Ηρακλής Κριεζής

Ελληνες λογοτέχνες
Ο Ηρακλής Κριεζής γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη τον Ιούνιο του 1950.
Το 1984 αποφοίτησε από την Παιδαγωγική Ακαδημία Θεσσαλονίκης. Αποφοίτησε από το Διδασκαλείο Δ. Γληνός καθώς κι από το Παιδαγωγικό τμήμα του Α.Π.Θ. Εργάστηκε ως δάσκαλος σε δημόσια σχολεία, από το Σεπτέμβριο του 1984 ως τις 16 Οκτωβρίου 2012, οπότε και συνταξιοδοτήθηκε.
Παράλληλα ασχολήθηκε με το στίχο κυρίως για τραγούδια και με την ποίηση. Κατά καιρούς φιλοξενήθηκαν ποιήματά του σε διάφορα έντυπα του ημερήσιου και περιοδικού τύπου, κάποια εκ των οποίων βραβεύτηκαν σε ποιητικούς αγώνες, κάποια επιλέχτηκαν σε ανθολόγιο ποιημάτων. Αρκετά από αυτά μελοποιήθηκαν από μουσικούς συνθέτες. Κάποια πάλι κυκλοφόρησαν σε δίσκους και cd. Ενδεικτικά αναφέρονται ονόματα συνθετών με τους οποίους κυρίως συνεργάστηκε, τον Σπύρο Σαμοίλη, τον Θωμά Σιώμο, τον Μάκη Αιβάζογλου, τον Λευτέρη Σταμπούλογλου και άλλους.

Άνοιξα πανιά στη μέρα
Άνοιξα πανιά στη μέρα
τα όνειρά μου αποσκευές
και με την καρδιά πυξίδα
έψαξα μα δε σε είδα
έχει ρίσκο το ταξίδι
κι η ζωή ανατροπές

Γκρέμισα στοιχειά και κάστρα
του μυαλού τις φυλακές
και στο φως δραπέτης βγήκα
μες στον κόσμο δε σε βρήκα
την αγάπη ν’ αγοράσω
με ψυχής επιταγές

Τράβα καρδιά μου όπου αγαπάς
κρύβει ο δρόμος φωτιές για μας
τράβα καρδιά μου και όπου βγει
κι αν θα καούμε πάμε πάλι απ’ την αρχή

ΣΕ ΠΕΡΙΜΕΝΩ
Σε περιμένω για να `ρθείς
μικρέ Χριστέ να γεννηθείς
νέα ζωή ν` αρχίσω
τον κόσμο να κερδίσω

Σε περιμένω να Σε βρω
στα δυο μου πόδια να σταθώ
με Σένα να μιλήσω
το σύμπαν να κινήσω

Σε περιμένω να Σε δω
μέσα στη γη να κρατηθώ
με φως να πλημμυρίσω
τα λάθη μου ν` αφήσω

Σε περιμένω στην καρδιά
για να μου φέρεις ζεστασιά
το κρύο να διαλύσω
και πλάι σου να ζήσω

Έλα Χριστέ να γεννηθείς
Με τα παιδιά σου να χαρείς
Καμπάνες να χτυπήσω
Κι ανθρώπους ν` αγαπήσω

ΣΤΟΥΣ ΑΦΕΝΤΕΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ…
Εφώλιασε η απόγνωση
στο κύλισμα του χρόνου
πικρή ειν` η απόκριση
στο κοίταγμα του πόνου…
Αφέντες που ορίζετε
τα πράγματα του κόσμου
ως πότε η ανθρωπότητα
φόρο πικρό θα δίνει
κι αντί νερό στο κήπο της
το αίμα της θα χύνει;
Τι τάχα τόσα πέλαγα
τ` αλλάξανε το χρώμα
κι απ` το γαλάζιο τ` ουρανού
στα πορφυρά ντυθήκαν
κι από το κλάμα του ορφανού
εσείστη το στερέωμα;
Μην τάχα είστε αθάνατοι
κι η φύση σας αιώνια;
Μετρήστε τις ημέρες σας
να ιδείτε τι απομένει.

ΤΑ ΑΠΟΚΑΪΔΙΑ ΜΙΑΣ ΖΩΗΣ
Εγώ σου έφερα το φως να ζεσταθείς,
στα δυο σου χείλη, νερό, να ξεδιψάσεις,
κι εσύ μου έκαψες αγάπες μιας ζωής
Και τρέχεις τώρα, στους καπνούς, να μ’ αγκαλιάσεις.

Εγώ σου έστρωσα κορμί, να κοιμηθείς,
τα δυο μου μάτια, λιμάνι για ν’ αράξεις,
κι εσύ με σκόρπισες στα πέρατα της γης
και ήλθες, στα συντρίμμια μου, τώρα να κλάψεις.

Άδικα ψάχνεις να μερέψεις τη φωτιά,
είναι αργά για να τη σβήσεις,
όσο κι αν θέλεις, την αγάπη, τώρα πια,
είναι αργά να αναστήσεις,
στα αποκαΐδια, μόνο στάχτη μου θα βρεις
για να κρατήσεις.

Πηγές: Facebook προφίλ, Δημοσιεύσεις blog

70 views.