Ιωάννης Βηλαράς – Σαν πεταλούδα στη φωτιά – Γιατρική παρηγορία

Στ. Λογοτεχνίας

Ιωάννης Βηλαράς
Ο Βηλαράς, όπως κι ο Χριστόπουλος, αποτελεί προδρομική μορφή της νεοελληνικής ποίησης. Στα λυρικά του ποιήματα, απαλλαγμένος κάπως από τη φαναριώτικη επίδραση, αντλεί από την αρκαδική (ιταλική κυρίως) ποίηση του καιρού του και τη δημοτική μας παράδοση. Η ερωτική του ποίηση, γεμάτη από συναισθηματική φόρτιση και χωρίς την παιγνιδιάρικη κι ανάλαφρη διάθεση του Χριστόπουλου, εκφράζει πηγαίο αίσθημα με στοιχεία ρομαντικά.
Πολλά, επίσης, από τα σατιρικά του ποιήματα διατηρούν ακόμη και σήμερα το ενδιαφέρον τους, γιατί με τη σκωπτική του ειρωνεία κατόρθωσε να δώσει χαρακτηριστικούς ανθρώπινους τύπους.
Από τα δύο ποιήματα, το ένα είναι ερωτικό και το άλλο σατιρικό. Περιλαμβάνονται, αντίστοιχα, στις ενότητες «Ερωτικά» και «Σατιρικά» των Απάντων του.

Σαν πεταλούδα στη φωτιά…

Σαν πεταλούδα στη φωτιά, σ’ εσένα γύρες φέρω
κι οχ* τη φωτιά που καίγομαι να φύγω δεν ηξέρω.

Και μόλο που φλογίζομαι, πετώ ολόγυρά σου,
να ξεμακρύνω δεν μπορώ στιγμήν από σιμά σου.

Τα μάγια δεν τα πίστευα και μάγια είσαι ατή σου*·
τα μάγια είν’ τα θέλγητρα οπόχει το κορμί σου.

Γιατί με χέρι αλάθευτο ηθέλησεν η φύση
της νιότης τ’ άνθια ολόβολο προικιό να σου χαρίσει.

Και ποιος είν’ ο αναίσθητος που να σ’ αλησμονήσει,
αφού σε δει για μια φορά, μαζί σου σα μιλήσει;

Τ’ αηδόνι σόδωκε λαλιά, φωνή το καναρίνι,
τη χλωρασιά* σου δάνεισαν των περβολιών οι κρίνοι.

Οι χάρες αναπαύουνται απάνω στη θωριά σου,
της άνοιξης τριαντάφυλλα ανθούν στα μάγουλά σου.

Λεν το κοράλλι κόκκινο, μόν’ δίχως νοστιμάδα·
δεν έχει σαν τ’ αχείλι σου βαφή και κοκκινάδα.

Δοξάρια είναι τα φρύδια σου και με πιτηδειοσύνη
βαρούν, πληγώνουν τις καρδιές, χωρίς ελεημοσύνη.

Στα δυο σου μάτια τα γλυκά ο έρωτας φωλιάζει
κι οχ ταύτα τις σαγίτες του στους νιους απάνω αδειάζει.

Το κοίτασμά σου το γλυκό είν’ των καρδιών ο κλέφτης·
αν δεν πιστεύεις, ρώτησε να σου το είπει ο καθρέφτης…

Γιατρική παρηγορία

Βογκομαχούσεν αστενής
κατάκοιτος στην κλίνη,
του Χάρου παίρει,* δίνει.

Και λυπημένη και πικρή
η μαύρη σύζυγός του
θρηνούσε στο πλευρό του.

Σε τούτο μπαίνει κι ο γιατρός
και το σφυγμό του πιάνει,
τον ερωτάει τι κάνει.

– Ωχ! τι να κάμω, δεν μπορώ,
χειρότερα όσο πάνω,*
φοβούμαι θα πεθάνω.

– Μη δα τον θάνατον ευτύς
στοχάζεσαι, δειλιάζεις,
και του πατρός σου ομοιάζεις.

Ο μακαρίτης σαν κι εσύ
μου έλεγε, θυμούμαι:
«Γιατρέ, δεν τον πατούμε

το χάρο τούτην τη φορά!»
Μόν’ κείνος ήταν γέρος
και του θανάτου μέρος.

– Δεν έχω δύναμη, γιατρέ,
μηδέ για να μιλήσω,
και δε θαρρώ να γλύσω.*

– Τον ίδιον είχε, και σωστά,
ο μακαρίτης θειος σου,
το φόβο το δικό σου.

Μόν’ εσύ φίλε μου, αγκαλά*
από πολλής στο στρώμα,
χαμοβαστιέσαι* ακόμα.

– Καλό δε βλέπω, κυρ γιατρέ,
δεν τρώγω, δεν κοιμούμαι,
πώς λες να μη φοβούμαι;

– Σου ’ρθαν στο νου, καθώς θωρώ,
τα λόγια του αδελφού σου,
του μεγαλύτερού σου.

Ο μακαρίτης φαγητό
και ύπνον εποθούσε,
και με συχνορωτούσε.

Μόν’ εσύ, φίλε μου, προχτές
ζουμί, θαρρώ, καμπόσο
να ρούφησες ωστόσο.

Αυτά ν’ ακούσει η ορφανή
γυναίκα του, αρχινάει
να κλαίγει, να θρηνάει.

Ωχ! λέγει ο άντρας· αμ, γιατί
του κάκου να λυπιέσαι,
και δεν παρηγοριέσαι;

Και το γιατρό δεν αγροικάς,
που λέει να παντέχω
και κίντυνο δεν έχω;

– Αμ, με τι θάρρος και καρδιά!
η άτυχη φωνάζει,
βαριά αναστενάζει·

αφού ακέρια φαμελιά,
την έχει μακαρίσει,
σ’ εσένα θα ευτυχήσει;
————————————————–
χλωρασιά: φρεσκάδα, δροσιά (μετφ.).
παίρει: παίρνει. πάνω: πάω.
να γλύσω: να γλιτώσω.
αγκαλά: αν και.
χαμοβαστιέμαι: διατηρώ λίγο τις σωματικές μου δυνάμεις.