Κατερίνα Ασημακοπούλου

Ελληνες λογοτέχνες


Μια σακούλα καραμέλες
ΕΙΠΕΣ ΝΑ ΠΕΤΑΞΟΥΜΕ
Είπες, να δώσουν οι θεοί να υποχωρούμε με χάρη.
Να είναι ο πυρήνας μας διαβρωτός,
να ζήσουμε πολλούς ωραίους θανάτους.
Να ‘ναι η νύχτα σκοτεινή κι η μοναξιά πελώρια,
γίγαντας να ‘ναι, να μας κρατά στο χέρι της μικροσκοπικούς,
σαν φύλλα βασιλικού, σαν πράσινα φιλιά.
Να μας γλείφουν οι ενοχές, όπως οι θάλασσες τα βράχια,
Κι εμείς εκεί, να στέκουμε ακίνητοι, μαγεμένοι.
Να γίνουμε αστέρια που έκρυψαν τα σύννεφα,
να ξύσουμε από πάνω μας κάθε χάδι
που κρεμάστηκε ποτέ από τον λαιμό μας.

ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΩΣ ΑΝΟΙΞΗΣ
Έρχεται η μέρα που θα θερίσει τη βροχή που σπείραμε, πιο άδεια πιο βαριά πιο φωτεινή από το όνειρο σου, εκείνο που σε μίκρυνε, που σ’ έκανε να χωρέσεις στην αγκαλιά μου.

Έρχεται η νύχτα που θα ψηλαφίσουμε το σώμα μας σαν να υπήρξε κάποτε δικό μας.

ΚΛΟΠΗ ΟΦΘΑΛΜΩΝ
Σου ‘κλεψαν τα μάτια ένα πρωί και τα καρφίτσωσαν σε άλλον. Έμεινες έτσι εσύ με δυο άδειες τρύπες κι εκείνος απέκτησε δυο ουρανούς καθάριους.
Πέρασαν χρόνια χωρίς φως για σένα, χρόνια που κατάλαβες πως και το σκοτάδι, μια συνήθεια είναι.
Ώσπου ήρθε ένα άλλο πρωί που, περπατώντας στο δρόμο με το μπαστούνι, σε είδαν τα μάτια σου. Αυτοβούλως εγκατέλειψαν τον παράνομο κάτοχο τους κι επέστρεψαν σε σένα. Φέροντας μαζί τους κι όσα είδαν.
Ο κλέφτης δεν πιάστηκε ποτέ.
Πέρασαν κι άλλα χρόνια κι οι εικόνες του άλλου έγιναν ένα με τις εικόνες τις δικές σου. Σήμερα δεν ξεχωρίζεις τις περιόδους σε κείνες που είχες και σε κείνες που δεν είχες μάτια. Κι εκείνα σκοτεινιάζουν τώρα σα γερνάς, όπως συννεφιάζουν οι ουρανοί.
Μπορεί και να μη στα ‘κλεψαν ποτέ, ψιθυρίζεις, τέλος. Μπορεί να τα ‘δωσες οικειοθελώς σε κείνον τον κύριο, που τα πήγε σε μέρη που εσύ δε θα τα πήγαινες ποτέ, που τα έντυσε βροχή και ήλιο ενώ εσύ δε θα τα ‘ντυνες ποτέ.
Τα μάτια σου, που τώρα κλείνουν, θα τα άφηνες γυμνά.

ΕΚΕΙΝΟΙ ΠΟΥ ΜΕΝΟΥΝ
Θέλει θάρρος να πεθαίνεις.
Μα, να συνοδεύεις έναν άνθρωπο που πεθαίνει θέλει περίσσευμα ζωής.
Να του κρατάς το χέρι μέρες, μήνες, χρόνια.
Να τον βλέπεις να κυλάει αργά στο σκοτάδι.
Να βλέπεις τη μνήμη να φεύγει από τα μάτια του.
Να τον σηκώνεις σαν να ήταν ένα φυλλαράκι.
Θέλει πολλή ζωή, θέλει ανοιχτή ψυχή
Θέλει δυο πόδια πιο γερά από κορμούς δέντρων.
Γι` αυτό, μαμά,
κι επειδή δεν είναι η πρώτη φορά που απλώνεις το κορμί σου
για να περπατήσουν μαλακά πάνω του εκείνοι που φεύγουν,
γι` αυτό λάμπεις
κι εκείνες τις μέρες που νομίζεις πως δεν είσαι όμορφη
και γι` αυτό λάμπεις
όλες τις μέρες.

ΑΣΥΓΧΩΡΗΤΟ
Αν αλλαξοπιστήσω, τι θα γίνουν οι αμαρτίες μου
Αν πάψω να πιστεύω σ’ εκείνο το βράδυ που πρώτη φορά με άγγιξες
πού θα προσεύχομαι;
Πού θ’ αφιερώνω τα πρωινά
ποιανού το αίμα και τη σάρκα θα μεταλαμβάνω;
Άπιστη θα γυρνώ
σαν να μην σκότωσα ποτέ για σένα.
Κι εσύ πάνω στο σταυρό κανέναν δε θα βρεις να συγχωρέσεις.

Ποιητικά
Μια σακούλα καραμέλες (2016)

Πηγές: BIBLIONET, Εκδόσεις Μελάνι

72 views.