερή αξία της απώλειας.
“Ο θείος Τάκης” είναι μια σύγχρονη παραλλαγή στο “Τραγούδι του νεκρού αδελφού” -παραλλαγή ανατρεπτική και καυστικότατη ως προς τα νεοελληνικά μας ήθη. Το πιο τολμηρό, το πιο ερωτικό μυθιστόρημα του συγγραφέα Γιάννη Ξανθούλη.

 

Του φιδιού το γάλα

Θέμα του βιβλίου είναι η μνήμη· η μνήμη που χάνεται, που αμβλύνεται – κι όχι απαραίτητα με το μοδάτο “εύσημο” της νόσου Αλτσχάιμερ. Και δεν μιλώ για το βασικό άλλοθι της “επιλεκτικής μνήμης, αλλά για δραστικά κομμάτια ζωής που συχνά τα βλέπουμε να ξεθωριάζουν μαζί με όλη την “ηχητική μπάντα” και, κυρίως, την αισθηματική βαρύτητα. Κομμάτια που, από μόνα τους, μπορεί και να ‘ναι ό,τι πιο σπουδαίο μάς συνέβη.
“Του φιδιού το γάλα” θα το χαρακτήριζα μυθιστόρημα θρίλερ, με βασικό “σίριαλ-κίλερ” τα πληγωμένα μας αισθήματα, τα τραύματα της απόρριψης, αλλά και τη γοητεία της αυτοκαταστροφής, που ελλοχεύει μέσα μας, περιμένοντας την ανάλογη “καλή” στιγμή για να εκδηλωθεί. Οι ήρωές μου είναι μεθυσμένοι από την απαξία για την “ευτυχία του κοινότοπου”, κάτι που τους καθιστά ξεχωριστούς αλλά και ευάλωτους.

 

Το πεθαμένο λικέρ

… Από το 1981 είχα βάλει στο μάτι τον πίνακα του Σάρτζεντ, που στολίζει το εξώφυλλο τούτου του βιβλίου. ‘Οταν τον αντίκρυσα, είπα ταραγμένος: “Άα… τούτους εδώ τους ξέρω κι ας μας χωρίζουν κάπου εκατό χρόνια”. Τους ήξερα, αλλά πώς; Άντε πάλι να ψάχνω μέσα σε γνώριμα βλέμματα – ένα τεράστιο στοκ βλεμμάτων. Ωστόσο, κάποια ιδιαίτερη ανάμνηση με οδηγούσε από μόνη της στην υγρασία του παλιού ποτοποιείου, όπου γινόταν το “πεθαμένο λικέρ”. Κι εκεί, στη γλυκιά αλκοολική σκουριά και στη σιωπή, βρήκα τους ήρωές μου. Τη Ραλλού, τον Φώτη κι εμένα. Ν’ αγαπιόμαστε και να δενόμαστε με τα πιο κρυφά μυστικά, στη μυθική Κυψέλη του 1957. Παρασύρθηκα, έτσι, ζωντανεύοντας πράγματα παλιά αλλά αρωματικά και μεθυστικά, όπως το “λικέρ”, όπως ο πόθος και ο φόβος των παιχνιδιών που παίζουν οι μεγάλοι – ονομάζοντας το παιχνίδι ζωή, ελπίζοντας σε κάποια σπλαχνική ασυλία. Τα παιχνίδια, όμως, δεν έχουν ανθρώπινη λογική. Είναι εκδικητικά από τη μαγική τους φύση, γιατί επιζούν και διαιωνίζονται μέσα από τα λάθη και τις αδυναμίες των παικτών τους. Πάντως, όλα ξεκίνησαν απ’ το χαμόγελο και το βλέμμα μιας ζωγραφιάς, ένα απόγευμα στη Νέα Υόρκη.

