Καλλιόπη Γιακουμή-Κουγιώνη

Καλλιόπη Γιακουμή-Κουγιώνη

Ελληνες λογοτέχνες
«Γεννήθηκα μια μέρα του Ιουνίου στο όμορφο νησί της Ρόδου. Ήμουν πολύ μικρή και από τότε δε μεγάλωσα αρκετά. Όμως, παντρεύτηκα, έκανα τρία παιδιά και ταξίδεψα ως τη μακρινή Κοζάνη, όπου ζω μέχρι σήμερα με τον άντρα και τα παιδιά μου. Ακόμα δεν ψήλωσα αρκετά, παρότι νιώθω πολύ περήφανη για την οικογένειά μου. Το πάθος μου για τα βιβλία ήταν ανέκαθεν μεγάλο. Αρχικά, τα πρώτα χρόνια, τα έτρωγα –μια πραγματική βιβλιοφάγος– μετά τα έσκιζα και για αρκετό καιρό τα ζωγράφιζα, θέλοντας να αποτελειώσω ένα έργο που οι δημιουργοί του είχαν αφήσει μισό. Και μετά έμαθα να διαβάζω και έμαθα να γράφω, έμαθα τα γράμματα, έμαθα τις λέξεις. Αυτό που ήθελα, έμαθα να το λέω. Αυτό που δεν ήθελα όμως, ποτέ δεν έμαθα να το κάνω. Η ανάγνωση μου δίδαξε πως πίσω από την πόρτα υπάρχει η ελευθερία και η γραφή μου έμαθε πώς να την ανοίγω. Από τότε ο μοναδικός μου χάρτης είναι το βιβλίο, το μοναδικό μου σύνορο, ο ορίζοντας. Αρχικά, στον χάρτη μου βάδιζα μόνη. Μετά ήρθαν κι άλλοι. Τελικά, γίναμε πολλοί. Αφήσαμε τις πιο όμορφες ιστορίες να μας παρασύρουν σαν τον άνεμο στα πελάγη της λογοτεχνίας. Πολλά ταξίδια ζήσαμε και πολλές τρικυμίες, μα τα κελάρια μας γεμίσαμε με θησαυρούς κι εμπειρίες. Τώρα ήρθε η δική μου ώρα ν’ ανοίξω τον ασκό μου και με τον δικό μου Ζέφυρο να σπρώξω τα πανιά σας.»
Μυθιστορήματα
Ματωμένη ανάμνηση (2020), Εκδόσεις Αέναον
Ματωμένη ανάμνηση, Η επιστροφή (2021), Υδροπλάνο

Ματωμένη ανάμνηση – Καλλιόπη Γιακουμή-Κουγιώνη

Ματωμένη ανάμνησηΗ επιστροφή


Όταν άνοιξε τα μάτια της ήταν ήδη οι πρώτες ώρες της αυγής. Το σκοτάδι είχε αρχίσει να χάνει την απόλυτη ως τώρα κυριαρχία του, λες και κάποιος ζωγράφος είχε πάρει την απόφαση να προσθέσει λίγο φως σε έναν πολύ σκούρο καμβά, ξεκινώντας από κάτω προς τα πάνω. Το φως κέρδιζε σιγά αλλά σταθερά τη μάχη με το σκοτάδι. Ήταν μια από τις εκατομμύρια μάχες του σε έναν προαιώνιο πόλεμο ανάμεσά τους. Ποτέ κανείς τους δεν υποχωρούσε και σε κάθε ξαπόσταμα του ενός, ο άλλος έβρισκε πάντα την ευκαιρία να υπερτερήσει. Η Σοφία δε φοβόταν το σκοτάδι πια… Τώρα τα ταξίδια του ονείρου της δεν την οδηγούσαν πάντα σε εφιάλτες. Ο ήχος της απαλής αλλά ρυθμικής βροχής, που έπεφτε έξω, έφτανε στα αφτιά της σαν ένα υπέροχο τραγούδι που μόλις είχε συνθέσει μόνο γι’ αυτήν ένας πολύ ταλαντούχος συνθέτης. Ήταν μια πολύ γλυκιά μελωδία από πολλά και διαφορετικά όργανα έτσι όπως ακουγόταν καθώς έπεφτε πάνω στην άσφαλτο, στις τέντες, στους κάδους, στα αυτοκίνητα και στα φυλλώματα των δέντρων. Μια μελωδία αποπλάνησης που την οδηγούσε ξανά σε ένα ταξίδι στο παρελθόν και αυτή τη φορά ένιωθε ότι θα ήταν ένα εύκολο ταξίδι. Πλέον καμιά ανάμνηση δε θα μπορούσε να τη γεμίσει με ακόμα περισσότερο μίσος. Τίποτα πια δε θα τη βούλιαζε πιο βαθιά στον απόλυτο φόβο που τρεφόταν μέσα της χρόνια τώρα από μια άγνωστη απειλή για την ίδια της τη ζωή. Ένιωθε έτοιμη πια και ήθελε να τα θυμηθεί όλα απ’ την αρχή ως το τέλος. Ήθελε να το παλέψει, να το νικήσει, να μπορέσει επιτέλους να συνεχίσει τη ζωή της χωρίς αυτό. Να μάθει την αλήθεια, να βρει τον ένοχο και να τον κάνει να πληρώσει. Ίσως έτσι να έκλειναν και οι πληγές. Ίσως έτσι να σκόρπιζαν οι εφιάλτες. Ίσως έτσι να λυτρωνόταν…

