Γιώργος Γωνιανάκης


Κάλεσμα
Κόντρα στο πνεύμα της ωφέλειας οι καπνιστές φουμάρουν·
από έρωτα κι απόγνωση τσιγάρα αναμμένα.
Βάζοντας στο ίδιο ζύγι το ψωμί με το τσιγάρο,
Φυσούν καπνό εριστικά στα μούτρα της μιζέριας.

Μπρος στην ακρίβεια της ζωής, η ακριβή ζωή·
κι η εξαθλίωση κι η μοναξιά καρκίνος είναι.

Ντουμάνι.
Ντουμάνι πιάσαν οι καιροί απ’ του ντουνιά την καύτρα

Τι είπε το ποτάμι
Αν και είμαι ξεκάθαρος μπερδεύω συνέχεια
την ποίηση με την πραγματικότητα.
Ευλογημένη σύγχυση κι ωφέλιμη αφέλεια.
Δεν κάνω πλάκα· σοβαρά μιλάω.
Όταν βιώνεις τα ποιήματα
οι στίχοι ανασαίνουν.

Η ΕΣΩ ΑΝΑΓΝΩΣΗ ΤΟΥ ΔΟΝ ΚΙΧΩΤΗ
Δύο δάχτυλα πάνω ἀπ’ τὴν ποίηση
καὶ πάνω ἀπ’ ὅλα δίκαιος
διέβαινε ὁ Δὸν Κιχώτης
ἀδιάφορος σχεδὸν γιὰ τὸ ἐφήμερο
ἀνήμερος γιὰ σχέδια μελλούμενα
σουλάτσαρε γιὰ μιὰ Δουλτσινέα
ἔχοντας σύντροφο ἰσότρελο
τὸν Σάντσο Πάντσο.
Βέβαια —ἕως ἐδῶ— τὰ λέει κι ὁ Θερβάντες.
Γιὰ τὰ ὑπολοιπα διάβασε τὴν πληγὴ
τὴ δίψα τὴ διάψευση
καὶ πάλι κοίτα τὴν πληγὴ
καί, τέλος, τὴν ἐπίγνωση.

Ἄ, ἐγὼ πάντα τὸ ἔλεγα
τὶ γίγαντας τὶ ἀνεμόμυλος
τὸ χτύπημα εἶναι τὸ ἴδιο
γι’ αὐτὸν ποὺ θὰ τὸ νιώσει.
Λοιπόν, ἀνάποδη ἄνοδος
λέω μιὰ τέτοια πτώση.

ΑΠΟΚΑΡΠΩΣΗ
Στὸ σπίτι γύριζα κι ἀνέβαινα πρὸς Στρέφη.
Καὶ ἦταν σὰν νά ’κοβα κρυφοὺς καρπούς·
γευόμουν τὸ ἀπόγευμα καὶ ἔπινα τ’ ἀγέρι
καὶ ἡ λιακάδα εἶχε μαλακώσει τ’ ἀνηφόρι.
Τί μέρα ὄμορφη κι ἀνάλαφρο τὸ φῶς της!
Σὲ λίγο —σκέφτηκα— θὰ νύχτωνε
τὰ μαγαζιὰ θὰ μάζευαν ὡραῖο κόσμο.
Μιὰ στάση, μιὰ στιγμὴ καὶ θὰ μὲ βρεῖ τὸ βράδυ
ἁπλὸ καὶ πλούσιο μὲ τὴ σοδειὰ τοῦ ἥλιου.

ΑΚΕΡΑΙΟ ΘΡΑΥΣΜΑ
Μύριες ἀλήθειες καὶ μαῦρο μοιρολόι
κεῖνο τὸ βράδυ πέσαν, τὸ βράδυ
ποὺ κοίμισε σκληρὰ ἡ μάνα τὸ παιδί της
τὸν γιό της τὸν μονάκριβο· πικρὸ νανούρισμα.

— Πῶς τὸ ἀβάσταχτο λιγάκι νὰ γλυκάνει.

Ἄχι, κι ὁ χρόνος πίσω δὲν γυρνᾶ!
Κι ἀπὸ τοῦ θειου-Γιώργη τὰ στερνὰ
ὣς τῆς γιαγιᾶς τὸν θρῆνο καὶ τὸ σθένος
ἡ μνήμη μου ἀκέραια ματώθηκε
ἀπὸ τὴ φράση-θραῦσμα:

«Γιέ μου, μὰ καὶ νεκρός, πάλι ὡραῖος εἶσαι!».

ΑΔΗΛΗ ΔΗΛΩΣΗ
Σὰν περπατᾶμε μὲ σκυφτὸ κεφάλι
ἴσκιος πουλιῶν θὰ σέρνεται στὸ δρόμο.
Κι ἂν ἔφτανε ἕνα χτύπημα στὸν ὦμο —
ἀλλοίμονο ἀναβάλλεται καὶ πάλι.

Γιατὶ πικραίνομαι καθὼς τὸ λέω:
καθένας μόνος του τὸν δρόμο παίρνει.
Καὶ μόνο κάποτε τὸ βλέμμα γέρνει
ἀνέκφραστα γιὰ σκούντημα τυχαῖο.

Ποίηση
Κάλεσμα (2013)
Τι είπε το ποτάμι (2018)

Πηγές: BIBLIONET, Ποιήματα των Φίλων, Εκδόσεις Στιγμή, Giannis Plachouris

Επισκέψεις: 15