 

Η εκδίκηση της Σιλάνας

Η ερωτική σχέση του συγγραφέα με τη Σιλάνα Σαλιάγκου. Η ζωή και το έργο της ποιήτριας, σύμφωνα με τον Γιάννη Ξανθούλη, o οποίος εξομολογείται εδώ πώς προέκυψε η ευτυχής συνάντησή τους:
“Η κυρία Σιλάνα Σαλιάγκου για μένα υπήρξε άλλοθι. Έτσι κι αλλιώς, πάντα ήθελα να γεννήσω – και τη γέννησα ακριβώς όταν είχα καβατζάρει τον μισό αιώνα και λίγο πιο πάνω. Τη γέννησα ώριμη, στοχαστική, με μια δυνατή νοσταλγία και με θαυμασμό στην αξεπέραστη ποιητική ανορθογραφία του Μποστ (του Μέντη Μποσταντζόγλου), αλλά και φίλων γελοιογράφων.
Η γέννα προέκυψε μέσω ερτζιανών, μέσω του ραδιοφώνου του Σκάι, όπου από το 1989 κάνω εκπομπές. Πρόκειται για μια κυρία με αβάσταχτη την ανάγκη ομοιοκατάληκτης ηθικής. Απόλυτα Ελληνίς, πατριδοφωτισμένη και ευτράπελα ρομαντική, αντάξια του ονόματός της.
Στα χρόνια που υπηρέτησα τις εμπνεύσεις της, άρχισα να πιστεύω ότι κάθε Σάββατο, που απήγγειλα από μικροφώνου τις συνήθεις επίκαιρες δημιουργίες της, μου τις υπαγόρευε εκείνη μέσα από ένα μυστήριο νεφέλωμα συγγένειάς μας. Λόγια και ηχηρές ομοιοκαταληξίες, που κατέληγαν με την πολυχρησιμοποιημένη αλλά καίρια -για μένα- επωδό: “Γαμώ την ατυχία μου.”

 

Δεσποινίς Πελαγία

Τα παράτησε όλα η Πελαγία από ανάγκη. Μαθηματικά, έρωτες, κοριτσίστικες απλές φαντασιώσεις, την πολυτέλεια να ονειρεύεται… Όλα. Έπρεπε να δουλέψει, για να βοηθήσει την οικογένεια να μεγαλώσει τα δύο αδέρφια της, που ήρθαν με καθυστέρηση δέκα χρόνων. Όμορφα και αρτιμελή. Ακριβώς το αντίθετο από κείνη. Η Πελαγία ξέχασε πως ήταν αδερφή τους κι έπαιξε ρόλο «ετεροθαλούς» μάνας, κι ας είχαν μάνα καθ’ όλα άξια.
Ο δικός της ρόλος καθορίστηκε από πολύ νωρίς. Δουλειά και μικρές ανάσες. Δουλειά και προσήλωση στην ασήμαντη καθημερινότητα. Και μια φαντασία που σκλήραινε με τον καιρό.
Οταν πια η ζωή έδειχνε να ‘χει πάρει τον δρόμο της -μια ύποπτη ευθεία που γίνεται καθεστώς μέσ’ από την αποδοχή της ήττας και των συμβιβασμών- συνέβη, σαν ακραίο καιρικό φαινόμενο, κάτι τόσο απρόσμενο, που ακύρωσε όλη της την πραγματικότητα. Ωστόσο υπερασπίστηκε με πείσμα τον επίπονα κατακτημένο τίτλο της «Δεσποινίδος Πελαγίας», ως μοναδική της άμυνα. Εκείνο που δεν σκέφτηκε ποτέ ήταν αυτό που οι τζογαδόροι τρελαίνονται να αποκαλούν «συνωμοσία της τύχης». Μια δύσκολη συναστρία ζωδίων, με μαθηματικό οίστρο και μια απέραντη γκάμα δοκιμασιών για κάθε επίλεκτο συνωμότη… Από ‘κεί και πέρα, όλα ήταν θέμα αισθηματικής αντοχής και σωστής διαχείρισης του φόβου για το άγνωστο.
Ενα νέο, απρόβλεπτο μυθιστόρημα από τον μάστορα της νεοελληνικής σάτιρας Γιάννη Ξανθούλη που συνδυάζει την gothic ατμόσφαιρα με στοιχεία ευρωπαϊκού παραμυθιού.