Μυθιστόρημα, Υδροπλάνο, 2021, 700 σελ.

Ματωμένη ανάμνηση – Καλλιόπη Γιακουμή-Κουγιώνη

Ματωμένη ανάμνηση


Όταν άνοιξε τα μάτια της ήταν ήδη οι πρώτες ώρες της αυγής. Το σκοτάδι είχε αρχίσει να χάνει την απόλυτη ως τώρα κυριαρχία του, λες και κάποιος ζωγράφος είχε πάρει την απόφαση να προσθέσει λίγο φως σε έναν πολύ σκούρο καμβά, ξεκινώντας από κάτω προς τα πάνω. Το φως κέρδιζε σιγά, αλλά σταθερά τη μάχη με το σκοτάδι. Ήταν μια από τις εκατομμύρια μάχες του σε έναν προαιώνιο πόλεμο ανάμεσά τους. Ποτέ κανείς τους δεν υποχωρούσε και σε κάθε ξαπόσταμα του ενός, ο άλλος έβρισκε πάντα την ευκαιρία να υπερτερήσει.

Η Σοφία δεν φοβόταν το σκοτάδι πια… τώρα τα ταξίδια του ονείρου της δεν την οδηγούσαν πάντα σε εφιάλτες. Ο ήχος της απαλής, αλλά ρυθμικής βροχής που έπεφτε έξω έφτανε στα αυτιά της σαν ένα υπέροχο τραγούδι που μόλις είχε συνθέσει μόνο γι’ αυτήν ένας πολύ ταλαντούχος συνθέτης. Ήταν μια πολύ γλυκιά μελωδία από πολλά και διαφορετικά όργανα, έτσι όπως ακούγονταν καθώς έπεφτε πάνω στην άσφαλτο, στις τέντες, στους κάδους, στα αυτοκίνητα και στα φυλλώματα των δέντρων. Μια μελωδία αποπλάνησης που την οδηγούσε ξανά σε ένα ταξίδι στο παρελθόν, και αυτή τη φορά ένιωθε ότι θα ήταν ένα εύκολο ταξίδι.

Tώρα πια καμιά ανάμνηση δεν θα μπορούσε να τη γεμίσει ακόμα περισσότερο με μίσος. Τίποτα πια δε θα τη βούλιαζε πιο βαθιά στον απόλυτο φόβο, που τρεφόταν μέσα της χρόνια τώρα, από μια άγνωστη απειλή για την ίδια της τη ζωή. Ένιωθε έτοιμη πλέον και ήθελε να τα θυμηθεί όλα απ’ την αρχή ως το τέλος. Ήθελε να το παλέψει, να το νικήσει, να μπορέσει επιτέλους να συνεχίσει τη ζωή της χωρίς αυτό. Να μάθει την αλήθεια, να βρει τον ένοχο και να τον κάνει να πληρώσει.

Ίσως έτσι να έκλειναν και οι πληγές. Ίσως έτσι να σκόρπιζαν οι εφιάλτες. Ίσως έτσι να λυτρωνόταν..

Μυθιστόρημα, Εκδόσεις Αέναον, 2020, 634 σελ.

Πηγές: Biblionet, Εκδόσεις Αέναον, Υδροπλάνο