 

Ο γιος του δάσκαλου

Δεν υπήρχε τρόπος να ξεφύγει κανείς από τις συμπτώσεις. Μια ξαφνική καλοκαιρινή βροχή και… η ζωή του αλλάζει. Το τυχαίο γίνεται κάτι παραπάνω από σημαντικό, σε βαθμό που να ξεκλειδώνει ένα προ σαράντα ετών μυστήριο.
Ο Νικόδημος είναι ο μικρός γιος, αλλά κυρίαρχος της οικογενειακής μυθολογίας είναι ο Άλλος. Ο μεγάλος απών. Ο αυτόχειρας αδερφός και “γιος του δάσκαλου”, που συνέχισε να υπάρχει εντατικά και στις δεκαετίες που ακολούθησαν το χαμό του.
Μια ξαφνική καλοκαιρινή βροχή θα θέσει συνειδησιακά διλήμματα στον μεσήλικα πλέον μικρότερο αδερφό, που ως τότε ήταν μόνο παρατηρητής. Τώρα, όμως, είναι εκείνος που θα ψάξει εξαρχής τη ζωή του -μέσα από δύσβατες διαδρομές- και θα έρθει αντιμέτωπος με μια αμείλικτη, κάποτε, στην έπαρσή της παρέα αγοριών.
Οσο κι αν πονάει η αλήθεια και τα αντιφατικά γεγονότα που παρεμβαίνουν στην αναζήτησή του, εκείνος θα ακολουθήσει τα ίχνη που πιστεύει πως καθορίζουν το αίσθημα του δικαίου. Για να δικαιώσει την ηθική του πένθους που τον πονά. Αμυνόμενος στο βαρύ κλίμα μιας μίζερης Αθήνας, θα παραμείνει αμετακίνητος στις εμμονές του. Τώρα, όμως, πρέπει να σταθεί απέναντί τους. Μόνος. Οπως πάντα….

 

Την Κυριακή έχουμε γάμο

…Ο γάμος γίνεται την Κυριακή και προκαλεί την ανατροπή στο ταξίδι. Ταξίδι στο παρατεταμένο καλοκαίρι μιας γυναίκας στα μαύρα και του μικρού γιου της. Μάνα και παιδί πενθούν έναν άντρα χαμένο στα χρόνια του πολέμου. Πληροφορίες δεν υπάρχουν παρά μόνο υποθετικό πένθος, υποθετική ορφάνια.
Και τώρα το ταξίδι. Μακρινό καλοκαιρινό ταξίδι από την Αθήνα στον Έβρο· ταξίδι φορτωμένο δισταγμούς και επιθυμίες. Εκεί θα ’ρθουν αντιμέτωποι με όλα τα διλήμματα της ζωής τους, επώδυνα και γεμάτα από τις χαρές που τους λείπουν. Πάνω τους, μια ύπουλη συναστρία ειρωνικών αστερισμών· και μέσα σ’ όλα ο γάμος, σαν οξύμωρο περιστατικό μεταξύ τρελού πανηγυριού και τραγωδίας.
Οι ήρωες της ιστορίας αυτής θα παίξουν και θα μπλεχτούν μέσα στον χρόνο. Στο παρόν και στο μέλλον, με τις τρικλοποδιές του αορίστου… Γι’ αυτό και τα αισθήματά τους, έντονα όσο ποτέ, θα ενηλικιωθούν με επικίνδυνη ταχύτητα. Μέσα από τη ματιά του παιδιού κι ενός καλοκαιριού με συστατικά τον έρωτα, το πάθος, τον θάνατο και το γέλιο. Όπως η ίδια η ζωή. Και πίσω απ’ όλα ο γάμος, σαν πρόσχημα σοβαρό, με την αστεία αθωότητά του.
Τώρα τι σχέση μπορεί να έχει ο Ιορδάνης Μακρής με τον Ιορδάνη Λεοντίου και την κοινή τους λαχτάρα για το ταξίδι-περιπέτεια, ας το αφήσουμε σε όσους συμμερίζονται τους γρίφους και αποδέχονται την πρόσκληση στον γάμο της Κυριακής.

 

Εγώ, ο Σίμος Σιμεών

Ο Σίμος Σιμεών -έτσι, με το Σι με γιώτα-, αν και θα μπορούσε, δεν ήρθε ουρανοκατέβατος στη Χαλκόπολη, μια ασήμαντη κωμόπολη στην Ανατολική Μακεδονία, με όλα τα στερεότυπα της ελληνικής επαρχίας στη δεκαετία του ’60. Είχε όμως τα δικά του φτερά και ήταν έτοιμος να τα δοκιμάσει σε επικίνδυνα πετάγματα.
Ο Σίμος είναι το παιδί που μπορεί να αριστεύει, να διακρίνεται και να ελπίζει. Το περιβάλλον του βέβαια παραμένει τόσο εχθρικό και στενόμυαλο, που ο μοναχικός μας ήρωας κινεί το ενδιαφέρον κάποιων πέραν της κοινής φαντασίας ατόμων. Αυτά θα του υποβάλουν τους όρους μιας περιπέτειας, με αποχρώσεις κάποιες φορές φαιδρές, αλλά συνήθως δραματικές. Όμως ο Σίμος θα μπορεί, με τη διαίσθηση και την εξυπνάδα του, να καθορίζει τις προοπτικές μιας άλλης ζωής, με διαφορετικές αξίες, πέρα από τον σοβαροφανή μικρόκοσμο που ακόμα διαιωνίζει τις εμμονές του…
Όλα ξεκινούν το 1964, μια σημαντική στιγμή για την Ελλάδα. Τότε, που κάτι έδειχνε να χαράζει ελπιδοφόρα στον βαλτωμένο μεταπολεμικό μας ορίζοντα, αλλά δεν θα κρατούσε για πολύ. Κι όσο για τη Χαλκόπολη, αναζητήστε τη στους χάρτες. Αν δεν τη βρείτε, ψάξτε τη στη φαντασία σας. Στο κάτω κάτω, για ένα ταξιδάκι πρόκειται…

 

Ο χάρτινος Σεπτέμβης της καρδιάς μας

… Το ταραγμένο καλοκαίρι του 1974, η μεταπολίτευση κι εμείς. Εμείς ολομόναχοι στον έρωτα, στη ζωή, στον θάνατο και στους μεγάλους αποχαιρετισμούς. Τότε που ήμασταν ακόμη νέοι, αλλά έπρεπε να αποκτήσουμε γρήγορα τη σοφία των δοκιμασμένων – και περισσότερο εγώ που, όπως έλεγε και η Φανή, κυνηγούσα τα φαντάσματα της αγάπης μέσα στα παραμύθια μιας ένοχης αθωότητας… Μα δεν γινόταν ν’ απαρνηθώ τη ζωή μου στο άψε σβήσε, τόσο γρήγορα, με το πρόσχημα της ενηλικίωσης. Κι εξάλλου ήθελα να ζήσω το δράμα αυτής της περίφημης “ενηλικίωσης” σ’ όλη του την έκταση, για να μάθω, επιτέλους, ποιο ήταν το άλλοθι για τόσα “συναισθηματικά τιμήματα”. Κάποτε, όμως, άρχισα να μεγαλώνω πραγματικά και μόνο τότε ταξινόμησα εκείνες τις σκόρπιες μέρες του “Χάρτινου Σεπτέμβρη”, που πέρασε κι έφυγε μέσα απ’ τα πιο λαμπερά καλοκαίρια μας, λογαριάζοντάς τον σαν μήνα του φθινοπώρου από συνήθεια ημερολογιακή…

 

…Ύστερα ήρθαν οι μέλισσες – Ο χάρτινος Σεπτέμβρης της καρδιάς μας – Γιάννης Ξανθούλης

Κασετινά με δύο από τα μεγαλύτερα έργα του κορυφαίου Έλληνα συγγραφέα Γιάννη Ξανθούλη
… Ύστερα ήρθαν οι μέλισσες
… Εκείνοι που ανέλαβαν να παίξουν το ρόλο του Θεού πριμοδότησαν και τους θανάτους-τιμωρία των αναμνήσεών τους. Θάνατος προσώπων από ένα υγρό, αμύθητο παρελθόν, ευτράπελο όσο και τρομακτικό, προσκολλημένο στα τέλη της δεκαετίας του ’40.
Τότε που ο θίασος της Μαρίκας Σουέζ περιόδευε με τρέλα και αυταπάρνηση στις ιαματικές λουτροπηγές μιας εξαθλιωμένης από τους πολέμους Ελλάδας. Για τον Στάθη, που κόντευε τα εξήντα, με παράστημα αλά Κλιντ Ίστγουντ, όπως αρμόζει σε διασωθέντα ήρωα, όλα αυτά ήταν γρίφος. Όμως όσο κι αν το πήρε αψήφιστα, ασφαλισμένος στο χλιαρό παρόν του, συνεχίζοντας δηλαδή να εκδίδει επιμελώς μοναχικά το μελισσοκομικό περιοδικό του -μέρος κι αυτό της αλυσιδωτής περιπέτειας- χρειάστηκε να μπει στη λογική του φόβου και στα “επιμέρους” μιας ηθελημένα ξεχασμένης περιόδου. Ίσως της πιο ανεξέλεγκτα ασύδοτης. Γεμάτης πάθος, παράλογη βία, έρωτες, παραστάσεις με ομοιοκατάληκτα δράματα, όπως “Η Παναγιά τιμωρεί το Κρεμλίνο” – αινίγματα φωσφορούχα στα μάτια ενός μικρού αγοριού που βιαζόταν να μεγαλώσει. Έτσι άνοιξε η επικίνδυνη χαραμάδα στο “ιαματικό” παρελθόν, μπάζοντας ταυτόχρονα ανέμους με αλήθειες και υστερικά συναισθήματα, φορτωμένα τα εύσημα της αγάπης, του μίσους αλλά και της μεγάλης νοσταλγίας που υφαίνει το δέρμα του ανήσυχου ύπνου.

Μυθιστόρημα, Διόπτρα, 2018, 544 σελ.

Του φιδιού το γάλα – Γιάννης Ξανθούλης

Θέμα του βιβλίου είναι η μνήμη. Η μνήμη που χάνεται, που αμβλύνεται – κι όχι απαραίτητα με το μοδάτο “εύσημο” της νόσου Αλτσχάιμερ.
Και δεν μιλώ για το βασικό άλλοθι της “επιλεκτικής” μνήμης, αλλά για δραστικά κομμάτια ζωής που συχνά τα βλέπουμε να ξεθωριάζουν μαζί με όλη την “ηχητική μπάντα” και, κυρίως, την αισθηματική βαρύτητα.
Κομμάτια που, από μόνα τους, μπορεί και να είναι ό,τι πιο σπουδαίο μας συνέβη.

“Του φιδιού το γάλα” θα το χαρακτήριζα μυθιστόρημα θρίλερ, με βασικό “σίριαλ-κίλερ” τα πληγωμένα μας αισθήματα, τα τραύματα της απόρριψης, αλλά και τη γοητεία της αυτοκαταστροφής, που ελλοχεύει μέσα μας, περιμένοντας την ανάλογη “καλή” στιγμή για να εκδηλωθεί.
Οι ήρωές μου είναι μεθυσμένοι από την απαξία για την “ευτυχία του κοινότοπου”, κάτι που τους καθιστά ξεχωριστούς αλλά και ευάλωτους.

Μυθιστόρημα, Διόπτρα, 2018, 432 σελ.

Δεσποινίς Πελαγία – Γιάννης Ξανθούλης

Τα παράτησε όλα η Πελαγία από ανάγκη. Μαθηματικά, έρωτες, κοριτσίστικες απλές φαντασιώσεις, την πολυτέλεια να ονειρεύεται… Όλα. Έπρεπε να δουλέψει, για να βοηθήσει την οικογένεια να μεγαλώσει τα δύο αδέρφια της, που ήρθαν με καθυστέρηση δέκα χρόνων. Όμορφα και αρτιμελή. Ακριβώς το αντίθετο από κείνη.
Η Πελαγία ξέχασε πως ήταν αδερφή τους κι έπαιξε ρόλο «ετεροθαλούς» μάνας, κι ας είχαν μάνα καθ’ όλα άξια. Ο δικός της ρόλος καθορίστηκε από πολύ νωρίς. Δουλειά και μικρές ανάσες. Δουλειά και προσήλωση στην ασήμαντη καθημερινότητα. Και μια φαντασία που σκλήραινε με τον καιρό.

Όταν πια η ζωή έδειχνε να ’χει πάρει τον δρόμο της -μια ύποπτη ευθεία που γίνεται καθεστώς μέσ’ από την αποδοχή της ήττας και των συμβιβασμών- συνέβη, σαν ακραίο καιρικό φαινόμενο, κάτι τόσο απρόσμενο, που ακύρωσε όλη της την πραγματικότητα. Ωστόσο υπερασπίστηκε με πείσμα τον επίπονα κατακτημένο τίτλο της “δεσποινίδος Πελαγίας” ως μοναδική της άμυνα. Εκείνο που δεν σκέφτηκε ποτέ ήταν αυτό που οι τζογαδόροι τρελαίνονται να αποκαλούν “συνωμοσία της τύχης”. Μια δύσκολη συναστρία ζωδίων, με μαθηματικό οίστρο και μια απέραντη γκάμα δοκιμασιών για κάθε επίλεκτο συνωμότη… Από κει και πέρα, όλα ήταν θέμα αισθηματικής αντοχής και σωστής διαχείρισης του φόβου για το άγνωστο.

Μυθιστόρημα, Διόπτρα, 2019, 344 σελ.

Βιβλικοί ήρωες με χαμηλά λιπαρά – Γιάννης Ξανθούλης

Τον Θανάση Δήµου, απ’ όσο θυµάµαι, τον συνάντησα µάλλον ως παιδί-θαύµα σε κάποιο βιβλικό επεισόδιο να υποδύεται τον ανιψιό του εξαρτώµενου από την ιδιότυπη περµανάντ του Σαµψών ζωγραφίζοντας την κυρία Δαλιδά πριν του κόψει τα µαλλιά αλά γκαρσόν. Αυτό συνέβη προτού ο Άσωτος Γιος αποκτήσει ιδιόκτητη Κυριακή κάνοντας πρώτα βούκινο την περίφηµη µετάνοιά του. Τότε ακόµη η µετάνοια και η συγχώρεση (που θεωρούνταν παρενέργειες συναισθηµατικές) δεν ήταν και τόσο της µόδας.

Ενήλικος πλέον ο Θανάσης ήπιε µαζί µου αρκετούς καφέδες ώσπου να συµφωνήσουµε ότι και οι δυο µας, παρά τη διαφορά ηλικίας, ήµασταν γενικά ασυγχώρητοι και αµετανόητοι σε κάποιες βασικές αρχές. Έτσι καταλήξαµε πως µερικές από τις ιστορίες που µε απασχολούσαν παιδιόθεν µπορούσαν να εικονογραφηθούν και να υπονοµευτούν µε την καλύτερη, εννοείται, έννοια. Στο µεταξύ ο Άσωτος είχε γίνει φίρµα, εγώ όµως εστίαζα το ενδιαφέρον και στον άλλο αδερφό του, τον σεµνό κι εργατικό Σώτο, που η Βίβλος δυστυχώς τον ξεπετούσε άσπλαχνα. Ο Δήµου συµµερίστηκε τη συµπάθειά µου για τον Σώτο και προχωρήσαµε.

Παράλληλα ένα επιβλητικό πτηνό, γνωστό ως Γαλοπούλα στη χώρα µας, πετώντας πανικόβλητο από Χριστούγεννα σε Χριστούγεννα και σε ηµέρες των Ευχαριστιών στας Αµερικάς, έκανε καριέρα θλιβερή σαν κρέας υγιεινό µε ελάχιστα λιπαρά. Δηλαδή παυσιλιπαρή περίπτωση. Σκέφθηκα λοιπόν πόσο αδικηµένο πουλί υπήρξε από τη µοίρα παρά το φυσικό του κάλλος.

Ο Θανάσης Δήµου, όταν του εξήγησα το δράµα της Γαλοπούλας, ξέσπασε σε λυγµούς. Φυσικά τον παρηγόρησα λέγοντάς του πως εµείς οι δυο θα µπορούσαµε (σαν ένα είδος άτυπης ΜΚΟ) να την αποκαταστήσουµε, τουλάχιστον ηθικά, κάνοντάς την ηρωίδα µας. Τότε προέκυψε το ποιητικό-εικαστικό µανιφέστο µε τον τίτλο “Η κατάρα της Γαλοπούλας”, δίνοντας φωνή και κύρος στην ευγενή φύση αυτού του άκακου πτηνού. Πρέπει να τονίσω πως, αν και µεταξύ τους άσχετοι οι πρωταγωνιστές των ιστοριών µας, εν τούτοις συναντώνται κάτω από τους βιβλικούς αστερισµούς.
Eικονογράφηση: Θανάσης Δήμου

Κόμικς, Ελληνικά Γράμματα, 2019, 96 σελ.

Μυθιστορήματα
Ο μεγάλος θανατικός (1981)
Το καλοκαίρι που χάθηκε στο χειμώνα (1984), Εκδόσεις Καστανιώτη
Ο Σόουμαν δεν θα ’ρθει απόψε (1985)
Το πεθαμένο λικέρ (1987)
Οικογένεια Μπες-Βγες (1989)
To ροζ που δεν ξέχασα (1991), Εκδόσεις Καστανιώτη
Η εποχή των καφέδων (1992)
Η Δευτέρα των αθώων (1994)
Οικογένεια Μπες-Βγες (1994), Εκδόσεις Καστανιώτη (E)
Το τρένο με τις φράουλες (1996), Εκδόσεις Καστανιώτη
Η εποχή των καφέδων (1997), Εκδόσεις Καστανιώτη (E)
Ο Σόουμαν δε θά ‘ρθει απόψε (1998), Εκδόσεις Καστανιώτη (E)
…Υστερα ήρθαν οι μέλισσες (1998), Εκδόσεις Καστανιώτη
Ο μεγάλος θανατικός (1999), Εκδόσεις Καστανιώτη (E)
Η Δευτέρα των αθώων (1999), Εκδόσεις Καστανιώτη (E)
Ο Τούρκος στον κήπο (2001), Εκδόσεις Καστανιώτη
Το τανγκό των Χριστουγέννων (2003), Εκδόσεις Καστανιώτη
Ο θείος Τάκης (2005), Ελληνικά Γράμματα
Του φιδιού το γάλα (2007), Ελληνικά Γράμματα
Το πεθαμένο λικέρ (2007), Εκδόσεις Καστανιώτη (E)
Το καλοκαίρι που χάθηκε στο χειμώνα (2009), Εκδόσεις Καστανιώτη (Ε)
Η εκδίκηση της Σιλάνας (2009), Ελληνικά Γράμματα
Δεσποινίς Πελαγία (2010), Τόπος
Το τανγκό των Χριστουγέννων (2011), Εκδόσεις Καστανιώτη (Ε)
Ο θείος Τάκης (2011), Τόπος (Ε)
Ο γιος του δάσκαλου (2012), Διόπτρα
Το πεθαμένο λικέρ (2014), Διόπτρα (Ε)
Ο Τούρκος στον κήπο (2014), Διόπτρα (Ε)
Το τανγκό των Χριστουγέννων (2015), Διόπτρα (Ε)
Το πεθαμένο λικέρ. Ένας τούρκος στον κήπο. Κωνσταντινούπολη των ασεβών μου φόβων (2015), Διόπτρα (Ε)
Οικογένεια Μπες-Βγες (2015), Διόπτρα (Ε)
Την Κυριακή έχουμε γάμο (2015), Διόπτρα
Ο θείος Τάκης (2016), Διόπτρα (Ε)
Εγώ, ο Σίμος Σιμεών (2017), Διόπτρα
Η εποχή των καφέδων (2017), Διόπτρα (Ε)
…Ύστερα ήρθαν οι μέλισσες – Ο χάρτινος Σεπτέμβρης της καρδιάς μας (2018), Διόπτρα (Ε)
Του φιδιού το γάλα (2018), Διόπτρα (Ε)
… Ύστερα ήρθαν οι μέλισσες. Ο χάρτινος Σεπτέμβρης της καρδιάς μας (2018), Διόπτρα (Ε)
Δεσποινίς Πελαγία (2019), Διόπτρα

Νουβέλες
Ο χάρτινος Σεπτέμβρης της καρδιάς μας (1989)
Ο χάρτινος Σεπτέμβρης της καρδιάς μας (1998), Εκδόσεις Καστανιώτη (E)
Ο Χρήστος Κοντοχρήστος (2005), Ιανός
Ο χάρτινος Σεπτέμβρης της καρδιάς μας (2016), Διόπτρα (Ε)

Προσωπικές αφηγήσεις
Το μενού των φαντασμάτων (2004), Εκδόσεις Πατάκη
Κωνσταντινούπολη των ασεβών μου φόβων (2008), Μεταίχμιο
Κωνσταντινούπολη των ασεβών μου φόβων (2011), Μεταίχμιο (Ε)
Κωνσταντινούπολη των ασεβών μου φόβων (2012), Διόπτρα (Ε)

Ιστορικά
Βασικά θεατής: Ελληνικό θέατρο 1950-1960 (2008), Τόπος (λεύκωμα)
Αλεξανδρούπολη (2009), Εθνολογικό Μουσείο Θράκης

Κόμικς
Βιβλικοί ήρωες με χαμηλά λιπαρά (2019), Ελληνικά Γράμματα

Παιδική λογοτεχνία
Το ταξίδι του Φριχτούλη (2006), Ελληνικά Γράμματα

Θεατρικά
Ει μπέημπη (1969)
θα σφυρίζω τη «Λιλή Μαρλέν» και στον Γ’ πόλεμο (1969)

Παιδικά θεατρικά έργα
Ο μάγος με τα χρώματα (1978)
Πλανήτης Φουρ (1980)
Eνα καλοκαίρι – καλοκαιράκι (1980)
Ανέβα στη στέγη να φάμε το σύννεφο (1980)
Μια τρελή τρελή πολυκατοικία (1983)
Ο μάγος με τα χρώματα (1993), Εκδόσεις Καστανιώτη (E)
Μέσα στο νερό δασκάλα (1993), Εκδόσεις Καστανιώτη
Ανέβα στη στέγη να φάμε το σύννεφο (1994), Εκδόσεις Καστανιώτη (E)
Τύμπανο, τρομπέτα και κόκκινα κουφέτα (1994), Εκδόσεις Καστανιώτη
Μια τρελή τρελή πολυκατοικία (1999), Εκδόσεις Καστανιώτη (E)

Συλλογικά έργα
Αθήνα, διαδρομές και στάσεις (1999), Εκδόσεις Πατάκη
Θρυμματισμένος πλανήτης (2004), Μίνωας
Περί σχεδίου ο λόγος (2006), Κάκτος
Η Θεσσαλονίκη των συγγραφέων (2011), Ιανός
Η Λήδα η ακρίδα και η ορχήστρα με τα ζώα (2014), Κοροντζής
Χωρίς μαγνητόφωνο (2018), Πόλις

Πηγές: EKEBI, BIBLIONET, Εκδόσεις Διόπτρα, Μεταίχμιο, Καστανιώτης, Ελληνικά Γράμματα

176 views.